Γερμανία


Γερμανία
Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948-90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Βερολίνο (3.388.434 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοκεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με την Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, την Ελβετία και την Αυστρία, Α με την Τσεχία και την Πολωνία, ενώ Β βρέχεται από τη Βόρεια και τη Βαλτική θάλασσα.Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γ. δημιουργήθηκε με την ενοποίηση της πρώην Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας (Δυτική Γ.) και της πρώην Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας (Ανατολική Γ.) στις 3 Οκτωβρίου 1990. Πρόκειται ουσιαστικά για την ενσωμάτωση της δεύτερης στην πρώτη, αφού το κράτος που δημιουργήθηκε στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.Στη βάση της πολιτικής δομής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γ. (Βundesrepublik Deutschland) βρίσκονται τα 16 κρατίδια-μέλη (Länder). Τα κρατίδια αυτά έχουν τις ονομασίες των ιστορικών περιοχών της Γ. στις οποίες αντιστοιχούν, αν και πλέον αυτό συμβαίνει κατά προσέγγιση. Η έκτασή τους ποικίλλει σημαντικά και κυμαίνεται από ένα μέγιστο 70.547 τ. χλμ. (Βαυαρία) έως ένα ελάχιστο 2.570 τ. χλμ. (Ζάαρ), με την εξαίρεση των τριών κρατιδίων που αποτελούν ουσιαστικά μείζονες περιφέρειες των αντίστοιχων πόλεων (Βερολίνο, Αμβούργο και Βρέμη). Τα κρατίδια, με τη σειρά τους, διαιρούνται σε διοικητικά διαμερίσματα (Βezirke) κι αυτά πάλι σε περιφέρειες (Κreise), καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει έναν ορισμένο αριθμό κοινοτήτων (Gemeinden). Τα 16 κρατίδια της Γ. είναι, κατ’ αλφαβητική σειρά, τα εξής (σε παρένθεση, η έκταση, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός του κρατιδίου το 2000): Αμβούργο (Ηamburg, 755 τ. χλμ., Αμβούργο, 1.726.363 κάτ.), Βαυαρία (Βayern, 70.547 τ. χλμ., Μόναχο, 12.329.714 κάτ.), Βερολίνο (Βerlin, 889 τ. χλμ., Βερολίνο, 3.388.434 κάτ.), Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία (Νordrhein-Westfalen, 34.072 τ. χλμ., Ντίσελντορφ, 18.052.092 κάτ.), Βρανδεμβούργο (Βrandenburg, 29.481 τ. χλμ., Πότσνταμ, 2.593.040 κάτ.), Βρέμη (Βremen, 404 τ. χλμ., Βρέμη, 659.651 κάτ.), Έσεν (Ηessen, 21.114 τ. χλμ., Βισμπάντεν, 6.077.826 κάτ.), Ζάαρ (Saarland, 2.570 τ. χλμ., Ζααρμπρίκεν, 1.066.740 κάτ.), Θουριγκία (Τhüringen, 16.175 τ. χλμ., Ερφούρτη, 2.411.387 κάτ.), Κάτω Σαξονία (Νiedersachsen, 47.606 τ. χλμ., Ανόβερο, 7.956.416 κάτ.), Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία (Μecklenburg-Vorpommern, 23.170 τ. χλμ., Σβέριν, 1.759.877 κάτ.), Μπάντεν-Βυρτεμβέργη (Βaden-Württemberg, 35.751 τ. χλμ., Στουτγάρδη, 10.600.906 κάτ.), Ρηνανία-Παλατινάτο (Rheinland-Ρfalz, 19.846 τ. χλμ., Μάιντς, 4.049.066 κάτ.), Σαξονία (Sachsen, 18.409 τ. χλμ., Δρέσδη, 4.384.192 κάτ.), Σαξονία-Άνχαλτ (Sachsen-Αnhalt, 20.446 τ. χλμ., Μαγδεμβούργο, 2.580.626 κάτ.), Σλέσβιχ-Χόλσταϊν (Schleswig-Ηolstein, 15.739 τ. χλμ., Κίελο, 2.804.249 κάτ.).Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η γερμανική. Οι Γερμανοί αποτελούν το 91,5% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό συμπληρώνεται από το σύνολο των μεταναστών που βρέθηκαν στη χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γ. είναι μία ομοσπονδία (Βund) κρατιδίων με ευρεία νομοθετική και διοικητική αυτονομία, αλλά όχι κυρίαρχων, σύμφωνα με μία παλιά παράδοση. Κάθε κρατίδιο έχει δικό του σύνταγμα, που πρέπει όμως να είναι προσαρμοσμένο στις αρχές που ορίζει ο θεμελιώδης νόμος της 23ης Μαΐου 1949. Με βάση αυτό τον νόμο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία χαρακτηρίζεται ως «δημοκρατικό και κοινωνικό ομοσπονδιακό κράτος». Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο αποτελείται από τη γερουσία (Βundersat) και τη βουλή (Βundestag), η οποία είναι πολύ πιο σημαντική σε ό,τι αφορά τις πολιτικές και νομοθετικές εξουσίες. Η γερουσία απαρτίζεται από μέλη των κυβερνήσεων των κρατιδίων (από ένα ελάχιστο τριών μέχρι ένα μέγιστο πέντε μελών για κάθε κρατίδιο· συνολικά 68 μέλη), τα οποία διορίζονται και ανακαλούνται από τα κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση κάθε κρατιδίου. Η βουλή, απεναντίας, απαρτίζεται από μέλη που εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία για θητεία τεσσάρων ετών. Στην κατανομή των εδρών συμμετέχουν μόνο τα κόμματα που έχουν εξασφαλίσει ένα ελάχιστο ποσοστό ψήφων, το οποίο ισοδυναμεί με το 5% του συνόλου. Σήμερα, τα μέλη της βουλής είναι 672. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποτελείται από τους υπουργούς και τον καγκελάριο (Βundeskanzler), ο οποίος πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της βουλής, η οποία δεν μπορεί να τον ανακαλέσει, παρά μόνο εκλέγοντας τον διάδοχό του. Ο καγκελάριος είναι υπεύθυνος για την πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Ο ομοσπονδιακός πρόεδρος (Βundesprasident), δηλαδή ο αρχηγός του κράτους, εκλέγεται για θητεία πέντε ετών από μία συνέλευση που συγκαλείται από μέλη της βουλής και από ίσο αριθμό μελών που εκλέγονται από τα κοινοβούλια των κρατιδίων. Οι αρμοδιότητες του προέδρου είναι κυρίως ρυθμιστικές: διορίζει τον καγκελάριο, διορίζει και ανακαλεί τους υπουργούς κατά πρόταση του ίδιου του καγκελάριου και επικυρώνει τους νόμους του κράτους. Κάθε κρατίδιο έχει το δικό του κοινοβούλιο, ή αλλιώς δίαιτα (Landtag), τα μέλη του οποίου εκλέγονται κάθε τέσσερα χρόνια, καθώς και δική του κυβέρνηση με επικεφαλής έναν υπουργό-πρόεδρο. Η νομοθετική αρμοδιότητα των κοινοβουλίων αυτών αφορά όλους τους τομείς που δεν ανήκουν αποκλειστικά στην ομοσπονδιακή εξουσία. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτειακών οργάνων υπάγονται η εκπαίδευση και η αστυνομία. Των κοινοτικών αρχών προΐσταται ο δήμαρχος (Βurgermeister), που εκλέγεται από το κοινοτικό συμβούλιο (Gemeinderat), τα μέλη του οποίου ανακηρύσσονται από τη λαϊκή ετυμηγορία, ενώ με έμμεσο τρόπο εκλέγονται τα μέλη του περιφερειακού συμβουλίου (Κreistag) και του συμβουλίου του διαμερίσματος (Βezirkstag). Τα κυριότερα πολιτικά κόμματα της Γ. είναι έξι, με κυρίαρχα τη Συμμαχία 90/Πράσινους, το Χριστιανοδημοκρατικό και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Πρωθυπουργός είναι από το 1998 ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (Gerhard Schroeder), επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών, και πρόεδρος ο Γιοχάνες Ράου από το 1999.Στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας του γερμανικού κράτους, αλλά σε μια ιδιαίτερη θέση, βρίσκεται το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο (Βundesverfassungsgericht), που εδρεύει στην Καρλσρούη και είναι ανεξάρτητο από κάθε άλλο όργανο του κράτους, με την αρμοδιότητα να κρίνει τις διαφορές ανάμεσα στις ανώτατες ομοσπονδιακές αρχές ή ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κρατίδια, αλλά και τη συνταγματικότητα των νόμων. Οι δικαστές που το αποτελούν εκλέγονται από τη βουλή και τη γερουσία. Μία μεικτή επιτροπή του κοινοβουλίου συμμετέχει επίσης στον διορισμό των μελών των ανωτάτων ομοσπονδιακών δικαστηρίων: του ομοσπονδιακού δικαστηρίου δικαιοσύνης (Βundesgerichtshof), με έδρα την Καρλσρούη, αρμόδιου για τις αστικές και ποινικές υποθέσεις· του ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου (Βundesverwaltungsgericht), με έδρα το Βερολίνο και με αρμοδιότητα στις διοικητικές υποθέσεις· του Βundesfinanzhof, που εδρεύει στο Μόναχο και διεκπεραιώνει τις οικονομικές υποθέσεις· του Βundesarbeitsgericht, που εδρεύει στο Κάσελ και ασχολείται με θέματα εργασίας και εργατικής απασχόλησης· και, τέλος, του Βundessozialgericht, με έδρα και πάλι το Κάσελ και αρμοδιότητα τις κοινωνικές υποθέσεις. Τα δικαστήρια αυτά λειτουργούν ως δικαστήρια ανώτατου βαθμού στους αντίστοιχους τομείς, για τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια των κρατιδίων. Καθένα από αυτά έχει το δικό του συνταγματικό δικαστήριο.Με βάση τελευταία στοιχεία, το 38% του πληθυσμού της Γ. είναι διαμαρτυρόμενοι στο θρήσκευμα (ουσιαστικά λουθηρανικής προέλευσης, με καλβινιστικά στοιχεία σε ορισμένους χώρους), το 34% καθολικοί και το 10% μουσουλμάνοι. Αυτοί που ακολουθούν την εβραϊκή θρησκεία είναι 40.000. Η πλειονότητα των προτεσταντών είναι συγκεντρωμένη στην Ευαγγελική Γερμανική Εκκλησία (ΕΚD), που δημιουργήθηκε το 1948 από την ομοσπονδιοποίηση της Λουθηρανικής Εκκλησίας, της Μεταρρυθμιστικής, της Ενωτικής και άλλων μικρότερων. Τα κυριότερα όργανα της ΕΚD είναι η σύνοδος του κλήρου και των λαϊκών, που συνέρχεται σε κανονικά διαστήματα, το συμβούλιο, που αποτελείται από 15 αιρετά μέλη, και οι συνδιασκέψεις. Η Δυτ. Καθολική Εκκλησία διαθέτει πέντε αρχιεπισκοπές και 18 επισκοπές. Οι καθολικοί αποτελούν την πλειοψηφία στη Βαυαρία, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, στη Ρηνανία-Παλατινάτο και στο Ζάαρ. Στην υπόλοιπη χώρα, η υπεροχή των διαμαρτυρομένων αυξάνει όσο προχωρούμε από τον νότο προς τον βορρά.Η εκπαίδευση –που υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατιδίων, καθώς δεν υπάρχει ομοσπονδιακό υπουργείο Παιδείας– διαρθρώνεται σε τρεις βαθμίδες: την πρωτοβάθμια (Volksschulen, δηλαδή δημοτικά σχολεία), τη δευτεροβάθμια (σχολεία μέσης εκπαίδευσης και επαγγελματικά) και την ανώτερη (πανεπιστήμια και ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης). Η δημοτική εκπαίδευση είναι δωρεάν και υποχρεωτική για όλους· η παρακολούθηση της στοιχειώδους εκπαίδευσης είναι υποχρεωτική για τα πρώτα 4 χρόνια. Μετά από αυτή την υποχρεωτική εκπαίδευση οι σπουδαστές και οι σπουδάστριες μπορεί να συνεχίσουν σε έναν από τους τέσσερις τύπους σχολείων που υπάρχουν στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα (Ηauptschule, Realschule, Gymnasium, Gesamtschule). Πολλοί ακολουθούν το πρώτο για 5 έως 6 χρόνια και στη συνέχεια εργάζονται και παρακολουθούν επίσης μαθήματα για άλλα τρία χρόνια σε ειδικά σχολεία για εργαζομένους. Όσοι θέλουν να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο, πρέπει να έχουν αποφοιτήσει από σχολείο που τους δίνει το ανάλογο πιστοποιητικό (Αbitur). Τα ακαδημαϊκά ιδρύματα ανώτατης και ανώτερης εκπαίδευσης περιλαμβάνουν 27 πανεπιστήμια, εννέα τεχνικά πανεπιστήμια, τέσσερα ιδρύματα με πανεπιστημιακό καταστατικό, εννέα καθολικά κολέγια και πέντε κολέγια διαμαρτυρομένων για τη φιλοσοφικο-θεολογική διδασκαλία. Η επιστημονική έρευνα υπάγεται σε ένα ειδικό ομοσπονδιακό υπουργείο. Ο συντονισμός γίνεται από τρεις οργανισμούς: την επιτροπή για την προώθηση της επιστημονικής έρευνας, των σπουδών και των εξειδικευμένων σπουδών, με επικεφαλής τον υπουργό Ερευνών, τη διυπουργική επιτροπή για τις επιστήμες και την έρευνα, η οποία έχει βασικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα διάφορα υπουργεία, και την κεντρική υπηρεσία δήλωσης του υπουργείου Οικονομικών, η οποία ελέγχει τις δαπάνες. Τα κρατίδια απορροφούν περίπου το 50% των επιχορηγήσεων που αφορούν επιστημονικές έρευνες και πρωτοβουλίες εξωπανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Οι δύο σημαντικότεροι ερευνητικοί οργανισμοί της Γ. είναι ο DFG (Deutsche Forschung Gemeinschaft), ένας οργανισμός ιδιωτικού δικαίου, χωρίς αντίστοιχό του στην υπόλοιπη Ευρώπη, που εστιάζει σε έρευνες κοινού ενδιαφέροντος, και η ΜΡG (Μax Ρlanck Gesellschaft), ανεξάρτητη εταιρεία που συγκεντρώνει πολλά εργαστήρια έρευνας.Ο εκ νέου εξοπλισμός της Γ. στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε μετά την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και υπό τον έλεγχο της Δυτικής Ευρωπαϊκής Ένωσης (UΕΟ), που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό το 1954. Η Γ. είναι σήμερα από τις σημαντικότερες χώρες-εταίρους του ΝΑΤΟ σύμφωνα με τον νέο επιχειρησιακό προσανατολισμό του. Σε καθένα από τα τρία όπλα επικεφαλής είναι ένας επιθεωρητής. Δεν υπάρχει γενικό επιτελείο και η ανώτατη διοίκηση ασκείται από τον υπουργό Αμύνης σε καιρό ειρήνης και από τον πρόεδρο της δημοκρατίας σε (ενδεχόμενο) καιρό πολέμου. Τον Νοέμβριο του 1969, η (Δυτική τότε) Γ. παραιτήθηκε ρητά από την παραγωγή, την αγορά και τη χρήση πυρηνικών όπλων, υπογράφοντας συνθήκη μη επέκτασης των πυρηνικών εξοπλισμών. Πριν από την ενοποίηση της Γ., οι συμφωνίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο έθεταν ορισμένους περιορισμούς. Μετά την ενοποίηση, πολλοί από τους περιορισμούς αυτούς δεν ισχύουν. Τα στρατεύματα των Συμμάχων που βρίσκονταν σε γερμανικό έδαφος αποχώρησαν. Περιορισμένος αριθμός δυνάμεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας εξακολουθεί να βρίσκεται στη Γ. Η στρατιωτική θητεία είναι 12μηνη και υποχρεωτική. Το 1999 οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας αριθμούσαν 321.000 άτομα, από τα οποία 221.100 υπηρετούσαν στον στρατό ξηράς, 26.600 στο ναυτικό και 73.300 στην αεροπορία.Η μεγάλη πλειονότητα των Γερμανών εργαζομένων είναι ενταγμένη στη Deutscher Gewerkshaftsbund (DGΒ), μια συνομοσπονδία μεγάλων συνδικάτων κατά τομείς, πολύ ισχυρή στο οργανωτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα άλλα συνδικάτα συγκεντρώνουν σχετικά μικρό αριθμό μελών. Το σύστημα πρόνοιας και περίθαλψης στηρίζεται σε θεμέλια που ανάγονται στην εποχή του Βίσμαρκ, δηλαδή στα τέλη του 19ου αι. Αυτή είναι η περίπτωση της ασφάλισης ασθενειών (ιδρύθηκε το 1883), που είναι σήμερα υποχρεωτική για όλους τους ημερομίσθιους, τους μαθητευόμενους και τους υπαλλήλους, αλλά και για τη μεγάλη πλειονότητα των ασφαλισμένων συνταξιούχων, της ασφάλισης ατυχημάτων (1884), που αφορά όλους τους εξαρτημένους εργαζόμενους και το μεγαλύτερο μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών και των απασχολουμένων στην οικογένεια χωρίς αμοιβή, καθώς και της ασφάλισης γήρατος (1889), που είναι υποχρεωτική για όλους τους ημερομίσθιους και επαγγελματίες, αλλά και υπαλλήλους, και επιπλέον για ορισμένες κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών. Το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων είναι πλήρες και παρέχει καλύψεις για ασθένεια, ανεργία, ατύχημα ή συνταξιοδότηση. Η ασφάλιση για ατυχήματα, ανεργία και συνταξιοδότηση είναι υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους και καλύπτεται από συνδρομές που πληρώνουν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι.Η γερμανική περιοχή, που ανήκε στο γεωσύγκλινο της μέσης Ευρώπης στις αρχές του παλαιοζωικού αιώνα υπέστη τις πρώτες συρρικνώσεις κατά την καληδόνια ορεογένεση (σιλούριο), οπότε εμφανίστηκε ο ρηνανικός ορεινός όγκος και το Χαλτς. Η δεβόνιος περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από κατακλυστικές κινήσεις της θάλασσας, μολονότι δεν κατακλύστηκαν όλα τα τμήματα των δύο ενοτήτων που αναφέρθηκαν. Στις αρχές του λιθανθρακοφόρου, οι γεωλογικές συνθήκες δεν άλλαξαν ουσιαστικά έως ότου στη σημερινή περιοχή που έχει για κέντρο τον ρηνανικό ορεινό όγκο, όπου το τοπίο απαρτιζόταν από ανάγλυφα που δέσποζαν σε ελώδεις πεδιάδες, εναποτέθηκε μια τυπική επιφάνεια, εξαιτίας της οποίας τις σχιστοψαμμιτικές γεωγενείς στάθμες διαδέχτηκαν ισχυροί λιθανθρακοφόροι σχηματισμοί. Σε κάποια δεδομένη στιγμή συντελέστηκε πάλι μια οπισθοδρόμηση της θάλασσας, η οποία σχετίστηκε με την έναρξη της ερκύνιας συρρίκνωσης. Στο γερμανικό έδαφος, η ορεογενετική αυτή κίνηση προκάλεσε τον σχηματισμό πολυάριθμων οροσειρών με πτυχώσεις που ανήκαν στον αρμορικανικό κλάδο. Στη συνέχεια, οι ενότητες αυτές δεν υπέστησαν πια κανένα φαινόμενο συρρίκνωσης. Διακρίνονται: ο ρηνανικός ορεινός όγκος από τη Βεστφαλία μέχρι το Τάουνους και από το Άιφελ μέχρι την περιοχή του Ζάαρ, με την ανύψωση των εδαφών του δεβονίου, τα οποία καλύφθηκαν στις παρυφές από λιθανθρακοφόρα κοιτάσματα· το Όντενβαλντ, με γρανιτοειδή πετρώματα· ο Μέλας Δρυμός, με μεταμορφωσιγενείς σχηματισμούς που χρονολογούνται από το προκάμβριο και πετρώματα διείσδυσης· το Χαρτς με πετρώματα όμοια με εκείνα του ρηνανικού ορεινού όγκου· η οροσειρά του θουριγγικού Δρυμού και τα Φιχτελγκεμπίργκε, με εδάφη του κατώτερου παλαιοζωικού και του λιθανθρακοφόρου· τέλος, οι ορεινές αλυσίδες των Ερτσγκεμπίργκε και του Βοημικού Δρυμού, που ανήκουν στον βοημικό ορεινό όγκο, με μεταμορφωσιγενή πετρώματα και πετρώματα διείσδυσης του τύπου εκείνων που βρίσκονται στον Μέλανα Δρυμό. Στο τέλος του περμίου, σε όλη τη βόρεια Γ. και στους σχηματισμούς που αναφέρθηκαν δημιουργήθηκε μια εσωτερική θάλασσα, στον βυθό της οποίας εναποτέθηκαν δολομιτικά ασβεστολιθικά πετρώματα (Ζechstein) που εναλλάσσονταν με ισχυρούς αλατούχους σχηματισμούς· ταυτόχρονα, ως μεταορεογενετικές εκδηλώσεις της ερκύνιας συρρίκνωσης, αναπτύχθηκαν ηφαιστειακά φαινόμενα με εκρήξεις πορφυριτοειδών πετρωμάτων, που παρατηρούνται σήμερα στον Μέλανα Δρυμό, στη Θουριγκία και στη Σαξονία. Η ονομασία του μετέπειτα τριασίου, που προτάθηκε από τον Γερμανό Αλμπέρτι, το 1834, προέρχεται από το γεγονός ότι στη Γ. η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή μιας θαλάσσιας κατάκλισης σε σχέση με δύο ηπειρωτικές αναδύσεις (Τριάς). Πράγματι, το τεναγώδες τοπίο του περμίου πήρε ερημική όψη, με αλμυρές λίμνες και αντίστοιχη εναπόθεση ψαμμιτών, αργιλοσχιστωδών πετρωμάτων, αλογενών ιζημάτων και γύψου (Βuntsandstein). Αργότερα, μια θαλάσσια εισβολή κάλυψε όλο το γερμανικό έδαφος, στο οποίο αναδύθηκαν μόνο οι ερκύνιοι ορεινοί όγκοι· προς τα νότια εκτεινόταν μια ορεινή αλυσίδα, η Βινδελική, που χώριζε τη θάλασσα αυτή από την αλπική, η οποία ανήκε στο μεσογειακό γεωσύγκλινο. Η διαδοχική υποχώρηση των νερών επανέφερε στο τοπίο την προηγούμενη ερημική εμφάνιση, με εκτεταμένους ηπειρωτικούς σχηματισμούς (Κeuper). Στην επιφάνεια των σημερινών Μεσαίων Ορέων βρίσκεται για μεγάλο τμήμα ή χαρακτηριστική Τριάς· πράγματι, η διαμόρφωση της σημερινής Γ., περιλαμβανόμενης ανάμεσα στις οροσειρές του φραγκονικού και του σουηβικού Ιούρα στα νότια και του Βόρειου Βαθυπέδου, είναι αποτέλεσμα της γεωλογικής ιστορίας την οποία περιγράψαμε, εκτός από μετέπειτα τροποποιήσεις τεκτονικού χαρακτήρα. Στις υπόλοιπες περιόδους του μεσοζωικού, όλο το γερμανικό έδαφος είχε μια σχεδόν σταθερή διαμόρφωση: ανάμεσα στα παλαιοζωικά νησιά που είχαν κιόλας αναδυθεί εκτεινόταν μια πεδιάδα στην οποία παρατηρούνταν εναλλασσόμενες θαλάσσιες εισβολές και υποχωρήσεις των νερών. Στο νότιο τμήμα, κατά τη διάρκεια μιας από τις πιο βαθιές αυτές φάσεις εισβολής (ιουράσιο), εναποτέθηκαν τα εδάφη της οροσειράς του γερμανικού Ιούρα. Η αρχή του καινοζωικού χαρακτηρίζεται από επικράτηση των οπισθοδρομήσεων των νερών με ψαμμιτο-αργιλώδεις εναποθέσεις ηπειρωτικού τύπου. Κατά το ολιγόκαινο, η θάλασσα προχώρησε στη βορειοκεντρική Γ., με σχηματισμούς αργιλωδών απολιθωματοφόρων εναποθέσεων. Στο νότιο άκρο του εδάφους αναδύθηκαν ξανά τα παλαιοζωικά και μεσοζωικά εδάφη, σαν εξωτερικά κράσπεδα επικάλυψης ύστερα από την αλπική συρρίκνωση. Παράλληλα με το κύριο αυτό φαινόμενο παροξυσμού εκδηλώθηκε μια έντονη εκρηκτική δράση, ιδιαίτερα στο συγκρότημα του Φόγκελσμπεργκ και στην οροσειρά του Βέστερβαλντ. Στο μειόκαινο, ενώ το βορειοκεντρικό τμήμα υπέστη οπισθοδρόμηση των νερών, στην περιοχή που αντιστοιχεί με τη σημερινή βαυαρική πεδιάδα σχηματίστηκε μια περιαλπική καθίζηση με εναποθέσεις μαργωδών και ασβεστομαργωδών ιζημάτων (Schlier), που αναδύθηκαν σε μεγάλο τμήμα του Σουηβοβαυαρικού υψιπέδου. Κατά τη διάρκεια του πλειοκαίνου, φαινόμενα διάταξης, αποτέλεσμα της ορεογενετικής φάσης, δημιούργησαν πολυάριθμες ρηξιγενείς περιοχές με συχνές καταβυθίσεις. Οι καθιζήσεις αυτές επέτρεψαν σε πολυάριθμες ζώνες της κεντρικής Γ. τη διατήρηση λίγων εύφορων καινοζωικών εδαφών: ανάμεσα στα πιο σπουδαία είναι οι εναποθέσεις των λεκανών της Μαγεντίας (Μάιντς), της Κολονίας και του Κάσελ. Κατά το τεταρτογενές, το Βόρειο βαθύπεδο και η περιαλπική περιοχή καλύφθηκαν από τέσσερις παγετώνες (Γκιντς, Μίντελ, Ρις, Βιρμ), οι ονομασίες των οποίων προέρχονται από τρεις ποταμούς και μία λίμνη της γερμανικής αλπικής πλευράς. Ο βόρειος μανδύας ανήκε σε μία από τις τελευταίες παραφυάδες του πολικού παγετώνα, ενώ η περιοχή του Δούναβη κατελήφθη από την επέκταση του αλπικού παγετώνα, που εδώ είχε τη μορφή μιας συνεχούς επικάλυψης, σε αντίθεση με τους παγετώνες των κοιλάδων της ιταλικής πλευράς. Ως μαρτυρία της επέκτασης αυτής παραμένουν πολυάριθμες μορενικές ζώνες και μία λίγο παχιά επικάλυψη, περισσότερο αμμώδης, που καλύπτει σχεδόν όλο το γερμανικό βαθύπεδο και μεγάλο μέρος της παραδουνάβιας αλπικής πλευράς.Η Γ. θεωρήθηκε ανέκαθεν η καρδιά της κεντρικής Ευρώπης, τμήμα της ηπείρου που εκτείνεται από τον Ρήνο μέχρι τη λεκάνη του Βιστούλα και από τα ανάγλυφα της αλπικής συρρίκνωσης μέχρι τις ακτές της Βόρειας και της Βαλτικής θάλασσας. Η ορεογραφία της είναι ποικιλότατη και ως προς τη γένεση και ως προς τις σημερινές μορφές. Στα βόρεια εκτείνεται το γερμανικό βαθύπεδο, παγετωνικής προέλευσης. Η μέση λωρίδα καταλαμβάνεται από ασθενή ανάγλυφα ερκύνιας συρρίκνωσης, κατατεμαχισμένα σε κόγχες, και η νότια παρυφή αποτελείται από νεαρές ορεινές αλυσίδες αλπικής συρρίκνωσης. Το βαθύπεδο (το Τiefland των Γερμανών γεωγράφων) είναι στενό προς τα δυτικά και πλαταίνει στα ανατολικά προς την απέραντη σαρματική πεδιάδα. Το ύψος του δεν ξεπερνά σχεδόν ποτέ τα 300 μ., ενώ η μορφολογία και το έδαφος είναι μονότονα: χαμηλοί λόφοι και απόλυτη επικράτηση άμμου και αργίλου. Το τμήμα στα δυτικά του Έλβα, που δεν υπέστη την τελευταία παγετωνική δράση, είναι τελείως επίπεδο. Το ανατολικό, που διαμορφώθηκε αντίθετα από τους παγετώνες, παρουσιάζει πιο ανώμαλο σχήμα. Τα στάσιμα νερά που προήλθαν από την τήξη των πάγων διευθύνθηκαν προς τα δυτικά ή βορειοδυτικά, σύμφωνα με μία από τις κλίσεις του βαθυπέδου. Οι κοίτες τους, που ονομάζονται από τους Γερμανούς γεωγράφους Urstromtäler (αρχέγονες ποτάμιες κοιλάδες), σε ορισμένα τμήματα ακολουθούνται ακόμα και σήμερα από ποταμούς. Ανάμεσα στο βαθύπεδο του βορρά και στις Άλπεις του νότου εκτείνεται μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη λωρίδα, στην οποία πεδιάδες και κόγχες μικρής έκτασης εναλλάσσονται με μερικές λίγο ψηλές οροσειρές (το πολύ 1.600 μ.), απομονωμένες η μία από την άλλη, χωρίς κανονικό προσανατολισμό. Από τα δυτικά συναντούμε αρχικά τον ρηνανικό σχιστώδη ορεινό όγκο, που οι Αρδένες αντιπροσωπεύουν τη δυτική του προέκταση. Το ύψος είναι πάντοτε μέτριο: αυξάνει στο νότιο τμήμα, όπου στο Τάουνους απαντά το μεγαλύτερο ύψος (880 μ.). Στα νοτιοδυτικά ευθυγραμμίζονται, από τη μία και από την άλλη πλευρά της ρηνανικής τάφρου, τα Βόσγια στα δυτικά και ο Μέλας Δρυμός στα ανατολικά: το ανάγλυφο χαμηλώνει όσο προχωρούμε βόρεια. Ο βοημικός ορεινός όγκος αποτελείται από αλυσίδες διατεταγμένες σε τετράπλευρο, που διασχίζουν σε δύο αντίθετες πλευρές τον Βοημικό Δρυμό και τα Σουδητικά Όρη. Από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά βρίσκονται τα Μεταλλοφόρα Όρη (Ερτσγκεμπίργκε), μπροστά από τα οποία κλείνουν το τετράπλευρο τα μοραβικά υψώματα. Μεταξύ του ρηνανικού και του βοημικού ορεινού όγκου υψώνεται μια μεμονωμένη στήλη, το Χαρτς, το βουνό στο οποίο, σύμφωνα με τη γερμανική παράδοση, κατοικούσαν οι μάγισσες των σκοτεινών θρύλων. Οι δρυμοί της Φραγκονίας και της Θουριγκίας αποτελούν την προέκταση του Βοημικού Δρυμού. Ο σουηβικός Ιούρας και ο Ιούρας της Φραγκονίας ακολουθούν τη διεύθυνση των Ερτσγκεμπίργκε: οι δύο ευθυγραμμισμένες αλυσίδες διασταυρώνονται στον ορεογραφικό κόμβο των Φιχτελγκεμπίργκε. Τα ρήγματα στο ερκύνιο αντέρεισμα έχουν προκαλέσει ηφαιστειακές εκχύσεις ή βαθιές τάφρους (ρηνανική τάφρος). Ανάμεσα στα ερκύνια ανάγλυφα έχουν μείνει μερικές ιζηματογενείς λεκάνες, όπως η σουηβοφραγκονική λεκάνη, η λεκάνη της Θουριγκίας και η λεκάνη του Μίνστερ. Τέλος, το Σουηβοβαυαρικό υψίπεδο σχηματίζει μεταβατική γέφυρα μεταξύ των ερκύνιων αναγλύφων και του αλπικού συστήματος. Η παράκτια ανάπτυξη περιορίζεται στη βόρεια πρόσοψη (Βόρεια θάλασσα). Οι ποταμόκολποι, μεγάλης οικονομικής σημασίας, αποτελούν τα πιο ζωτικά τμήματα της παραλίας αυτής. Ανατολικά της Γιουτλάνδης, στη Βαλτική θάλασσα, ακολουθούν δύο τύποι ακτής: οι Foοhrden, πυθμένες αρχαίων βυθισμένων κοιλάδων που βρίσκονται κατά μήκος της ακτής του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν μέχρι τη Λίμπεκ (Λυβέκη). Από εδώ μέχρι τις εκβολές του Όντερ ακολουθούν οι Βörden, που δημιουργήθηκαν από τοπικές καταβυθίσεις, οι οποίες σχημάτισαν μερικά νησιά κοντά στη νέα παράκτια γραμμή. Στο γερμανικό έδαφος μπορούν να διαπιστωθούν λοιπόν διάφοροι θεμελιώδεις τύποι φυσικού τοπίου, που διαφέρουν καθαρά μεταξύ τους και είναι, καθώς προχωρούμε από τα βόρεια προς νότια, το μεγάλο Βόρειο Βαθύπεδο, η λεπτή παρυφή των Βörden, γη εξαιρετικά γόνιμη και πλούσια επίσης σε ορυκτά στα κράσπεδα του βαθυπέδου, η ρηνανοβεστφαλική πεδιάδα, όπου είναι συγκεντρωμένο μεγάλο μέρος του γερμανικού βιομηχανικού δυναμικού, τα Μεσαία Όρη, μακριά λωρίδα στην οποία εναλλάσσονται ανάγλυφα μέσου ύψους, λοφώδεις ζώνες και κόγχες μέτριας έκτασης, το σουηβοβαυρικό υψίπεδο που κλίνει προς τον Δούναβη, και τέλος, στα νότια οι γερμανικές Άλπεις. Η πεδιάδα στα δυτικά του Έλβα παρουσιάζεται ως ένα μονότονο επίπεδο βαθύπεδο, που αποτελείται από αμμώδεις ύλες, με εκτεταμένα τέλματα και τυρφώνες στα κατώτερα τμήματα. Είναι η ζώνη των αρδευτικών λιβαδιών και των παράκτιων ελών (Μarschen), που προέρχονται από θαλάσσιες επιχωματώσεις. Μετά τα Μarschen ακολουθεί, πιο εσωτερικά, μια χαλικώδης και πετρώδης, σχεδόν άγονη ζώνη, η Geest, ιδιαίτερα η περιοχή μεταξύ του Άλερ και του Έλβα, η οποία έχει τη χαρακτηριστική ονομασία Luneburgen Ηeide (άγονη πεδιάδα του Λίνεμπουργκ). Ανατολικά του Έλβα, η πεδιάδα διακόπτεται από πολυάριθμες ζώνες μορενικών λόφων και από αρκετά τονισμένο ανάγλυφο, που φτάνει περίπου τα 200 μ. στο Μεκλεμβούργο. Οι ράχες είναι διάσπαρτες από κοιλότητες που καταλαμβάνονται από λίμνες. Στα νότια του Μεκλεμβούργου βρίσκεται μια κόγχη, που καλύπτεται περίπου κατά το ένα τρίτο από αμμώδεις εκτάσεις. Ο Σπρέε και ο Χάφελ διαρρέουν την περιοχή ελικοειδώς και σχηματίζουν σιγά-σιγά πολυάριθμες λιμναίες λεκάνες. Επειδή ελαττώνεται η ευεργετική επίδραση της ωκεάνιας μάζας, το κλίμα είναι πιο τραχύ απ’ ό,τι στα δυτικά του Έλβα. Τα ανάγλυφα του Τευτοβούργιου Δρυμού εισδύουν στο γερμανικό βαθύπεδο από τα ΝΑ στα ΒΔ, χωρίζοντας από την υπόλοιπη πεδιάδα τη λεκάνη του Μίνστερ και της Κολωνίας, που περιλαμβάνονται στην ενιαία ονομασία Ρηνανοβεστφαλική πεδιάδα. Στην ιζηματογενή λεκάνη του Μίνστερ που αποτελείται από γόνιμες μάργες, οι απαλές κυματώσεις που καλύπτονται από δάση, λιβάδια και καλλιεργημένα εδάφη, συνθέτουν ένα αγροτικό τοπίο πολύ πιο ποικίλο από τις γειτονικές άγονες γαίες της Geest. Η λεκάνη της Κολωνίας αποτελείται σχεδόν ολόκληρη από ποτάμιες και ποταμοπαγετωνικές προσχώσεις. Ανάμεσα στο γερμανικό βαθύπεδο στα Β και στον άνω ρου του Δούναβη στα Ν εκτείνεται μια λωρίδα πάρα πολύ ανώμαλη, διάσπαρτη από ανάγλυφα και κόγχες, στην οποία οι Γερμανοί δίνουν την ονομασία Μιτελγκεμπίργκε (Μεσαία Όρη). Το τοπίο χαρακτηρίζεται από κυματοειδείς κορυφές, στις οποίες παρεμβάλλονται κόγχες και λεκάνες: ουσιαστικά πρόκειται για πολύ λίγο αλπικό τοπίο. Ξεχωρίζουν ωστόσο μερικοί απομονωμένοι όγκοι που λαξεύτηκαν από εξωγενείς παράγοντες (όπως το Χαρτς) και οι όγκοι εκρηξιγενών πετρωμάτων (όπως το Ρεν και το Φόγκελσμπεργκ), που έχουν τραχύ και απόκρημνο σχήμα. Το δυτικό τμήμα των Μεσαίων Ορέων αποτελείται από τον ρηνανικό σχιστολιθικό ορεινό όγκο, ένα τετράπλευρο όπου επικρατούν οι αργιλώδεις σχίστες και είναι παντού φανερή η αντίθεση μεταξύ των υψιπέδων και των κοιλάδων. Τα πρώτα είναι υγρά και φτωχά σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, εν μέρει ακόμα καλυμμένα με δάση και λιβάδια. Στα ανατολικά της ρηνανικής τάφρου εκτείνεται ο Μέλας Δρυμός (Schwarzwald) ο οποίος χαμηλώνει από τα νότια, όπου φτάνει το μεγαλύτερο ύψος (Φέλντμπεργκ, 1.493 μ.), προς τα βόρεια, όπου σχηματίζει την κοιλάδα του Νέκαρ. Ανάμεσα στον Μέλανα Δρυμό από τη μία μεριά και στους δρυμούς της Θουριγκίας και της Φραγκονίας από την άλλη, εκτείνεται μέχρι τον Δούναβη η ιζηματογενής κρηπίδα της σουηβοφραγκονικής λεκάνης. Οι μέσες λεκάνες του Μάιν και του Νέκαρ αποτελούν καλές περιοχές παραγωγής δημητριακών και κτηνοτροφών. Στα περίχωρα της Νυρεμβέργης είναι πολύ διαδεδομένοι οι Filder, λαχανόκηποι της Σουηβίας. Στους πρόποδες του Σουηβικού Ιούρα, οι καλλιεργούμενοι αγροί ακολουθούν τις εδαφικές κοιλότητες. Στα ανώτερα σημεία, που αποτελούνται από ασβεστολιθικά εδάφη, εκτείνονται βοσκότοποι και δάση. Τέλος, η λεκάνη του Άνω Παλατινάτου (κοιλάδα του Νάαμπ) είναι έδαφος κυρίως λοφώδες, πλούσιο σε λιμνάζοντα νερά και σε πολλά μέρη βαλτώδες, μικρής γονιμότητας, αφιερωμένο κατά μεγάλο μέρος σε βοσκότοπους και δάση. Ανατολικά του σχιστολιθικού ορεινού όγκου εκτείνεται μία περιοχή με περίπλοκη και ποικίλη γεωλογική δομή. Βορειότερα εκτείνονται ασβεστολιθικές και ψαμμιτικές ράχες μέτριου ύψους (γενικά δεν ξεπερνούν τα 500 μ.), που όμως δεσπόζουν στο περιβάλλον τους. Η μεγαλύτερη από τις ράχες αυτές αποτελείται από τον Τευτοβούργιο Δρυμό, που προεκτείνεται μέχρι το μέσον της πεδιάδας. Ο Θουριγκικός Δρυμός και ο Δρυμός της Φραγκονίας χωρίζουν καθαρά τις δύο περιοχές από τις οποίες παίρνουν την ονομασία τους. Η λεκάνη της Θουριγκίας παρουσιάζεται γεμάτη ιζήματα του τριασίου, στα οποία οι ποταμοί έχουν διαμορφώσει βαθιές αύλακες, που αποτελούνται μερικές φορές από πολύ γόνιμα εδάφη, όπως στην περίφημη Coldene Αue (Χρυσή Πεδιάδα). Το υπέδαφος είναι πλούσιο σε άλατα καλίου και ορυκτό αλάτι και, στο ανατολικό τμήμα, σε λιγνίτη. Στην ανατολική πτέρυγα των Μεσαίων Ορέων, τα Μεταλλοφόρα Όρη (Ερτσγκεμπίργκε) είναι μία ράχη μέσου ύψους όπου επικρατούν γρανίτες, γνεύσιοι και κρυσταλλοπαγείς σχίστες. Αν στο βόρειο τμήμα των Μεσαίων Ορέων επικρατούν τα ψηλά τμήματα, στο νότιο επικρατούν οι κοιλότητες, οι κορυφές των οποίων προσφέρουν ένα είδος πλαισίου. Στις δυτικές παρυφές της μεγάλης αυτής περιοχής εκτείνεται η ρηνανική τάφρος, μια τεκτονική τάφρος που προχωρεί από τα νότια στα βόρεια και ο άξονας της οποίας αντιπροσωπεύεται από την αύλακα του Ρήνου. Από τις εξωτερικές παραφυάδες των Άλπεων κατεβαίνει αργά προς τον Δούναβη το σουηβοβαυαρικό υψίπεδο. Το πιο ψηλό τμήμα του υψιπέδου αυτού αποτελείται από μορενική ζώνη με τη χαρακτηριστική συχνότητα των λιμνών της (ανάμεσα στις οποίες σπουδαιότερες είναι οι Άμερ, Βιρμ και Χιμ). Το μέσο ύψος ξεπερνά τα 650 μ., τα εδάφη είναι μέτρια και αφθονούν οι τυρφώνες. Αποτελεί εξαίρεση η βόρεια όχθη της λίμνης της Κωνσταντίας, με τους εκτεταμένους αμπελώνες της Μέερσμπουργκ. Στα βόρεια (και προς τα κάτω) της μορενικής ζώνης η μορφολογία είναι πιο ομαλή. Οι εύθραυστοι αμμόλιθοι, ελαφρώς κυματοειδείς, σχηματίζουν οροπέδια που καλύπτονται από στρώματα ποταμοπαγετωνικών χαλικωδών εδαφών, ανάμεσα στα οποία ανοίγονται μεγάλες κοιλάδες διατεταγμένες σαν βεντάλια. Γενικά η λωρίδα αυτή παρουσιάζει αναβαθμίδες και καλύπτεται ολόκληρη από δάση και βοσκότοπους. Αντίθετα, πιο κάτω μπορεί να παρουσιάζει εκτεταμένες ελώδεις επιφάνειες, γνωστές με την ονομασία Μöser. Στο τμήμα ανατολικά του Λεχ, το στρώμα των χαλικωδών εδαφών περιορίζεται όλο και πιο πολύ. Το τοπίο, στη γενική εμφάνισή του, κυριαρχείται από δάση και από βοσκότοπους. Η εκμετάλλευση του λιγνίτη και κάποια εντατική γεωργία στο έδαφος των λες, δίνουν ζωή σε μερικά τμήματα της περιοχής. Η σουηβοφραγκονική λεκάνη παρουσιάζει πιο ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες σε σχέση με το Βαυαρικό Υψίπεδο. Δηλαδή όχι μόνο ο χειμώνας είναι λιγότερο τραχύς, αλλά και το καλοκαίρι είναι αρκετά θερμό, έτσι που επιτρέπει την καλλιέργεια των σταφυλιών. Η Γ. δεν έχει παρά τη βόρεια πλευρά των Άλπεων, στο Αλγκόι και τη Βαυαρία και ένα τμήμα των Άλπεων του Σάλτσμπουργκ. Οι γερμανικές Άλπεις περιλαμβάνονται στην ασβεστολιθική λωρίδα, με ψηλότερη κορυφή την Τσούγκσπιτσε, στο συγκρότημα του Βέτερσταϊν (Βαυαρικές Άλπεις).Ουσιαστικά, το κλίμα διαμορφώνεται από την αντίθεση ανάμεσα στις ωκεάνιες και τις ηπειρωτικές επιδράσεις: η εναλλάξ επικράτηση των μεν ή των δε προκαλεί την αστάθεια του καιρού, τα απότομα εκείνα περάσματα από τη ζέστη στο κρύο, από την υγρασία στην ξηρασία, που είναι χαρακτηριστικά της Γ. Φυσικά, η ατλαντική επίδραση μειώνεται όσο προχωρούμε προς τα ανατολικά: χαμηλώνουν μαζί η θερμοκρασία και οι βροχοπτώσεις και εμφανίζεται το κλίμα ηπειρωτικού χαρακτήρα. Το ανάγλυφο ύστερα επιδρά βαθιά στις θερμοκρασίες, στην ποσότητα και στην παροχή των βροχών. Συνολικά, διακρίνονται έξι ευρύτερες κλιματικές περιοχές: η ρηνανική, που έχει πιο ήπιο κλίμα, με όχι ψυχρούς χειμώνες και καλοκαίρια σχετικά θερμά και ξηρά· η ωκεάνια, με ήπιους, βροχερούς χειμώνες και χλιαρά καλοκαίρια, και σε όλες τις περιπτώσεις με κλίμα που χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία των περιοχών που υπόκεινται στην ατλαντική επίδραση· η βαλτική, με μάλλον τραχύ κλίμα, χειμώνες ξηρούς και ψυχρούς και καλοκαίρια θερμά και υγρά, αν και οι ετήσιες βροχοπτώσεις είναι αραιές· η ανατολική, με ημιηπειρωτικό κλίμα, ψυχρούς και μακρείς χειμώνες, θερμά και μερικές φορές θυελλώδη καλοκαίρια και αραιές ετήσιες βροχοπτώσεις· η ερκυνική (η λωρίδα των Μεσαίων Ορέων), με ηπειρωτικό κλίμα, που χαρακτηρίζεται από δριμείς χειμώνες και θερμά καλοκαίρια· και τέλος, η σουηβοβαυαρική, με κλίμα μέτρια ηπειρωτικό, υψηλές βροχοπτώσεις που έχουν μέγιστα καλοκαιρινά σημεία, χειμώνες πολύ ψυχρούς και θερμά καλοκαίρια, με θερμική διακύμανση μεταξύ Ιουλίου και Ιανουαρίου περίπου 20°C. Σε όλο το δυτικό τμήμα του βαθυπέδου το κλίμα υπόκειται στην ευεργετική επίδραση του Ατλαντικού ωκεανού. Οι βροχές είναι άφθονες (700-800 χιλιοστά) και κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλες τις εποχές του χρόνου, με ένα ελαφρό θερινό μέγιστο. Στα νότια του Μεκλεμβούργου, λόγω της ύπαρξης στα ανατολικά του σιβηρικού αντικυκλώνα, ο χειμώνας είναι πιο ξηρός και με χιόνια καθώς προχωρούμε προς τα ανατολικά. Οι ετήσιες βροχοπτώσεις, σχετικά αραιές, σπάνια φτάνουν τα 700 χιλιοστά και χαρακτηρίζονται από ένα θερινό μέγιστο: πέφτουν προπάντων κατά τη διάρκεια καταιγίδων τον Αύγουστο και εξατμίζονται αμέσως. Στο Βρανδεμβούργο οι θερμοκρασίες και οι βροχοπτώσεις ελαττώνονται ολοένα και περισσότερο προς τα ανατολικά. Οι χειμώνες γίνονται δριμείς και διαρκούν πολύ: συνέπεια αυτού είναι να κλείνουν οι ποταμοί για μερικές εβδομάδες από τους πάγους. Οι ετήσιες βροχοπτώσεις είναι μάλλον μέτριες και δεν ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 600 χιλιοστά. Στο σύνολό του, το κλίμα, ιδιαίτερα χάρη στις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, ευνοεί την καλλιέργεια των δημητριακών.Η Γ. έχει ποτάμιο δίκτυο μεγάλης σπουδαιότητας. Κύριοι παράγοντές του, προπάντων για τη ναυσιπλοΐα, είναι η κανονικότητα των παροχών και η ύπαρξη ενός εκτεταμένου βαθυπέδου. Η υδρογραφική παροχή της αλπικής περιοχής χαρακτηρίζεται από έναν υψηλό συντελεστή ροής και από την αφθονία των επιφανειακών νερών. Στην ερκυνική περιοχή, οι παροχές είναι αρκετά μεταβλητές: κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σημειώνονται απροσδόκητες πλημμύρες, που δημιουργούνται από τις καταιγίδες. Τα υδάτινα ρεύματα συγκεντρώνονται σε λίγες, αλλά πολύ μεγάλες υδρογραφικές λεκάνες. Ο Δούναβης, που διασχίζει τα νότια της χώρας περίπου επί 650 χλμ., πηγάζει σε υψόμετρο 678 μ. από τον Μέλανα Δρυμό και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο πρώτο τμήμα, κατά μήκος της βόρειας παρυφής του Βαυαρικού Οροπεδίου, τροφοδοτείται από διάφορους παραποτάμους, σπουδαιότεροι από τους οποίους είναι οι δεξιοί (ιδιαίτερα ο Ιν), που φέρνουν σε αυτόν τα νερά των Άλπεων. Ο Δούναβης είναι πλωτός για σκάφη σημαντικής χωρητικότητας κάτω από τη Ρέγκενσμπουργκ και αποτελεί σπουδαία συγκοινωνιακή αρτηρία, μολονότι διαρρέει το γερμανικό έδαφος μόνο στις παρυφές. Ο Ρήνος, αντίθετα, που πηγάζει σε ελβετικό έδαφος (από τον Άγιο Γοτθάρδο), αντιπροσωπεύει φυσικό άξονα ανάπτυξης. Είναι ποτάμια οδός μεγάλης διακίνησης στην καρδιά της κεντροδυτικής Ευρώπης, και ιδιαίτερα της Γ., με μεγάλη εμπορική σημασία, ιδίως στον κάτω ρου. Διαθέτει περίπλοκο δίκτυο φυσικών και τεχνητών υδάτινων οδών, που περιλαμβάνει τον Μάρνη, τον Ροδανό, τον Δούναβη, τον Βέζερ, τον Εμς και τον Έλβα, μέχρι τον Όντερ. Ο Βέζερ έχει μικρότερη σπουδαιότητα από τους άλλους γερμανικούς ποταμούς. Είναι ολόκληρος πλωτός για σκάφη μικρής χωρητικότητας, αλλά τα μεγάλα πλοία σταματούν στη Βρέμη. Ο Έλβας κατεβαίνει από τα Όρη των Γιγάντων και, αφού δεχτεί τα νερά της Βοημίας, αποστραγγίζει με τους πολυάριθμους παραποτάμους του το κεντρικό τμήμα της Γ. και σχηματίζει στις εκβολές του έναν μεγάλο ποταμόκολπο. Η θάλασσα εισχωρεί εκεί με ισχυρή πλημμυρίδα, που διευκολύνει την άνοδο των μεγαλύτερων πλοίων μέχρι το μεγάλο λιμάνι του Αμβούργου, όπου αρχίζει η ναυσιπλοΐα με ποτάμια σκάφη. Περισσότερο πολιτική παρά οικονομική είναι η λειτουργία του Όντερ, ο οποίος αποτελεί για 150 χλμ. τη μεθόριο μεταξύ Γ. και Πολωνίας από τη συμβολή του με τον Νάισε, που αποτελεί το υπόλοιπο τμήμα της μεθορίου. Πολύ μικρότερη σπουδαιότητα έχουν για τη γερμανική υδρογραφία μερικές ομάδες λιμνών, όπως είναι εκείνες που στην αλπική ζώνη έχουν σχηματιστεί από κοιλάδες (ελβετικές και βαυαρικές), καθώς και οι μεσομορενικές λίμνες των βορειοανατολικών περιοχών που δημιουργήθηκαν από την εισβολή των σκανδιναβικών παγετώνων.Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση. Στο γερμανικό έδαφος έχουν ανακαλυφθεί αρχαιότατα ανθρώπινα απολιθώματα· ανάμεσα σε αυτά ο λεγόμενος Άνθρωπος της Χαϊδελβέργης που τοποθετείται στη μεσοπαγετώδη περίοδο μινδέλιο-ρίσιο, και επιπλέον τα λείψανα του Ανθρώπου του Νεάντερταλ. Πριν από την τέταρτη χιλιετία π.Χ., στην κεντρική Γ. ζούσε πληθυσμός που είχε φτάσει σε έναν σημαντικό βαθμό πολιτισμού. Κατοικούσε σε χωριά και, μετά το 3000 π.Χ., επεξεργαζόταν τον ορείχαλκο, φτιάχνοντας όπλα και εργαλεία. Αλλά, γύρω στο 2000 π.Χ., κύματα πιο πρωτόγονων νομαδικών πληθυσμών από τον βορρά εισέβαλαν στη Γ. Στην αυγή της ιστορικής εποχής, στη Γ. ήταν εγκατεστημένοι πληθυσμοί από τρία φύλα: κελτικοί, γερμανικοί και σλαβικοί. Οι Κέλτες εγκαταστάθηκαν στα δυτικά. Η γερμανική φυλή είχε τον αρχικό πυρήνα της στη νότια Σκανδιναβία και κατά μήκος των ακτών της Βαλτικής θάλασσας, ανατολικά του Έλβα, απ’ όπου άνοιξε τον δρόμο προς τη δύση και έπειτα μέχρι τα ρωμαϊκά σύνορα, στον Ρήνο και στον Δούναβη. Όπως έχει αποδειχτεί, οι χώροι αυτοί είχαν κατοικηθεί από τη νεολιθική εποχή και έπειτα. Τον 5ο αι. μ.Χ. άρχισαν οι επιδρομές των γερμανικών φυλών στο έδαφος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι Φράγκοι και οι Αλαμανοί δέχτηκαν πιέσεις και απλώθηκαν στην περιοχή του Ρήνου. Στο δεύτερο μισό του 12ου αι. άρχισε η μεγάλη κίνηση για την κατάκτηση των ανατολικών εδαφών πέρα από τον Έλβα. Οι Σλάβοι αυτών των περιοχών υποτάχθηκαν και προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό. Μία δεύτερη ζώνη εποικισμού είχε περιλάβει την Πομερανία και τη Σιλεσία. Εδώ, η εγκατάσταση των Γερμανών πραγματοποιήθηκε ειρηνικά, ύστερα από πρόσκληση των Σλάβων πριγκίπων, κατά τη διάρκεια του 13ου και των αρχών του 14ου αι. Μία τρίτη ζώνη είχαν αποτελέσει τα κράτη της Πολωνίας και της Βοημίας, όπου οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν ως ξένοι με ειδικά προνόμια, σε εδάφη κυρίως σλαβικά. Οι μετακινήσεις στα ανατολικά, η εθνικο-πολιτιστική κυριαρχία και η οικονομική επιρροή των Γερμανών σε όλη την κεντρική Ευρώπη περιήλθαν σε παρακμή κατά τα τέλη του 14ου αι. Στους τρεις διαδοχικούς αιώνες μετά το τέλος του Μεσαίωνα, χωριά και πόλεις μειώθηκαν τόσο σε αριθμό όσο και σε πληθυσμό. Μετά τον Τριακονταετή πόλεμο, σημειώθηκε ένα ισχυρό μεταναστευτικό κύμα από τη δυτική Γ. προς την Αμερική και τις ανατολικές επαρχίες. Στην περίοδο αυτή παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η εγκατάσταση, σε μεγάλη κλίμακα, αποίκων στα ανατολικά εδάφη. Σήμερα, η Γ. είναι μια φυλετικά συμπαγής χώρα, καθώς το 92% του πληθυσμού είναι Γερμανοί. Από τους υπόλοιπους, οικονομικούς μετανάστες στην πλειοψηφία τους, πολυάριθμοι είναι οι Τούρκοι (2,5%) και ακολουθούν Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι κ.ά., σε ένα συνολικό ποσοστό 6%.Από τις αρχές του 19ου αι., ο πληθυσμός της Γ. αυξήθηκε πολύ χάρη στη συνεχή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών. Μεταξύ 1871 και 1939 αυξήθηκε από 41 σε 69 εκατομμύρια. Παρατηρείται στον γερμανικό πληθυσμό το κενό που σημειώθηκε από τη μεγάλη μείωση των γεννήσεων κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στην οποία προστέθηκαν οι φοβερές απώλειες του επόμενου πολέμου, ο οποίος επέδρασε αρνητικά στα χρόνια από το 1941 και μετά, περιορίζοντας τις γεννήσεις στο κατώτατο επίπεδο που σημειώθηκε ποτέ (με ακραία αιχμή στο 1946). Από το 1947 σημειώθηκε μια δημογραφική αύξηση, στην αρχή αργά και αργότερα περισσότερο αποφασιστικά. Σήμερα, ο πληθυσμός της Γ. είναι 82.440.309 κάτ. (2001), με μέση πυκνότητα 233 κατ. ανά τ. χλμ., ετήσια αύξηση του πληθυσμού της τάξης του 0,27% και προσδόκιμο ζωής 74,4 χρόνια για τους άνδρες και 80,9 για τις γυναίκες. Τον 19ο αι., η έντονη δημογραφική αύξηση υποχρέωσε πολλούς Γερμανούς να μεταναστεύσουν, ειδικά στην Αμερική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όμως, η θαυμαστή οικονομική ανάπτυξη επέτρεψε όχι μόνο να δοθεί εργασία σε όλους τους κατοίκους αλλά και να κληθεί ένας μεγάλος αριθμός ξένων εργατών. Η μεγάλη βιομηχανική ανάπτυξη της Γ. έγινε ισχυρός πόλος έλξης για πολυάριθμους μετανάστες, ιδιαίτερα από τις λιγότερο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες (Ελλάδα, νότια Ιταλία, Ισπανία, Τουρκία και Σερβία). Ειδικότερα, σήμερα ζουν στη Γ. 5.000.000 μετανάστες, από τους οποίους οι 400.000 είναι Έλληνες. Διαφορετικά πρέπει να κριθούν οι εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμού στη χώρα, σχεδόν όλες από την ανατολή προς τη δύση, κατά και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Δώδεκα εκατομμύρια πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν τότε μέσα στα σύνορα της νέας Γ. Οι περισσότεροι από τους μισούς προέρχονταν από εδάφη που ανήκαν στο γερμανικό κράτος, ανατολικά της γραμμής Όντερ-Νάισε (οι λεγόμενοι Reichsdeutsche) και οι υπόλοιποι από την πρώην Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την πρώην Σοβιετική Ένωση (Volksdeutsche). Χάρη σε αυτή τη μετακίνηση, οι πιο απόμερες περιοχές, αυτές που προσφέρονταν περισσότερο ως χώροι υποδοχής, είδαν τον πληθυσμό τους συχνά να υπερδιπλασιάζεται. Έπειτα, προστέθηκε το πρόβλημα των προσφύγων από την πρώην Ανατολική Γ., που στην αρχή ήταν πολύ έντονο, αλλά αργότερα μειώθηκε σταδιακά, κυρίως εξαιτίας του πολύ αυστηρού ελέγχου. Σε ό,τι αφορά την πυκνότητα του πληθυσμού, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις περιοχές με εκτεταμένη καλλιέργεια και στις εκβιομηχανισμένες ζώνες. Το Βόρειο Βαθύπεδο είναι ένας μεγάλος χώρος με αραιό πληθυσμό, αν εξαιρέσει κανείς τις παράκτιες ζώνες της Βόρειας θάλασσας. Μεγάλη έκταση με σχετικά χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού παρατηρείται στα οροπέδια της Βαυαρίας και της Φραγκονίας, στο φραγκονικό λεκανοπέδιο και στο Άνω Παλατινάτο. Ανάμεσα στις δύο αραιοκατοικημένες εκτάσεις παρεμβάλλεται η εύφορη λωρίδα των Βörden, με υψηλότερη πυκνότητα. Το υπέδαφος εδώ είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα, τα αγροτικά προϊόντα είναι άφθονα και το περιβάλλον ευνοεί τις συγκοινωνίες. Ωστόσο, η περιοχή όπου όλες αυτές οι ευνοϊκές συγκυρίες εκδηλώνονται στον μέγιστο βαθμό και όπου η πυκνότητα φτάνει στα πιο υψηλά σημεία, κυρίως χάρη στις βιομηχανικές δραστηριότητες, είναι η κοιλάδα του Ρήνου, εστία υπερπληθυσμού, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της. Η κοιλάδα του Νέκαρ (Βυρτεμβέργη) και η κάτω κοιλάδα του Μάιν είναι και αυτές πυκνοκατοικημένες. Ξεκινώντας από τη Βόνη, η κοιλάδα του Ρήνου διαπλατύνεται, ώσπου συγχωνεύεται με τον κάμπο της Βεστφαλίας. Εδώ, παρατηρείται τεράστια συγκέντρωση του αστικού πληθυσμού. Παρά τις απέραντες καταστροφές που προκάλεσε στις πόλεις ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ο σημερινός βαθμός συγκέντρωσης του γερμανικού πληθυσμού στα αστικά κέντρα είναι πολύ σημαντικός. Ένας μεγαλύτερος δείκτης αγροτικής ζωής είναι φανερός σε ολόκληρο το Βόρειο βαθύπεδο και στις εσωτερικές περιοχές ανατολικά του Έλβα, καθώς επίσης στη Ρηνανία-Παλατινάτο και στη Βαυαρία. Χαρακτήρα κυρίως αστικό παρουσιάζουν τα διαμερίσματα αριστερά του Έλβα, χάρη στην εντατική μεταλλευτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Αλλά είναι η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία που δίνει την αναμφισβήτητη και οριστική σφραγίδα στον αστικό συγκεντρωτισμό της Γ. ως σύνολο, και χαρακτηρίζεται έτσι ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά και μεγαλειώδη παραδείγματα περιοχής-πόλης. Αν τα δύο τμήματα του Βόρειου Βαθυπέδου αναφέρονται στον χάρτη της Γ. ως αραιοκατοικημένες περιοχές με περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα, η λωρίδα των Βörden, που αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με τα ερκυνικά βουνά, αντιπροσωπεύει μια ζώνη μεγάλης σπουδαιότητας. Το έδαφος, έχει εξαιρετική γονιμότητα. Πρόκειται για το λεγόμενο Lehm, εξαιρετικά κατάλληλο για τις καλλιέργειες σιτηρών, ζαχαρότευτλων και κτηνοτροφών, τριφυλλιού και κηπευτικών. Σε πολλές τοποθεσίες, και ιδιαίτερα στη ζώνη του Μαγδεμβούργου, το ελούβιο τμήμα καλύπτεται από λες. Το υπέδαφος είναι πλούσιο σε ορυκτά: σπουδαία κοιτάσματα σιδήρου υπάρχουν στο Ζάλτσγκιτερ· πετρελαιοφόρα κοιτάσματα μεταξύ Πάινε και Τσέλε· διάδοση ποτάσας σε όλη τη ζώνη με τα παλιά ορυχεία του Στάσφουρτ. Στα νότια της γεωργικής περιοχής της Βεστφαλίας, πέρα από τον ποταμό Λίπε, υψώνονται οι καμινάδες του Ρουρ, της πιο εκβιομηχανισμένης ζώνης όλης της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα πράσινου στις πόλεις και στην ύπαιθρο εντυπωσιάζει. Οι θερμοκρασίες, που είναι σχετικά υψηλές την άνοιξη και το καλοκαίρι, επιτρέπουν εντατικές εξειδικευμένες καλλιέργειες, προπάντων αμπελώνων, με τις οποίες ασχολούνται με ζήλο μικροί κτηματίες. Από τη μία πλευρά η γεωργία εκσυγχρονίζεται, με καθαρή επικράτηση των καλλιεργειών σε φυσικά λιβάδια, και η κτηνοτροφία βασίζεται στη διάδοση των κτηνοτροφών και μόνο στις επάκριες περιοχές παραμένουν οι δραστηριότητες δασοποιμενικού τύπου, ανάμεσα σε υποβλητικές δασώδεις εκτάσεις. Στις πιο τραχιές μορφολογικά ζώνες η ανθρώπινη διείσδυση είναι δύσκολη, αλλά γενικά η πυκνότητα του πληθυσμού διατηρείται σχετικά υψηλή (μεταξύ 100 και 200 κατ. ανά. τ. χλμ.). Η οικονομία τους είναι μέτρια και βασίζεται στις δασικές δραστηριότητες και στην εκτατική καλλιέργεια δημητριακών στους φτωχούς αγρούς. Είναι επίσης αραιοκατοικημένα. Οι κοιλάδες, αντίθετα, είναι πλούσιες και πυκνοκατοικημένες και οι πλευρές τους είναι ευνοημένες από τη φύση, ιδιαίτερα εκείνες του Ρήνου και του Μοζέλα, που έχουν εύκρατο κλίμα γι’ αυτό και είναι δυνατή η καλλιέργεια οπωροφόρων και σταφυλιών, που σε μερικές ζώνες (Ράινγκαου) παράγουν ονομαστά κρασιά. Οι υψηλές κοιλάδες είναι έρημες: εκτεταμένα δάση καλύπτουν τις πλαγιές και καθρεφτίζονται στις μικρές παγετωνικές λίμνες. Μοναδικές πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι η κτηνοτροφία στα θερινά ορεινά λιβάδια και η δασική βιομηχανία, με πριονιστήρια και χαρτοποιεία. Πιο ευνοϊκή στη γεωργία και στην κτηνοτροφία είναι η απέναντι ζώνη, που χαρακτηρίζεται από απαλές πλαγιές, πλούσιες σε βοσκότοπους και λιβάδια, με τα οποία εναλλάσσονται αγροί σίκαλης και πατάτας: το Αλγκόι είναι μία από τις κυριότερες γαλακτοπαραγωγικές και τυροκομικές περιοχές της Γ.Οι γερμανικές περιοχές που δεν γνώρισαν τη ρωμαϊκή αποίκιση δεν είχαν στα αρχαία χρόνια οικισμούς μεγαλύτερους από χωριά. Αντίθετα, εκεί όπου οι Ρωμαίοι ίδρυσαν τα στρατόπεδά τους, αναπτύχθηκαν στη συνέχεια οι πρώτες πόλεις επί του Ρήνου και επί του Δούναβη, και μερικές από αυτές έγιναν σύντομα μεγάλα κέντρα, όπως η Αυγούστα Τρεβήρων (Τρέβηροι), η Αποικία της Αγριππίνας (Κολωνία), η Μαγκοντιάκουμ (Μάιντς), η Αυγούστα Βινδελικών (Άουγκσμπουργκ) κ.ά. Η φεουδαρχία ευνόησε την ίδρυση νέων αστικών κέντρων και στην υπόλοιπη Γ. Η μεσαιωνική περίοδος της πολεοδομικής ανάπτυξης εκτείνεται από τον 11o έως τα τέλη του 13oυ αι. Οι μεγαλύτερες γερμανικές πόλεις χτίστηκαν κοντά σε μεγάλους ποταμόκολπους ή σε λιμνοθάλασσες, ή ακόμα στους μεγάλους ποταμούς στη συμβολή μιας κοιλάδας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της πρόσφατης πολεοδομικής εξέλιξης είναι ο σχηματισμός μεγάλων οικισμών, ιδιαίτερα στις μεταλλευτικές και βιομηχανικές ζώνες, και κυρίως στο Ρουρ. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας, κατ’ αλφαβητική σειρά, είναι (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2001· για περισσότερες πληροφορίες, βλ. αντίστοιχα λήμματα των πόλεων): Αμβούργο (Ηamburg, 1.726.363), Ανόβερο (Ηannover, 512.200), Βερολίνο (Βerlin, 3.388.434), Βόνη (Βonn, 304.10), Βούπερταλ (Wuppertal, 370.700), Βρέμη (Βremen, 659.651), Δρέσδη (Dresden, 477.700), Ερφούρτη (Εrfurt, 202.100), Έσεν (Εssen, 600.700), Κολονία (Κöln, 963.200), Λειψία (Leipzig, 490.000), Μαγδεμβούργο (Μagdeburg, 238.000), Μόναχο (München, 1.193.600), Ντίσελντορφ (Düsseldorf, 202.100), Ντόρτμουντ (Dortmund, 477.700), Νυρεμβέργη (Nürnberg, 486.400), Ροστόκ (Rostock, 205.900), Στουτγάρδη (Stüttgart, 581.200), Φρανκφούρτη (Frankfurt am Μain, 644.700), Χάλε (Ηalle, 258.500) κ.ά.Το οικονομικό θαύμα της Δυτικής Γ. Οι τεχνικοί και πολιτικοί συντελεστές που έφεραν τη Γ. στις σημερινές διαστάσεις του οικονομικού γίγαντα ήταν αναμφισβήτητα πολυάριθμοι, συνδεόμενοι στο σύνολό τους με τη Δυτική Γ. Με τη νομισματική μεταρρύθμιση στη Δυτική Γ. δημιουργήθηκε ένα υγιές και πολύ ισχυρό νόμισμα. Η καταναλωτική πολιτική συνδυάστηκε με την προσπάθεια ανασυγκρότησης και ακολούθησε φιλελεύθερες τάσεις –που αμβλύνονταν από μερικά μέτρα που απέβλεπαν στην ανακούφιση των ασθενέστερων τάξεων– σύμφωνα με το πρότυπο μιας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όπως ονομάστηκε από τον πρωτεργάτη της, τον υπουργό της Οικονομίας Λούντβιχ Έρχαρτ. Πραγματικά, οι αρχικές δυσκολίες υπερνικήθηκαν με την αποφασιστική βοήθεια των χρηματοδοτήσεων του σχεδίου Μάρσαλ, με τις βοήθειες που προέβλεπε η GΑRΙΟΑ (Government Αppropriations for Relief in Οccupied Αreas) και άλλων διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών, που εξασφαλίστηκαν με την υποστήριξη των δυτικών δυνάμεων. Άλλος συντελεστής που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανόρθωση ήταν τα άφθονα ειδικευμένα και φτηνά εργατικά χέρια. Στις επόμενες φάσεις, η αφθονία γαιανθράκων, η παραγωγική συγκέντρωση της βιομηχανίας, που είχε ανασυγκροτηθεί έπειτα από τους προσωρινούς μεταπολεμικούς περιορισμούς, το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, τα σχετικά χαμηλά ημερομίσθια επέτρεψαν την αυτοχρηματοδότηση πανίσχυρων επιχειρήσεων. Ο ανταγωνισμός ώθησε στον συνεχή εκσυγχρονισμό του παραγωγικού μηχανισμού με αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα στην απόδοση. Οι ογκώδεις επενδύσεις στις ερευνητικές εργασίες άρχισαν να αποδίδουν καρπούς. Η εμφάνιση οργανισμών συνεργασίας μεταξύ πολλών ευρωπαϊκών κρατών (η ΕΚΑΧ και κατόπιν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) ευνόησε την πολιτική των εξαγωγών. Το ισχυρό εμπόριο με το εξωτερικό και η εντατική προσφυγή στις διεθνείς πιστώσεις βοήθησαν στη συνέχεια την οικονομική ανάπτυξη, αν και βαθμιαία επιβράδυναν τον ρυθμό της, παρότι η τεχνική πρόοδος παρέμεινε σταθερή. Η μέση ετήσια αύξηση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος είναι εύγλωττο παράδειγμα: από το επίπεδο του 9% της περιόδου 1950-60 κατέβηκε στο 6% κατά την επόμενη δεκαετία κατά μέσο όρο για να σταθεροποιηθεί στο 4-5% στη δεκαετία 1965-75. Αποφασιστική φαίνεται η μείωση της πραγματικής προσφοράς στο εσωτερικό ειδικευμένων εργατών από τη στιγμή που απορροφήθηκαν οι άνεργοι. Καθώς περιοριζόταν η αύξηση του ενεργού πληθυσμού –με την επέκταση του ορίου της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και της μείωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης– έγινε όλο και μεγαλύτερη η προσφυγή στην εργασία των γυναικών και των ξένων εργατών. Από το άλλο μέρος αυξήθηκαν οι μισθολογικές διεκδικήσεις, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας έτεινε να σταθεροποιηθεί, έστω και σε υψηλά επίπεδα. Τα ευνοϊκά αποτελέσματα που είχαν σημειωθεί από την προοδευτική απελευθέρωση των ανταλλαγών και από την εισαγωγή κεφαλαίων, που διευκόλυνε τις επενδύσεις και βελτίωσε την τεχνολογία και τη διεύθυνση, περιορίζονταν σιγά-σιγά ώστε να γίνουν παράγοντες ανισορροπίας. Η βαθμιαία εμπορική ενσωμάτωση στην ΕΟΚ και το άνοιγμα προς τις ξένες αγορές έκαναν τον οικονομικό μηχανισμό πιο ευαίσθητο στον εισαγόμενο πληθωρισμό, ενώ η εισροή κεφαλαίων έκανε δυσκολότερη την εσωτερική σταθερότητα. Μεταξύ 1955-75, από τη συγκριτική εξέταση των διαφόρων δεικτών συνάγονται πέντε κύκλοι σχεδόν αδιάκοπης ανάπτυξης. Μόνο από το 1967 σημειώθηκε ύφεση, έστω και συγκρατημένη, την οποία ακολούθησε μία φάση ανάπτυξης χωρίς επαρκή έλεγχο, που χαρακτηρίστηκε από τη δραστική εφαρμογή μέτρων περιορισμού των επενδύσεων. Η γερμανική οικονομία βγήκε σύντομα από αυτή την καθοδική φάση ενώ επιτεύχθηκαν και πάλι καλά επίπεδα ανάπτυξης χάρη στη γρήγορη αύξηση των εξαγωγών, αν και το κόστος και οι τιμές δεν ξαναβρήκαν την παλιά σταθερότητα. Στη δεκαετία 1970-80 η νομισματική πολιτική υπονομεύτηκε συχνά από την κρίση του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Έγινε τότε προσπάθεια να γίνει η γερμανική οικονομία λιγότερο ευάλωτη από τις εξωτερικές διαταραχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εφαρμόστηκαν κανόνες διευθυνόμενης οικονομίας και χωρίς να διαταραχτούν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ ή τους εταίρους της ΕΟΚ. Ενισχύθηκε, τέλος, η ζήτηση δημοσίων επενδύσεων, στον τομέα της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ασφάλισης, των μεταφορών και των συγκοινωνιακών μέσων. Για την επίτευξη αυτών των αντικειμενικών στόχων αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία στη συντονισμένη ενέργεια, δηλαδή σε μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των επιχειρηματιών και των εργατικών συνδικάτων, με σκοπό τη συγκράτηση των διεκδικήσεων μέσα σε ορισμένα πλαίσια και την εξασφάλιση ισορροπημένης σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οι επιπτώσεις της ενοποίησης. Η γερμανική οικονομία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε με την ενοποίηση, είναι η πιο δυναμική ευρωπαϊκή οικονομία και η ίδια η Γ. μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες στον κόσμο. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο πρώην κράτη, Δυτική και Ανατολική Γ., έχουν περιοριστεί σημαντικά, αλλά υπάρχουν ακόμη διαφορές που εμφανίζονται κυρίως στο οικονομικό επίπεδο. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) μειώθηκε το 1993 κατά 1,35%, ενώ το 1994 αυξήθηκε κατά 2,8%. Το 2001 άγγιζε περίπου τα 2.174.000 εκατ. δολ. ΗΠΑ ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα έφτανε τα 26.200 δολ. ΗΠΑ. Η αγροτική οικονομία απασχολεί περίπου το 6% του ενεργού πληθυσμού, η βιομηχανία το 41%, ενώ το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό απασχολείται στον τομέα των υπηρεσιών. Τα βασικά γεωργικά προϊόντα είναι πατάτες, ζαχαρότευτλα, κριθάρι και σιτάρι. Οι κτηνοτρόφοι της Γ. εκτρέφουν κυρίως αγελάδες (16,2 εκατ.) και χοίρους (26,5 εκατ.). Επίσης, υπάρχει μια παραγωγή που πλησιάζει τους 250.000 τόνους αλιευμάτων τον χρόνο. Βασικά ορυκτά της Γ. είναι οι γαιάνθρακες, η ποτάσα, το φυσικό αέριο, ο σίδηρος και το ουράνιο. Στον βιομηχανικό τομέα οι δραστηριότητες καλύπτουν ναυπηγεία, αυτοκίνητα, χημικά προϊόντα, μεταλλικά προϊόντα, ηλεκτρονικές συσκευές και τρόφιμα. Η αυτοκινητοβιομηχανία είναι μία από τις βασικότερες βιομηχανικές δραστηριότητες της Γ. Ο πληθωρισμός είναι σε χαμηλά επίπεδα (2% το 2000), αν και επηρεάστηκε αρνητικά το 2002 από τη νομισματική αλλαγή με το ευρώ. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η γερμανική οικονομία είναι εκείνο της ανεργίας –ιδιαίτερα στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γ.– που φτάνει το 9,9%.Αν και σε δευτερεύουσα θέση, σε σχέση με τη βιομηχανία και το εμπόριο, η γεωργία παίζει και αυτή σημαντικό ρόλο στον οικονομικό τομέα. Στον πρωτογενή τομέα απασχολείται πάνω από το 6% του ενεργού πληθυσμού. Αλλά, όσο μικροί κι αν είναι οι αριθμοί, οι τεχνικές και οργανωτικές όψεις είναι αξιόλογες. Σήμερα η Γ. καλύπτει μόνο μέρος των αναγκών της σε αγροτικά προϊόντα και είναι υποχρεωμένη να εισάγει μεγάλες ποσότητες τροφίμων για να θρέψει τον πυκνό βιομηχανικό πληθυσμό της. Το έδαφος δεν είναι εξαιρετικά γόνιμο, αλλά χάρη στην τεχνική ανάπτυξη οι αποδόσεις είναι αξιόλογες. Περιορισμένα είναι και τα εδάφη που προορίζονται για άροση ή δενδροκαλλιέργεια. Στην προσπάθεια να πετύχουν χαμηλό κόστος παραγωγής και να προσαρμόσουν τα αγροτικά εισοδήματα με τα εισοδήματα των άλλων οικονομικών τομέων, οι γεωργοί υποχρεώθηκαν να αναπροσαρμόσουν τις καλλιέργειές τους. Από το 1990 η συνεχώς αυξανόμενη μηχανοποίηση της γεωργίας ενίσχυσε σημαντικά τον όγκο των γεωργικών προϊόντων, αλλά η γεωργία, συγκρινόμενη με τη βιομηχανία της Γ., είναι η φτωχή αδελφή. Περισσότερο από το 30% της γερμανικής γης καλλιεργείται. Το κριθάρι (μπίρα) και τα σταφύλια (κρασί, στην κοιλάδα του Ρήνου) είναι από τα πιο σημαντικά προϊόντα. Τα δημητριακά αρτοποιίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η σίκαλη, παράγονται σε ποσότητες που δεν επαρκούν για τις εθνικές ανάγκες και απαιτείται η προσφυγή σε μεγάλες εισαγωγές. Το σιτάρι καλλιεργείται ειδικά στα εδάφη της ζώνης των Βörden, στα εύφορα προσχωματικά εδάφη του Κάτω Ρήνου και στις μεγάλες κοιλάδες της Σουηβίας, της Φραγκονίας, της Σαξονίας και της Θουριγκίας. Η σίκαλη καλλιεργείται καλύτερα σε ψυχρότερες περιοχές και φτωχότερα εδάφη: είναι το τυπικό δημητριακό στα βαθύπεδα δυτικά του Έλβα, ενώ συχνά μάλιστα αλέθεται και χρησιμοποιείται στην αρτοποιία. Η βρόμη, που χρησιμοποιείται κυρίως ως κτηνοτροφή, καλλιεργείται εκτεταμένα στις βορειοδυτικές περιοχές, στο Χόλσταϊν και στη Φρισία. Το κριθάρι, που καλλιεργείται κυρίως στη Φραγκονία και στη Βαυαρία, σημείωσε μεγάλη αύξηση σε παραγωγή και ποσοστό καλλιεργούμενης έκτασης, ιδιαίτερα στις βόρειες περιοχές όπου το κλίμα ευνοεί τις χειμωνιάτικες ποικιλίες. Εξαιρετικά μεγάλη σημασία έχει η καλλιέργεια της πατάτας, που στο γερμανικό διαιτολόγιο θεωρείται υποκατάστατο του ψωμιού. Η πατάτα είναι διαδεδομένη σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα όμως στη μέση κοιλάδα του Ρήνου, στο Έσεν και στο Παλατινάτο. Αύξηση σημειώνει η καλλιέργεια ζαχαρότευτλων. Ανάμεσα στα άλλα βιομηχανικά φυτά είναι ο λυκίσκος. Η καλλιέργεια του καπνού περιορίζεται στις αρκετά θερμές και ηλιόλουστες ζώνες της νοτιοδυτικής Γ.: βόρειο Μπάντεν και Παλατινάτο, με καπνεργοστάσια στο Μόναχο και στη Στουτγάρδη. Από τις υφαντικές ίνες καλλιεργείται το λινάρι. Στο λεκανοπέδιο του Ρήνου είναι ανεπτυγμένη η οπωροκαλλιέργεια, ιδιαίτερα των μήλων και των δαμάσκηνων, που υπάρχουν και σε όλο το μήκος του Ρήνου. Η κηπουρική είναι ανεπτυγμένη κοντά στις αγορές κατανάλωσης που είναι οι μεγάλες πόλεις, ενώ η αμπελουργία, περιορισμένη από ευνόητους κλιματολογικούς λόγους, προσφέρει οπωσδήποτε προϊόντα ανώτερης ποιότητας (τα γνωστά κρασιά του Ρήνου και του Μοζέλα). Οι δασικές περιοχές στη Θουριγκία, στο Χαρτς, στο τμήμα μεταξύ Έλβα και Όντερ, αλλά και αλλού προσφέρουν οικοδομική ξυλεία και πρώτη ύλη για βιομηχανική εκμετάλλευση.Στη Γ., τα κτηνοτροφικά προϊόντα συμβάλλουν σημαντικά στην κάλυψη των καταναλωτικών αναγκών. Η εκτροφή αγελάδων είναι αρκετά εντατική και εξαιρετικά παραγωγική και αποδοτική. Οι μεγάλοι αλπικοί βοσκότοποι της Βαυαρίας, της Σουηβίας, του Χοεντσόλερν και ιδιαίτερα οι πλουσιότατοι του Αλγκόι διατίθενται για γαλακτοφόρες αγελάδες εξαιρετικής ράτσας. Πολύ διαδεδομένη είναι και η χοιροτροφία. Η Γ. είναι η πρώτη χώρα της ΕΕ στην παραγωγή χοιρινών. Η προβατοτροφία ελαττώνεται συνεχώς όσο περιορίζονται οι βοσκότοποι, ενώ ο αριθμός των αλόγων, που χρησιμοποιούνται όλο και λιγότερο στις αγροτικές εργασίες, λιγοστεύει από χρόνο σε χρόνο. Αλιεία. Πολύ ανεπτυγμένη είναι η αλιεία, παραδοσιακή απασχόληση που σημείωσε τη μεγαλύτερή ανάπτυξή της ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όταν παρουσιάστηκε εντονότερη η ανάγκη εξασφάλισης τροφίμων. Έπειτα από τις μεγάλες καταστροφές που υπέστη από τον πόλεμο, ο αλιευτικός στόλος ανασυγκροτήθηκε γρήγορα, ακόμα και με τη συμβολή της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών που παραιτήθηκαν από την αξίωση των πλοίων που έπρεπε να τους παραδοθούν ως λεία πολέμου. Η αλιεία στα εσωτερικά νερά και στις παράκτιες θάλασσες είναι σχετικά μικρή, ενώ αντίθετα είναι σημαντικότερη η μεγάλη αλιεία των ανοιχτών θαλασσών, που γίνεται στη Βόρεια θάλασσα, κοντά στις ακτές της Ισλανδίας, στη Γροιλανδία, στη Νέα Γη και στη θάλασσα του Μπάρεντς, όπου γίνεται από ολόκληρους στολίσκους με σύγχρονο εξοπλισμό, που έχουν τις βάσεις τους στα μεγάλα αλιευτικά λιμάνια Μπρέμερχαφεν, Κούξχαφεν, Αμβούργο-Αλτόνα. Επίσης, σημαντικά λιμάνια είναι τα Ζάσνιτς, Ροστόκ, Στράσλουντ, Έμντεν, Βιλχελμσχάφεν, Χούζουμ, Φλένσμπουργκ, Κιέλου και Λίμπεκ.Οι αρχαίοι Γερμανοί. Οι αρχαιότεροι εγκατεστημένοι γερμανικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη μπορούν να εντοπιστούν στη ζώνη ανάμεσα στις απέναντι ακτές της Βαλτικής θάλασσας, μεταξύ της νότιας Σουηδίας και του Σλέσβιχ. Σιγά-σιγά οι Γερμανοί μετακινήθηκαν προς τα νότια, ώσπου κατά τον 1ο αι. π.Χ. έφτασαν να κατέχουν την περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον Ρήνο και στις Άλπεις, στον Δούναβη και στον Βιστούλα. Στο πλήθος των φυλών μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες ομάδες: τους βόρειους Γερμανούς (Σκανδιναβούς), τους ανατολικούς Γερμανούς (Γότθους, Βανδάλους, Βουργουνδούς, Γεπίδες, Ρούγιους), τους δυτικούς Γερμανούς (Τριβόκους, Βαγγιώνους, Βαταβούς, Φρίσιους, Σέμνωνες, Λογγοβάρδους, Μαρκομάνους, Κουάδους κλπ.). Οι φυλές αυτές δεν είχαν άλλη κρατική συγκρότηση από την οικογενειακή-φυλετική ενότητα της φατρίας. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. πόλεμος) υποτάσσονταν σε έναν αρχηγό και δημιουργούσαν μεγαλύτερες ομάδες τις οποίες εκπροσωπούσαν οι βασιλιάδες, οι δούκες και οι άρχοντες. Παράλληλα σχηματίστηκαν κοινότητες που είχαν ως ανώτατο συντακτικό όργανο το Ding, ένοπλη συνέλευση στην οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι ελεύθεροι άντρες. Παρά το γεγονός ότι μεταξύ 113 π.Χ. και 15 μ.Χ. οι Γερμανοί ήρθαν συχνά σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους, η χώρα υπέστη ελάχιστα και μόνο έμμεσα την επίδραση του ρωμαϊκού πολιτισμού. Η εδαφική εγκατάσταση των γερμανικών πληθυσμών έγινε κατά τα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., και μετά την κάθοδο των Ούννων στην ανατολική Ευρώπη (375 μ.Χ.). Η εγκατάσταση, η χειραφέτηση και η επέκταση των γερμανικών πληθυσμών που μπήκαν στο ρωμαϊκό έδαφος ως φοιδεράτοι συνεχίστηκε με την κατάληψη της αυτοκρατορίας και με την ίδρυση των γερμανικών κρατών στην Ισπανία, στην Αφρική, στη Γαλατία και στην Ιταλία. Οι κοινότητες αυτές δεν συνδέονταν πια μεταξύ τους με φυλετικούς δεσμούς, αλλά με δυναστικές-οικογενειακές σχέσεις, κάτι που αποτέλεσε τον πρόλογο της δημιουργίας των νεότερων κρατών και αργότερα του έργου πολιτικής και θρησκευτικής ενοποίησης που επιτέλεσε ο Καρλομάγνος, ιδρυτής (800) της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από τους Καρολίδες στην αυτοκρατορία των Σαξόνων. Η ενότητα των γερμανικών λαών πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 9ο αι. με την καρολίγγεια αυτοκρατορία που περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χριστιανικής Δύσης και εκτεινόταν από τον Έλβα έως τα Πυρηναία και μέχρι πέρα από τον Δούναβη, μεταξύ Δράβου και Σάβου. Συνδέοντας σε έναν συμπαγή οργανισμό τους λαούς που είχε υποτάξει, ο Καρλομάγνος πραγματοποίησε ένα μεγαλειώδες έργο διοικητικής και κρατικής οργάνωσης που έτεινε στην εξαφάνιση των χωριστικών τάσεων των δουκάτων. Η κρατική ενότητα της αυτοκρατορίας δεν επέζησε όμως μετά τον θάνατό του. Με τη συνθήκη του Βερντέν (843) η αυτοκρατορία διαιρέθηκε στη δυτική Γαλλία, που παραχωρήθηκε στον Κάρολο τον Φαλακρό, στη Λοθαριγγία που αποδόθηκε στον Λοθάριο Α’ και στην ανατολική Γαλλία που προσφέρθηκε στον Λουδοβίκο τον Γερμανικό. Αυτή η τελευταία, στην οποία κατοικούσαν γερμανικοί πληθυσμοί, κατείχε ήδη μια πολιτική ενότητα, γιατί είχε σχηματιστεί από τα δουκάτα της Βαυαρίας, της Σαξονίας, της Φραγκονίας και της Σουηβίας, με τα οποία συνδέθηκε η Λορένη με τη συνθήκη του Μέρσεν (870), ενώ διαμελίστηκε το βασίλειο της Λοθαριγγίας. Με τον θάνατο του Λουδοβίκου Δ’ του Παιδός (900-911) έσβησε η καρολίγγεια δυναστεία και το στέμμα πέρασε σε γερμανικά χέρια, πρώτα με τον Κοράδο Α’ της Φραγκονίας, και έπειτα με τον οίκο της Σαξονίας, που είχε γενάρχη τον Ερρίκο Α’ (919-936), ο οποίος περιορίστηκε στην ενίσχυση των ανατολικών συνόρων επιδιώκοντας στο εσωτερικό πολιτική ανόρθωση της βασιλικής εξουσίας, που ολοκληρώθηκε πραγματικά από τον γιο του Όθωνα Α’ τον Μεγάλο (936-973). Αυτοί δημιούργησαν τη νέα εκκλησιαστική φεουδαρχία των επισκόπων-κομήτων που, χωρίς να είναι κληρονομική, τους διασφάλιζε από τις δυναστικές φιλοδοξίες. Ο Όθωνας επίσης επεξέτεινε και προς την Ιταλία τα ενδιαφέροντα του βασιλείου του. Το 962 στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα Ιωάννη ΙΒ’ και έτσι ενέταξε την Εκκλησία υπό την προστασία του, παρέχοντας στον εαυτό του το δικαίωμα να επικυρώνει την εκλογή του εκάστοτε πάπα (Ρrivilegium Οthonis, 963). Την εποχή της βασιλείας του Όθωνα Β’ (973-983), του Όθωνα Γ’ (938-1002) και του Ερρίκου Β’ (1002-24) η αυτοκρατορική εξουσία άρχισε να κλονίζεται από τις εξεγέρσεις στα ανατολικά σύνορα και από το επιθετικό και αυτονομιστικό πνεύμα των τοπικών ηγεμόνων. Η σαλική και η σουηβική δυναστεία. Όταν με τον Ερρίκο Β’ έσβησε η σαξονική δυναστεία, το στέμμα πέρασε στον Κοράδο Β’ τον Σαλικό (1024-1039) του οίκου της Φραγκονίας, που προσάρτησε το βασίλειο της Βουργουνδίας και προσπάθησε να ενισχύσει την κεντρική πολιτική εξουσία (Constitutio de feudis, 1037). Η πολιτική του Κοράδου Β’ συνεχίστηκε από τον Ερρίκο Γ’ (1039-56) και τον Ερρίκο Δ’ (1056-1106), ο οποίος, αφού υπέταξε οριστικά τους Σάξονες στο Χόμπουργκ (1075), αναγκάστηκε να δώσει σκληρή μάχη με τον πάπα Γρηγόριο Ζ’ που με την εγκύκλιο Dictatus papae (1075) διεκδικούσε το δικαίωμα να διορίζει επισκόπους και δεν αναγνώριζε καμία ανώτερη κοσμική εξουσία. Ο Ερρίκος Δ’, με την πράξη υποταγής στην Κανόσα (1077), κατόρθωσε να ανοίξει τον δρόμο για έναν συμβιβασμό, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να ανατραπεί από τον συνασπισμό που είχαν σχηματίσει οι αριστοκράτες και η Εκκλησία. Η πάλη τελείωσε μόνο με το κονκορδάτο του Βορμς (1122) που υπέγραψε ο Ερρίκος Ε’ (1106-25): στην πράξη, αναγνωρίστηκε στην αυτοκρατορία δικαίωμα ελέγχου στην εκλογή επισκόπων, ενώ στην Εκκλησία αναγνωρίστηκε η ηγεμονία στο πνευματικό πεδίο. Κατά τον 12ο αι., το αυτοκρατορικό αξίωμα απέκτησε μεγάλη λαμπρότητα με τον Φρειδερίκο Α’ του Χοενστάουφεν, τον θρυλικό Μπαρμπαρόσα (1152-90). Ο Μπαρμπαρόσα διαφώνησε ανοιχτά με τον πάπα, πολέμησε με τις ιταλικές κοινότητες –από τις οποίες τελικά νικήθηκε– και αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τις κοινοτικές ελευθερίες που καθορίστηκαν με την Ειρήνη της Κωνστάντιας (1183). Τα τελευταία χρόνια, ο Μπαρμπαρόσα τα διέθεσε στη δόξα της αυτοκρατορίας: υπέταξε τον στασιαστή εξάδελφό του Ερρίκο τον Λέοντα της Σαξονίας, ένωσε στο στέμμα του το βασίλειο της Σικελίας με τον γάμο του γιου του Ερρίκου με την Κοστάντσα της Αλταβίλα και, τέλος, ηγήθηκε της Γ’ Σταυροφορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας πνίγηκε σε ένα ποτάμι. Μετά τον θάνατο του Φρειδερίκου Α’, ούτε ο γιος του Ερρίκος ΣΤ’ (1190-97) ούτε οι αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν στον θρόνο κατόρθωσαν να ενισχύσουν το γόητρο της αυτοκρατορίας. Με τον Φρειδερίκο Β’ (1215-50) τα ενδιαφέροντα της αυτοκρατορίας στράφηκαν κυρίως προς την Ιταλία. Ο αυτοκράτορας εξασφάλισε τη Σικελία, η οποία στην εποχή του έγινε ισχυρό κέντρο πνευματικής ακτινοβολίας, σημείο σύγκρουσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τον ισλαμικό κόσμο. Αυτή την εποχή άρχισε και ο αποικισμός της Βαλτικής, ενώ σημειώθηκε η μεγάλη ακμή των ρηνανικών πόλεων –που το 1254 ενώθηκαν στη Ρηνανική Ένωση– και η άνθηση των χανσεατικών πόλεων (Λίμπεκ, Βρέμη και Αμβούργο). Στο μεταξύ, οι Τεύτονες ιππότες εκγερμάνισαν τις ανατολικές περιοχές της Σιλεσίας και της Πομερανίας, δημιουργώντας εκεί έναν ικανό διοικητικό μηχανισμό. Με τον θάνατο του Φρειδερίκου Β’ διαλύθηκε οριστικά η ενιαία αυτοκρατορία. Οι δυναστείες της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου. Η μεσοβασιλεία (1250-73) υπήρξε περίοδος κατά την οποία οι τυπικές δυνάμεις, σε συνεχή αγώνα μεταξύ τους, κυβέρνησαν μια χώρα που δεν είχε πια ούτε καν τυπική ενότητα. Τελικά, οι Γερμανοί πρίγκιπες, αφού απέκρουσαν τις υποψηφιότητες των ισχυρότερων δουκών, εξέλεξαν για αυτοκράτορα τον κόμη Ροδόλφο των Αψβούργων (1273-91), ο οποίος εφάρμοσε μια έξυπνη πολιτική εδαφικής σταθεροποίησης της Γ. και έθεσε τις βάσεις για την επέκταση του οίκου της Αυστρίας συντρίβοντας τον βασιλιά της Βοημίας Ότοκαρ (1278). Την ίδια κατεύθυνση ακολούθησε ο Αλβέρτος (1298-1308), μετά τον θάνατο του οποίου οι πρίγκιπες, για να εξουδετερώσουν την επικίνδυνη ηγεμονία του οίκου της Αυστρίας, εξέλεξαν τον Ερρίκο Ζ’ του Λουξεμβούργου (1308-13). Μετά τον θάνατό του διεκδίκησαν τη βασιλεία ο Λουδοβίκος Βίτελσμπαχ της Βαυαρίας και ο Φρειδερίκος της Αυστρίας, ο οποίος αναγκάστηκε να υποταχθεί στον πρώτο. Η βασιλεία του Λουδοβίκου (1314-46) χαρακτηρίστηκε κυρίως από μια προσπάθεια χειραφέτησης από την Εκκλησία της Ρώμης. Το 1338 διακήρυξε στη Δίαιτα της Ρενς ότι ήταν περιττή η παπική έγκριση για την εκλογή του αυτοκράτορα. Ο Κάρολος Δ’ του Λουξεμβούργου (1346-78) που τον διαδέχτηκε προχώρησε ακόμα παραπέρα. Με τη Χρυσή Βούλα (1356) όρισε ότι ο αυτοκράτορας εκλεγόταν από την πλειοψηφία των εκλεκτόρων, κατάργησε τις παπικές αναμείξεις και καθιέρωσε την εδαφική κυριαρχία των πριγκίπων. Όταν έσβησε ο οίκος του Λουξεμβούργου, το στέμμα πέρασε στον Αλβέρτο Β’ της Αυστρίας (1438-39) και από τη στιγμή εκείνη το αυτοκρατορικό αξίωμα έμεινε στους Αψβούργους. Η αυτοκρατορία αντιμετώπισε σοβαρή κρίση κατά τη βασιλεία του Φρειδερίκου Γ’ (1440-93). Ενώ στη Δύση σχηματίζονταν οι μεγάλες εθνικές μοναρχίες, στη Γ. πολλαπλασιαζόταν ο εδαφικός τεμαχισμός: η Ουγγαρία, η Βοημία, η Σιλεσία, το Σλέσβιχ–Χόλσταϊν αποσπάστηκαν από τη γερμανική επιρροή, η Βουργουνδία ανέπτυξε δική της, πιο ανεξάρτητη πολιτική, ο ελβετικός σύνδεσμος διεκδικούσε την ανεξαρτησία του. Έτσι άρχισε η περίοδος του περιορισμού της αυτοκρατορίας στις κατεξοχήν γερμανικές διαστάσεις της. Ο Μαξιμιλιανός Α’ (1493-1519), χάρη στις επιτυχίες του εναντίον των Τούρκων και στους δεσμούς που συνήψε με την άνοδο στον θρόνο της Ισπανίας του ανιψιού του Καρόλου Ε’, έγινε ο εκφραστής των απαιτήσεων για την εσωτερική μεταρρύθμιση της αυτοκρατορίας. Παρά τις προσπάθειές του όμως για το ξεπέρασμα του εδαφικού κατακερματισμού, η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται ριζικά και έτσι έφτασε μέχρι την προτεσταντική μεταρρύθμιση που βρίσκεται στη βάση της νεότερης Γ. Η Μεταρρύθμιση και η γέννηση της νεότερης Γ. Η πράξη διαμαρτυρίας του Αυγουστίνου μοναχού Μαρτίνου Λουθήρου (1483-1546), που πήρε συγκεκριμένη μορφή στις 31 Οκτωβρίου 1517 με την ανάρτηση στην πύλη του μητροπολιτικού ναού της Βίτενμπεργκ του κειμένου με τις 95 θέσεις του, ήταν η σπίθα που επρόκειτο να χωρίσει στα δύο τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία, ακόμα και επειδή εκδηλώθηκε σε ένα έδαφος που ήταν πρόσφορο για την ανανέωση. Στην πραγματικότητα, η αυτονομιστική τάση των γερμανικών κρατών προσέκρουε τόσο στη φορολογική αφαίμαξη που ασκούσε η Εκκλησία με την πώληση συχωροχαρτιών όσο και στην απολυταρχική ανάμειξη του Καρόλου Ε’ (1519-56), ενώ σε ολόκληρη τη Γ. επικρατούσε ζωηρό αίσθημα ηθικής αναγέννησης μπροστά στη διαφθορά της παπικής αυλής της Ρώμης. Ταυτόχρονα, ξέσπασαν τα πρώτα μεγάλα μαζικά κινήματα διαμαρτυρίας της νεότερης Γ.: η μικρή αριστοκρατία με αρχηγούς τον Φραντς φον Ζίκινγκεν και τον Ούλριχ φον Χούτεν εξεγέρθηκε κατά της καταπιεστικής εκκλησιαστικής εξουσίας (1522-23). Οι χωρικοί της κεντρικής-νότιας Γ., της Αυστρίας και της Αλσατίας ξεσηκώθηκαν εναντίον των φεουδαρχών (1524-25)· με αρχηγό τον Τόμας Μίντσερ, οι χωρικοί έκαναν σημαία τη Μεταρρύθμιση για να πολεμήσουν την εξουσία των αρχόντων και της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος, συνεπής προς τις θεοκρατικές ιδέες του, αποκήρυξε το κίνημα των χωρικών και οι μεγάλοι φεουδάρχες κατέστειλαν την αγροτική εξέγερση με αφάνταστη αγριότητα. Μπροστά σε αυτά τα γεγονότα, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, που ήταν απασχολημένος με τους πολέμους εναντίον της Γαλλίας για την κατοχή της Ιταλίας, τήρησε στάση αναμονής, αφού αποκήρυξε τον Λούθηρο στη Δίαιτα του Βορμς (1521), λίγο μετά τον αφορισμό του από τον πάπα Λέοντα Ι’. Όταν αποφάσισε να επέμβει άμεσα υπέρ της καθολικής εκκλησίας, πρώτα με τις δύο Δίαιτες της Σπάγερ (1526 και 1529) και έπειτα με τη Δίαιτα της Αυγούστας (1530), οι λουθηρανικές δυνάμεις οργανώθηκαν στην Ένωση της Σμαλκάλδης (1530), με αρχηγούς τους προτεστάντες ηγεμόνες. Ο αγώνας ήταν μακροχρόνιος και, μολονότι τελικά η Ένωση νικήθηκε, οι λουθηρανικές δυνάμεις αναδιοργανώθηκαν από τον Μαυρίκιο της Σαξονίας και εξανάγκασαν τον αυτοκράτορα να δεχτεί την Ειρήνη της Αυγούστας (1555). Ήταν στην πραγματικότητα μια πολιτική-θρησκευτική ανακωχή που επικύρωνε την οριστική αναγνώριση του λουθηρανισμού ως δεύτερης θρησκείας. Με την αρχή cuius regio eius religio οριζόταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να ακολουθούν τη θρησκεία των κρατών στα οποία ανήκαν. Έτσι, ενώ καθιερωνόταν η θρησκευτική κυριαρχία των ηγεμόνων στο έδαφός τους, εξαφανίζονταν τα φορολογικά προνόμια της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Τριακονταετής πόλεμος και η άνοδος της Πρωσίας. Οι εσωτερικοί πολιτικοί και θρησκευτικοί αγώνες που προκλήθηκαν από το αντιμεταρρυθμιστικό έργο του Ροδόλφου Β’ των Αψβούργων (1576-1612) προκάλεσαν την αντίδραση των Διαμαρτυρόμενων ηγεμόνων που συνασπίστηκαν στην Προτεσταντική Ένωση (1608), με επικεφαλής τον εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο Ε’. Έπειτα από λίγο αντιτάχθηκε σε αυτήν η Καθολική Ένωση (1609), με αρχηγό τον Μαξιμιλιανό της Βαυαρίας. Έτσι, από μια φάση έντασης η κατάσταση πέρασε σε μια φάση απροκάλυπτης σύγκρουσης μεταξύ διαμαρτυρομένων και καθολικών, στην αρχή επί αυτοκρατορίας του Ματθία (1612-19) και κατόπιν επί Φερδινάνδου Β’ (1619-37). Αυτή ήταν και η αρχή του Τριακονταετούς πολέμου (1618-48) κατά τον οποίο τη Γ. διέτρεχαν και κατέστρεφαν οι στρατοί όλης της Ευρώπης. Η πρώτη φάση της σύγκρουσης τελείωσε με τη νίκη των Αψβούργων. Στον πόλεμο, όμως, αναμείχθηκαν τόσο η Γαλλία του Ρισελιέ όσο και οι ηγεμόνες της Δανίας και της Σουηδίας. Ιδιαίτερα επικίνδυνη για την αυτοκρατορία ήταν η εισβολή του Γουσταύου Αδόλφου της Σουηδίας, που νίκησε πολλές φορές τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, ώσπου βρήκε τον θάνατο στη Λίτσεν (1632) πολεμώντας εναντίον του Βάλενσταϊν. Η κατοπινή επέμβαση της Γαλλίας επισφράγισε τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του πολέμου, που τελείωσε με τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648). Η αυτοκρατορική εξουσία περιορίστηκε με την παραχώρηση πλήρους εδαφικής κυριαρχίας στα 350 μικρά και μεγάλα κράτη που αποτελούσαν το μωσαϊκό της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Η αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας, συνέπεια της θρησκευτικής ειρήνης, επισφράγισε την ελεύθερη επέκταση του προτεσταντισμού και του καλβινισμού. Ενώ ο αυτοκράτορας έχανε τον άμεσο έλεγχο του Ράιχ (αυτοκρατορία), άρχιζε η άνοδος του πρωσικού κράτους, που γνώρισε ιδιαίτερη ακμή επί Φρειδερίκου Γουλιέλμου των Χοεντσόλερν (1640-88), ο οποίος έθεσε τις βάσεις του απολυταρχικού κράτους, εγκατέστησε στη χώρα του τους καλβινιστές, οι οποίοι έφυγαν από τη Γαλλία μετά την ανάκληση του διατάγματος της Ναντ (1685) και απάλλαξε το δουκάτο της Πρωσίας από την επικυριαρχία του βασιλιά της Πολωνίας. Ο γιος του Φρειδερίκος Α’ (1688-1713) έκανε την Πρωσία βασίλειο (1701) με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α’. Η ενίσχυση της στρατιωτικής δομής της Πρωσίας ήταν το κύριο έργο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α’ (1713-40) που αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στα εσωτερικά προβλήματα του κράτους και δημιούργησε στρατό από 80.000 άντρες. Αυτός που πραγματικά ανέδειξε την Πρωσία σε ευρωπαϊκή δύναμη, ήταν ο Φρειδερίκος Β’, ο επιλεγόμενος Μέγας (1740-86). Το μεταρρυθμιστικό του έργο ήταν εξαιρετικής σημασίας: ενίσχυσε τον διοικητικό μηχανισμό του κράτους, προώθησε τις πνευματικές δραστηριότητες, επέβαλε για πρώτη φορά την υποχρεωτική σχολική φοίτηση, ανέπτυξε με εγγειοβελτιωτικά έργα την αγροτική οικονομία, ενίσχυσε τις βιομηχανίες του μεταξιού και της πορσελάνης και ανέλαβε την πρωτοβουλία για την κωδικοποίηση του πρωσικού δικαίου. Ο Φρειδερίκος Β’ στήριξε τη δύναμή του στην αριστοκρατία και στον στρατό αφήνοντας τους αγρότες στη θέση των δουλοπάροικων, ταυτόχρονα όμως καθιέρωσε τη θρησκευτική ελευθερία και την ισότητα δικαιωμάτων όλων των υπηκόων του. Λίγους μήνες μετά την άνοδό του στον θρόνο, εισέβαλε στη Σιλεσία αμφισβητώντας τη διαδοχή της Μαρίας Θηρεσίας στο αυτοκρατορικό στέμμα, που ο Κάρολος ΣΤ’ παραχώρησε στην κόρη του με την Πραγματική Κύρωση (Ρragmatica Sanctio) του 1713. Με την υποστήριξη της Γαλλίας, αφού νίκησε τους Αυστριακούς στο Μόλβιτς, πέτυχε με την ειρήνη του Μπρέσλαου (1742) την αναγνώριση των κατακτήσεών του. Το 1744, οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν και ο Φρειδερίκος Β’ επιβεβαίωσε με νέα στρατιωτική επιτυχία την κατοχή της Σιλεσίας, που του αναγνωρίστηκε με την ειρήνη της Εξ-λα-Σαπέλ (1748). Οκτώ χρόνια μετά το τέλος του πολέμου της αυστριακής διαδοχής ο Φρειδερίκος Β’ αντιμετώπισε τον συνασπισμό Γαλλίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Ρωσίας και μέρους της Γ., που θέλησαν να τον υποχρεώσουν να επιστρέψει τη Σιλεσία στην Αυστρία (Επταετής πόλεμος, 1756-63). Έπειτα από κεραυνοβόλες νίκες επί των Γάλλων στη Ρόσμπαχ (1757), των Αυστριακών στη Λόιτεν και των Ρώσων στην Τσόρντορφ και μετά την αποστασία της Ρωσίας, η Πρωσία νίκησε και κατάφερε να διατηρήσει τη Σιλεσία με την ειρήνη της Χουμπέρτουσμπουργκ. Η εξωτερική εξασφάλιση της Πρωσίας δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Όταν όμως συμφωνήθηκε ο πρώτος διαμελισμός της Πολωνίας (1772), ο Φρειδερίκος Β’ πραγματοποίησε το όνειρό του επεκτείνοντας το βασίλειό του από την Πομερανία και το Βρανδεμβούργο μέχρι την ανατολική Πρωσία. Το 1779, τέλος, με την ειρήνη της Τέσεν, ο Φρειδερίκος Β’ εξασφάλισε την ανεξαρτησία της Βαυαρίας επιτυγχάνοντας υπέρ αυτού τη διαδοχή των δουκάτων του Μπαϊρόιτ και του Άνσμπαχ και αναδεικνύοντας την Πρωσία σε ισότιμη με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη δύναμη. Η γερμανική εθνική συνείδηση κατά τη ναπολεόντεια αυτοκρατορία. Παρά την πολιτική ανάδειξη της Πρωσίας, μόνο η Γαλλική επανάσταση και η αντίδραση στη ναπολεόντεια εισβολή έδωσαν στη Γ. εθνικό αίσθημα και συνείδηση. Αν, από το ένα μέρος, η Γ. του Καντ, του Φίχτε, του Χέγκελ, του Σέλινγκ, του Σίλερ, του Χέλντερλιν και του Κλόπστοκ χαιρέτησε με συμπάθεια τα κηρύγματα ελευθερίας και ισότητας της Γαλλικής επανάστασης, από το άλλο μέρος δεν υπήρχαν ακόμα οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που θα έκαναν τους γερμανικούς πληθυσμούς να ενωθούν στο εγερτήριο σάλπισμα της Γαλλικής επανάστασης για τη δημιουργία ενός εθνικού κρατικού σχηματισμού. Η Πρωσία πρώτη συνειδητοποίησε με μεγαλύτερη ανησυχία τη σημασία που μπορούσε να έχει η Γαλλική επανάσταση στην ευρωπαϊκή ισορροπία και τον κίνδυνο που θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν οι επαναστατικές εξελίξεις για τις απόλυτες μοναρχίες. Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β’ της Πρωσίας (1786-97) και ο Φραγκίσκος Β’ της Αυστρίας (1792-1835) βρέθηκαν έτσι σύμμαχοι στον πρώτο συνασπισμό εναντίον της Γαλλίας. Μετά την ήττα της στο Βαλμί (20 Σεπτεμβρίου 1792), η Πρωσία υπέγραψε την ειρήνη της Βασιλείας (Απρίλιος 1795), με την οποία έχανε τα εδάφη στα αριστερά του Ρήνου. Αργότερα, ο Ναπολέων δημιούργησε μέσα στην καρδιά της Γ. τη Ρηνανική Ομοσπονδία (1806), στην οποία μετείχαν δεκαέξι κράτη, μεταξύ των οποίων η Βαυαρία (που ανακηρύχθηκε βασίλειο) και η Σαξονία. Τότε, ο Φραγκίσκος Α’ αναγκάστηκε να κηρύξει το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους και να δεχτεί τη γαλλική ηγεμονία στη Γ. Τον Οκτώβριο του 1806 τα γαλλικά στρατεύματα κατατρόπωσαν τον πρωσικό στρατό στην Ιένα. Με την ειρήνη του Τίλσιτ (1807) το βασίλειο της Πρωσίας ουσιαστικά ακρωτηριάστηκε. Η ναπολεόντεια επιρροή έγινε αισθητή στην Πρωσία που, αν και δεν τέθηκε άμεσα υπό την κυριαρχία του Γάλλου αυτοκράτορα, σημείωσε μια αποφασιστική στροφή με τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ο βαρόνος Καρλ φον Στάιν (1757-1831) στον οποίο ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’ (1797-1840) είχε αναθέσει τη διακυβέρνηση του κράτους. Ενώ στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο φιλόσοφος Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε εξαπέλυε έκκληση για την εθνική αναγέννηση, με τους Λόγους προς το γερμανικό έθνος (Reden an die deutsche Νation), οι στρατιωτικοί μεταρρυθμιστές Σάρνχορστ και φον Γκνάιζεναου προετοίμαζαν το πολεμικό όργανο για την εξέγερση εναντίον του Ναπολέοντα: τη σύνδεση στρατού και λαού, που θα αποκορυφωνόταν το 1814 με τη θέσπιση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Με τον απελευθερωτικό πόλεμο (1813-15) η Πρωσία αντιμετώπισε τον Ναπολέοντα έπειτα από τις τρομακτικές ήττες που υπέστη στη Ρωσία. Από το συνέδριο της Βιέννης στον Φρειδερίκο Γουλιέλμο Δ’. Ενώ η Γαλλία με το συνέδριο της Βιέννης (Οκτώβριος 1814 – Ιούνιος 1815) περιοριζόταν στα αρχικά σύνορά της, η Πρωσία σταθεροποιούσε τη θέση της στη Γ. Πραγματικά, με την προσάρτηση μέρους του δουκάτου της Βαρσοβίας (Πόζεν, Πόζναν, Τορν, Τόρουν και Ντάντσιχ) και τριών γερμανικών επαρχιών (Σαξονία, Βεστφαλία και περιοχή του Ρήνου), η Πρωσία άρχισε να επεμβαίνει σταθερότερα στην πολιτική των γερμανικών κρατών. Τα κράτη αυτά, που από περισσότερα από 300 είχαν περιοριστεί σε 38 εδαφικές ενότητες, ενώθηκαν το 1815 στη Γερμανική Συνομοσπονδία (Deutscher Βund) που είχε το ανώτατο όργανό της στη Δίαιτα της Φρανκφούρτης (Βundestag), όπου μετείχαν αντιπρόσωποι όλων των κρατών, υπό την προεδρία του αυτοκράτορα της Αυστρίας. Η παλινόρθωση δεν στάθηκε δυνατόν να σταματήσει την πορεία προς τη φιλελευθεροποίηση των γερμανικών πριγκιπάτων, όπου πολλοί ηγεμόνες παραχώρησαν συντάγματα στον λαό. Η απελευθέρωση των αγροτών και η περιορισμένη αναγνώριση της λαϊκής αντιπροσώπευσης ήταν το αποτέλεσμα μιας αναγκαίας ερμηνείας των απαιτήσεων των καιρών. Στην ίδια την Πρωσία, ο μεταρρυθμιστικός ενθουσιασμός του φον Στάιν δεν είχε συνέχεια. Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’ ακολούθησε τα αντιφιλελεύθερα κηρύγματα του Μέτερνιχ. Η μοναδική σημαντική μεταρρύθμιση της εποχής ήταν η κατάργηση των τελωνειακών φραγμών στο εσωτερικό της Πρωσίας (1818), που ακολουθήθηκε τον επόμενο χρόνο από την ίδρυση της Γερμανικής Ένωσης Εμπορίου και Βιομηχανίας. Η ένωση αυτή υπήρξε πρόδρομος μιας άλλης αντίστοιχης ένωσης, του Τσόλφεραϊν, που προετοίμασε την κατάργηση των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας μεταξύ των γερμανικών κρατών. Τις πρώτες τελωνειακές συμφωνίες μεταξύ Πρωσίας και Έσεν-Ντάρμστατ (1828) και μεταξύ αυτών και της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης (1829), ακολούθησε η γενική σύμβαση σύμφωνα με την οποία από την 1η Ιανουαρίου 1834 τέθηκε σε εφαρμογή το Τσόλφεραϊν, από το οποίο αποκλείστηκε η Αυστρία. Οι πόθοι της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής και εμπορικής αστικής τάξης (το 1811 εγκαταστάθηκε στο Έσεν το πρώτο χυτήριο των Κρουπ και το 1835 εγκαινιάστηκε ο πρώτος γερμανικός σιδηρόδρομος) συνέπιπταν με την ανάπτυξη της εθνικής ενότητας. Τα χρόνια αυτά, στη Γ. εκδηλώθηκε η φιλελεύθερη κίνηση, στην οποία συνέβαλαν οι σπόροι των ανανεωτικών ιδεών που είχε εξαπολύσει η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, καρπός της οικονομικής ανάπτυξης και της εκβιομηχάνισης. Η φοιτητική εταιρεία Βurschenschaft έγινε σύμβολο του αναβρασμού. Τον Μάρτιο του 1819 ένα μέλος της δολοφόνησε τον θεατρικό συγγραφέα Κότσεμπου, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η οργάνωση από τη Δίαιτα της Φρανκφούρτης, να αρχίσει η παρακολούθηση των πανεπιστημίων και να περιοριστεί η ελευθερία του Τύπου. Άλλοι περιορισμοί επιβλήθηκαν έπειτα από τους έστω και ασθενείς αντίκτυπους που είχε στη Γ. η Παρισινή επανάσταση του 1830, ενώ απαγορεύτηκαν τα έργα του Χάινε και του Μπέρνε, εμψυχωτών της Νέας Γερμανίας, μιας μαχητικής λογοτεχνικής ομάδας. Μάταια σε μερικές ευκαιρίες υψώνονταν οι σημαίες της γερμανικής ανεξαρτησίας με τα τρία χρώματα (μαύρο, κόκκινο και χρυσαφί). Ακόμα και οι ελπίδες που δημιούργησε η ανάρρηση στον θρόνο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ’ (1840-61), ο οποίος έδωσε αμνηστία στα πολιτικά αδικήματα, διαψεύστηκαν. Η φιλελεύθερη αποτυχία του 1848, ο Βίσμαρκ και η ίδρυση της αυτοκρατορίας. Η επαναστατική σπίθα που άναψε στο Παρίσι στις 23 Φεβρουαρίου 1848 έγινε γρήγορα πυρκαγιά που απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη. Στις 13 Μαρτίου η Αυστρία συγκλονίστηκε από διάφορες εσωτερικές εξεγέρσεις, ενώ στις 10 Μαρτίου ξέσπασε στο Βερολίνο η ανταρσία που τελείωσε έπειτα από μία εβδομάδα με την υπόσχεση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ’ να δώσει σύνταγμα και να δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό γερμανικό κράτος. Στις 31 Μαρτίου 1848 άρχισαν στη Φρανκφούρτη οι εργασίες του πρώτου κοινοβουλίου που είχε εκλεγεί απευθείας από τον γερμανικό λαό, του Vorparlament (προσωρινού κοινοβουλίου), στο οποίο ανατέθηκε η σύγκληση της συντακτικής συνέλευσης. Αποτελούμενη από 600 αντιπροσώπους, η συντακτική εθνοσυνέλευση συνήλθε για πρώτη φορά στις 18 Μαΐου 1848 στην ιστορική εκκλησία Παουλσκίρχε με πρόεδρο τον φιλελεύθερο Χάινριχ φον Γκάγκερν. Την πορεία των αποφάσεών της καθόρισε η αντίθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της ήσσονος γερμανικής λύσης (Κleindeutsch), υπέρμαχους της ενοποίησης υπό την ηγεσία της Πρωσίας, και στους υποστηρικτές της μείζονος γερμανικής λύσης (Grossdeutsch), οι οποίοι ζητούσαν τη συμμετοχή και της Αυστρίας στα ενωτικά σχέδια. Στις 27 Μαρτίου 1849 η συνέλευση αποφάσισε να προσφέρει το αυτοκρατορικό στέμμα στον βασιλιά της Πρωσίας, αλλά στις 27 Απριλίου ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’ αρνήθηκε. Η συνέλευση βάδιζε μοιραία προς τη διάλυσή της. Ένα τμήμα της που επέζησε μεταφέρθηκε στη Στουτγάρδη, όπου και διαλύθηκε με στρατιωτική επέμβαση. Συμμαχώντας με τη Σαξονία και το Ανόβερο, ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’ προσπάθησε να ενώσει τα βόρεια κράτη στο κοινοβούλιο της Ερφούρτης (Μάρτιος 1850), αλλά η Πρωσία αναγκάστηκε να δεχτεί την ανασύσταση του Βundestag, που προβλεπόταν στο συνέδριο του Όλμιτς (Όλομοουτς). Από τις 31 Ιανουαρίου 1850 ίσχυσε στην Πρωσία το νέο σύνταγμα που, χωρίζοντας τους εκλογείς σε τρεις τάξεις, η καθεμιά από τις οποίες θα εξέλεγε ίσο αριθμό αντιπροσώπων, εξασφάλιζε στη Δίαιτα την υπεροχή της πρώτης (αριστοκρατίας) και της δεύτερης τάξης (μεγαλοαστών) επί της τρίτης που αποτελούσε την πλειοψηφία του άπορου πληθυσμού. Το ιστορικό καθήκον της δημιουργίας μιας ενωμένης Γ. ανέλαβε να υλοποιήσει ο Ότο φον Βίσμαρκ (1815-1898). Διπλωματικός και επιδέξιος πολιτικός ο Βίσμαρκ, αφού κατέλαβε σημαντικές διπλωματικές θέσεις στη Φρανκφούρτη, στην Πετρούπολη και στο Παρίσι, διορίστηκε πρόεδρος του συμβουλίου τον Σεπτέμβριο του 1862 από τον Γουλιέλμο Α’ (1861-88) σε μια στιγμή που το κοινοβούλιο, με επικεφαλής τους φιλελεύθερους και τους προοδευτικούς, βρισκόταν σε απόλυτη αντίθεση με τον ηγεμόνα για το θέμα της στρατιωτικής αναδιοργάνωσης. Αντιμετωπίζοντας την άρνηση της συνέλευσης να εγκρίνει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό, ο Γουλιέλμος Α’ αποφάσισε να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση του στρατού ερήμην του κοινοβουλίου. Στο πρόσωπο του Βίσμαρκ βρήκε τον ιδανικό πρωθυπουργό, άνθρωπο χωρίς συνταγματικούς ενδοιασμούς και με βαθιά πίστη πως η δύναμη πρέπει να υπερισχύει του δικαίου. Αφού πλησίασε επιδέξια τη Γαλλία με το σκοπό να απομονώσει την Αυστρία, ο Βίσμαρκ εξαπέλυσε την απροκάλυπτη επίθεσή του κατά της Αυστρίας. Τον Αύγουστο του 1865, με τη σύμβαση του Γκάσταϊν, η Αυστρία πήρε το δουκάτο του Χόλσταϊν και η Πρωσία το Σλέσβιχ. Τον επόμενο χρόνο, αφού εξασφάλισε την ουδετερότητα του Ναπολέοντα Γ’, σε συμμαχία με την Ιταλία, ο Βίσμαρκ προχώρησε σε απροκάλυπτη πρόκληση στα σύνορα της Αυστρίας. Ταυτόχρονα επανέφερε σε συζήτηση το γερμανικό ζήτημα, ζητώντας μια μεταρρύθμιση του Βundestag της Φρανκφούρτης, που δεν έγινε δεκτή από την Αυστρία. Μόλις όμως η Αυστρία δέχτηκε την παραπομπή του ζητήματος των δουκάτων του Έλβα στη Δίαιτα της Φρανκφούρτης, η Πρωσία εισέβαλε στο Χόλσταϊν (14 Ιουνίου 1866). Ο πρωσικός στρατός γρήγορα υπερίσχυσε και κατατρόπωσε τις αυστριακές δυνάμεις στη μάχη της Σάντοβα (3 Ιουλίου 1866). Η ειρήνη της Πράγας επισφράγισε το πρώτο μέρος του ενωτικού σχεδίου του Βίσμαρκ, με την προσάρτηση στην Πρωσία της Έσεν-Κάσελ, του Ανόβερου, του Νάσαου και της Φρανκφούρτης. Η Γερμανική Συνομοσπονδία έπαψε να υπάρχει και στη θέση της δημιουργήθηκε η Ομοσπονδία της Βόρειας Γ. με την προεδρία του βασιλιά της Πρωσίας. Έτσι, αφού έθεσε τις βάσεις της Γερμανικής αυτοκρατορίας, η ευκαιρία της πραγματοποίησής της του προσφέρθηκε από τη σύγκρουση της Γαλλίας με την Πρωσία, που τροφοδοτήθηκε από το πρόβλημα της διαδοχής του ισπανικού θρόνου. Καθώς η Γαλλία ήταν αντίθετη στην υποψηφιότητα του Λεοπόλδου-Χοεντσόλερν, που ανήκε στην οικογένεια του βασιλιά της Πρωσίας, ο Βίσμαρκ όξυνε την κατάσταση ώστε να κάνει τον πόλεμο αναπόφευκτο. Για να ανατρέψει τη διαλλακτική συμπεριφορά του Γουλιέλμου Α’ πλαστογράφησε το περίφημο τηλεγράφημα του Εμς που, φτάνοντας στον Ναπολέοντα Γ’, έμοιαζε με προσβολή της Γαλλίας, στο εσωτερικό της οποίας ξέσπασε η αγανάκτηση της ταπεινωμένης εθνικής υπερηφάνειας. Στις 19 Ιουλίου 1870, ο Ναπολέων Γ’ κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Πρωσίας. Οι γαλλικές δυνάμεις υπέστησαν από τους Πρώσους σοβαρή ήττα στο Σεντάν (2 Σεπτεμβρίου). Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλιών ανακηρύχθηκε η Γερμανική αυτοκρατορία. Με την ειρήνη της Φρανκφούρτης (10 Μαΐου 1871) η Γαλλία έχανε την Αλσατία και τη Λορένη και υποχρεωνόταν να πληρώσει πέντε δισεκατομμύρια φράγκα για πολεμικές επανορθώσεις, ενώ από το άλλο μέρος εμφανιζόταν η Πρωσία ως η μόνη δύναμη που ήταν ικανή να κατευθύνει τη γερμανική ενοποίηση. Έτσι, 25 κράτη ενώθηκαν κάτω από το σκήπτρο του Γουλιέλμου Α’, που αναγνωρίστηκε επιπλέον αυτοκράτορας με το σύνταγμα της 16ης Απριλίου 1871. Επίσης, ο αρχηγός της πρωσικής κυβέρνησης αναλάμβανε και τα καθήκοντα του καγκελάριου της αυτοκρατορίας. Από τον Βίσμαρκ στον Γουλιέλμο. Η γερμανική εθνική ενότητα πραγματοποιήθηκε έτσι με τη συγκρότηση της αυτοκρατορίας (Reich). Ο Βίσμαρκ προσπάθησε τότε να ισχυροποιήσει το κράτος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ακολουθώντας πολιτική ισορροπίας και σχεδιάζοντας ένα πλατύ σύστημα συμμαχιών που απέβλεπε στην απομόνωση της Γαλλίας. Πρώτα απ’ όλα υπήρχε ως βάση η συμμαχία των τριών αυτοκρατόρων (1873): του Γουλιέλμου Α’, του Αυστριακού αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ και του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου Β’. Δεύτερο βήμα ήταν μια νέα προσέγγιση της Αυστροουγγαρίας, ως προληπτικό μέτρο απέναντι στη Ρωσία, καθώς και η Τριπλή Συμμαχία (1882) με τη συμμετοχή της Ιταλίας. Ταυτόχρονα, για να μη χάσει το γόητρό της και τις οικονομικές πιέσεις της εμπορικής αστικής τάξης, η Γ. πήρε μέρος στον αποικιακό πόλεμο. Μεταξύ 1884 και 1886 ο Βίσμαρκ έβαλε τις βάσεις του ιμπεριαλισμού της εποχής του Γουλιέλμου. Στο εσωτερικό, η θέση του Βίσμαρκ, παρά τις αποτυχίες στους αγώνες του εναντίον των καθολικών (Κulturkampf) και των σοσιαλδημοκρατών, παρέμενε ισχυρή. Ο θάνατος όμως του Γουλιέλμου Α’, επί της βασιλείας του οποίου ο Βίσμαρκ ήταν αναμφισβήτητος εμπνευστής της γερμανικής πολιτικής, σημείωσε και την πτώση του αποκαλούμενου σιδερένιου καγκελάριου. Οι αντιδράσεις, που είχαν ήδη εκδηλωθεί κατά τη συντομότατη βασιλεία του Φρειδερίκου Γ’ (Μάρτιος-Ιούνιος 1888), κατέληξαν στην παραίτησή του (18 Μαρτίου 1890), σχεδόν μόλις φάνηκε πως ο νέος μονάρχης Γουλιέλμος Β’ (1888-1918) δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί περιορισμούς στις επεμβάσεις του στις κυβερνητικές υποθέσεις. Αν στην εσωτερική πολιτική ο Γουλιέλμος Β’ χαλάρωσε για λίγο την αυστηρή πρωσική απολυταρχία, στην εξωτερική πολιτική ανέτρεψε την τακτική συμμαχιών του Βίσμαρκ, όταν έκανε το λάθος να αποκαλύψει το ανατολικό πλευρό της Γ., αποφεύγοντας να ανανεώσει το 1890 τη συνθήκη αμοιβαίας ασφάλειας με τη Ρωσία. Από το άλλο μέρος, υποκινούμενος από τον ναύαρχο φον Τίρπιτς, δημιούργησε έναν ισχυρό πολεμικό στόλο για την προστασία των εμπορικών θέσεών του στον κόσμο, με μοιραίο αποτέλεσμα τη σύγκρουση με την Αγγλία. Η ιμπεριαλιστική πολιτική αντανακλούσε στο διεθνές πεδίο τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη του Ράιχ· ο πληθυσμός του είχε περάσει από τα 42 εκατομμύρια το 1875 σε 60 εκατομμύρια το 1905, ο εμπορικός στόλος ήταν μικρότερος μόνο από τον αγγλικό και το 1907 το 40% του εργατικού πληθυσμού είχε απασχόληση στη βιομηχανία. Η εξέλιξη αυτή της ανάπτυξης δημιουργούσε στο εσωτερικό συγκρούσεις μεταξύ των βιομηχανικών συμφερόντων που ευνοούνταν και των αγροτικών συμφερόντων που θυσιάζονταν. Εξάλλου, ο προστατευτισμός ευνοούσε την καπιταλιστική συγκέντρωση, συμβάλλοντας στη δημιουργία μεγάλων μονοπωλιακών συγκροτημάτων. Η εθνικιστική υπεροψία έγινε το σύμβολο της Γ. του Γουλιέλμου και δεν είναι παράδοξο ότι μέσα σε αυτό το κλίμα μπόρεσε να αποκτήσει γερές ρίζες η Παγγερμανική Ένωση (1891) που είχε μάλλον έκδηλες ρατσιστικές τάσεις και συνδεόταν με τα συμφέροντα της μεγάλης βιομηχανίας και του μιλιταρισμού. Η εσωτερική κρίση συγκαλυπτόταν από την εθνικιστική δημαγωγία, αλλά έγινε φανερή στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος και η κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Η Γ. διέπραξε το πρώτο βασικό λάθος όταν διέσπασε την ισορροπία του Βίσμαρκ για να αντιμετωπίσει εκείνον ακριβώς τον διμέτωπο πόλεμο που ο Πρώσος καγκελάριος ήθελε να αποφύγει. Η εισβολή στο Βέλγιο ξεσήκωσε εναντίον της Γ. έντονη ηθική και πολιτική αντίδραση. Η μιλιταριστική έλλειψη κάθε ενδοιασμού, που είχε ήδη εισηγηθεί ο φον Τίρπιτς στη διεξαγωγή του υποβρυχιακού πολέμου, έφτασε στα άκρα όταν η ανώτατη διοίκηση ανατέθηκε σε δύο πολέμαρχους, όπως ήταν ο Χίντενμπουργκ και ο Λούντεντορφ (Αύγουστος 1916). Παρά τις πρόσκαιρες στρατιωτικές επιτυχίες, η τύχη των κεντρικών αυτοκρατοριών κρίθηκε από τη στιγμή που, έπειτα από τις προκλήσεις του υποβρυχιακού πολέμου, μπήκαν στον πόλεμο οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (6 Απριλίου 1917). Όσες αυταπάτες κι αν είχε το Ράιχ έπειτα από την έκρηξη της Ρωσικής επανάστασης και την κατάπαυση των εχθροπραξιών στο Ανατολικό μέτωπο, εξουδετερώθηκαν από τον αντίκτυπο της ιμπεριαλιστικής ειρήνης που επέβαλε το επιτελείο στο Μπρεστ Λιτόφσκ (3 Μαρτίου 1918), ο οποίος εξαφάνιζε κάθε πιθανότητα συνδιαλλαγής των εμπολέμων. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό οι μάζες, κουρασμένες από τις θυσίες της πολεμικής οικονομίας, ξεσηκώνονταν. Τον Ιούλιο του 1917 το Ράιχσταχ ενέκρινε μια πρόταση ειρήνης του κεντρώου βουλευτή Έρτσμπεργκερ, την οποία απέρριψε το στρατιωτικό επιτελείο. Δεν ήταν μικρότερη η αντίδραση των στρατιωτικών στη συνταγματική μεταρρύθμιση της αυτοκρατορίας που πραγματοποιήθηκε μόλις τον Οκτώβριο του 1918, όταν ο πρίγκιπας Μαξ φον Μπάντεν μπόρεσε να σχηματίσει την πρώτη στην ιστορία του Ράιχ κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Στις 3 Νοεμβρίου στασίασαν οι ναύτες του Κιέλου, στις 8 ανακηρύχθηκε στο Μόναχο η Βαυαρική Δημοκρατία, ενώ στις 9 ήταν η σειρά του Βερολίνου. Την ίδια ημέρα ο φαν Μπάντεν –με την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να σώσει τη μοναρχία, παραμερίζοντας τον κύριο υπεύθυνο της ήττας– ανήγγειλε την παραίτηση του Γουλιέλμου Β’, συγχρόνως όμως ο σοσιαλδημοκράτης ηγέτης Σάιντεμαν αναγκάστηκε να ανακηρύξει τη δημοκρατία. Η ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου έβαζε τέλος στις εχθροπραξίες και η ειρήνη των Βερσαλιών που ακολούθησε (28 Ιουνίου 1919) επισφράγιζε την ήττα του Ράιχ, στο οποίο επιβλήθηκαν αυστηροί όροι. Η Αλσατία και η Λορένη επιστράφηκαν στη Γαλλία, αποσπάστηκε προσωρινά το Ζάαρ, παραχωρήθηκε η Άνω Σιλεσία στην Πολωνία, στην οποία δόθηκε και διέξοδος στη θάλασσα μέσα από την Πρωσία, ενώ η Γ. στερήθηκε και όλες τις αποικίες της. Ταυτόχρονα, καταργήθηκε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, διαλύθηκε το γενικό επιτελείο και ο στρατός περιορίστηκε σε 100.000 άντρες. Αυστηροί όροι περιόριζαν τις ναυτικές δυνάμεις, απαγορεύοντας μεταξύ άλλων τη ναυπήγηση υποβρυχίων. Τέλος, επιβλήθηκε η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η δημοκρατική κυβέρνηση που υπέγραψε τη συνθήκη των Βερσαλιών, αποτελούμενη από σοσιαλιστές της αριστεράς, σοσιαλδημοκράτες και αντιπροσώπους του καθολικού Κέντρου, υποχρεώθηκε να καταστείλει την κομουνιστική εξέγερση των σπαρτακιστών του Βερολίνου, των οποίων οι ηγέτες Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν (15 Ιανουαρίου 1919). Το σύνταγμα που απέκτησε η νεοσύστατη δημοκρατία στη Βαϊμάρη (Απρίλιος 1919) επικύρωνε τη θεσμική μετατροπή της αυτοκρατορίας σε ομοσπονδιακή δημοκρατία. Καρπός ενός συμβιβασμού μεταξύ των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων, το σύνταγμα αντιπροσώπευε ό,τι πιο προοδευτικό και δημοκρατικό μπορούσε να υπάρξει τη στιγμή εκείνη. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κρίση που αντιμετώπιζε η Γ., το βαρύ πολεμικό χρέος που υποχρεωνόταν να καταβάλει και η διατήρηση των οργάνων εξουσίας του παλαιού καθεστώτος μέσα στο σώμα της νέας δημοκρατίας ευνοούσαν την αναβίωση του εθνικισμού και έφθειραν τα δημοκρατικά κόμματα. Η πρώτη αντιδημοκρατική ανταρσία ήταν το κίνημα του παγγερμανιστή Καπ και του στρατηγού Λίτβιτς (Μάρτιος 1920) στο Βερολίνο, που συντρίφθηκε μόνο με γενική απεργία που κήρυξαν τα συνδικάτα και με την επιβλητική λαϊκή εξέγερση. Η άνοδος της Δεξιάς επιβεβαιώθηκε στις εκλογές για το Ράιχσταχ που έγιναν τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στην κυβέρνηση που προήλθε από αυτές και της οποίας πρόεδρος ήταν ο καθολικός Φέρενμπαχ, δεν αντιπροσωπεύονταν οι σοσιαλδημοκράτες. Η δημοκρατική εξέλιξη είχε πια ανακοπεί οριστικά και άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για την ανάκτηση των χαμένων θέσεων από τα απολυταρχικά και εθνικιστικά ρεύματα. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν ζούσαν υπό το βάρος του πληθωρισμού, τον οποίο τροφοδοτούσε η πληρωμή των επανορθώσεων, ενώ οι δεξιοί εξαπέλυαν τραγική σειρά δολοφονιών. Στις 24 Ιουνίου 1922 σκοτωνόταν από τη δολοφονική εκδίκηση των εθνικιστών ο υπουργός των Εξωτερικών Ράτεναου, θεωρούμενος ως ένοχος γιατί υπέγραψε τη συνθήκη του Ραπάλο με τη Ρωσία (16 Απριλίου 1922) στην προσπάθειά του να διασπάσει την απομόνωση της Γ., αλλά κυρίως γιατί ήταν Εβραίος: ήταν το πρώτο θύμα του αναγεννημένου αντισημιτισμού. Απέναντι σε αυτά τα εγκλήματα, η δημοκρατία αμύνθηκε ανώριμα, μη διαθέτοντας το κύρος να αντιμετωπίσει την απειλή της Δεξιάς και μην μπορώντας να υπολογίσει στην πίστη των ενόπλων δυνάμεων. Το σοβαρότερο πλήγμα κατά της γερμανικής δημοκρατίας δόθηκε όταν η Γαλλία, για να εξασφαλίσει την πληρωμή των χρεών, κατέλαβε το Ρουρ (11 Ιανουαρίου 1923) σε συμφωνία με το Βέλγιο. Η κυβέρνηση, της οποίας πρόεδρος ήταν ο Βίλελμ Κούνο, αντέδρασε κηρύσσοντας την παθητική αντίσταση, ενώ η χρηματοδότηση από τη γερμανική κυβέρνηση οδήγησε στην οριστική κατάρρευση του μάρκου και στην όξυνση του πληθωρισμού. Μέσα στη γενική κρίση τα αντιδραστικά κινήματα έδωσαν το σύνθημα της εξέγερσης, παρά την αναχαίτιση του πληθωρισμού που οφειλόταν στα μέτρα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας που συγκροτήθηκε στις 13 Αυγούστου από τον Γκούσταφ Στρέζεμαν (1878-1929), τον σημαντικότερο πολιτικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η επίθεση ξεκίνησε από τη Βαυαρία, ένα από τα προπύργια του εθνικισμού, όπου στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1923 εγκαταστάθηκε στο Μόναχο μια δικτατορία του συντηρητικού πρώην πρωθυπουργού Γκούσταφ φον Καρ. Στο μεταξύ, στη Σαξονία και τη Θουριγκία, σε αντίδραση στα γεγονότα της Βαυαρίας, σοσιαλδημοκράτες και κομουνιστές σχημάτισαν ενιαία κυβέρνηση, εναντίον της οποίας ετοιμάζονταν να βαδίσουν οι Βαυαροί στασιαστές. Ενώ η κεντρική κυβέρνηση αφαιρούσε κάθε εξουσία από τις κυβερνήσεις της Σαξονίας και της Θουριγκίας, το βαυαρικό κίνημα –με την υποκίνηση της εθνικοσοσιαλιστικής πτέρυγας– έκανε το πραξικόπημα. Έτσι εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ο Αδόλφος Χίτλερ, που είχε ιδρύσει το 1920 το Γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Εργατών (ΝSDΑΡ), με βάση ένα πρόγραμμα έξαλλης αντιμαρξιστικής και αντισημιτικής βίας που ενισχυόταν από μία παραστρατιωτική οργάνωση, τα τμήματα εφόδου ΟSΑ. Στις 9 Νοεμβρίου 1923, ο Χίτλερ και ο στρατηγός Λούντεντορφ αποπειράθηκαν να καταλάβουν το Μόναχο, αλλά δεν το κατόρθωσαν εξαιτίας της αποστασίας του φον Καρ. Το πραξικόπημα απέτυχε, αλλά κατάφερε να υπογραμμίσει τη σοβαρότητα των κινδύνων που απειλούσαν τη δημοκρατία. Η ελαφριά καταδίκη που επιβλήθηκε στον Χίτλερ επιβεβαίωνε την ανικανότητα της δημοκρατίας να αμυνθεί εναντίον των εχθρών της. Η έγκριση του σχεδίου Ντοζ (Απρίλιος 1924), που διευκόλυνε την πληρωμή των επανορθώσεων με την προσφορά ξένων δανείων, έκανε δυνατή την εκκένωση της Ρηνανίας και την προσέγγιση με τη Γαλλία, που καθιερώθηκε με τη συνθήκη του Λοκάρνο (1 Δεκεμβρίου 1925). Τον Σεπτέμβριο του 1926 η Γ. εντάχθηκε στην Κοινωνία των Εθνών. Οι θετικές αυτές εξελίξεις που επανεμφάνιζαν τη Γ. στη διεθνή σκηνή, δεν εμπόδισαν την εκλογική επιτυχία των υπερσυντηρητικών. Στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών (26 Απριλίου 1925) εξελέγη ο στρατάρχης Χίντενμπουργκ, που είχε την υποστήριξη όλων των εθνικιστικών δυνάμεων, των στρατιωτικών, των παλαιών παγγερμανιστών, των νοσταλγών της μοναρχίας και της ισχυρής παλαιοπολεμιστικής ένωσης των χαλυβδοκράνων (Stahlhelm). Από τον Χίντενμπουργκ στον Χίτλερ. Με τον Χίντενμπουργκ στην εξουσία, ανέκτησαν την επιρροή τους οι ένοπλες δυνάμεις και οι μιλιταριστικοί κύκλοι. Στο υπουργείο Αμύνης τοποθετήθηκε ο στρατηγός Γκρένερ, ενώ ο Χίντενμπουργκ σχεδίαζε την απομάκρυνση των σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση και την επιβολή ενός προσωπικού καθεστώτος που θα θύμιζε την εποχή της μοναρχίας. Ο θάνατος του Στρέζεμαν (3 Οκτωβρίου 1929) επιδείνωσε τα πράγματα, ενώ η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 ήρθε να επιταχύνει την όξυνση της πολιτικής πάλης. Τον Φεβρουάριο του 1930 οι άνεργοι είχαν ήδη φτάσει τα 3,5 εκατ. για να γίνουν 6 εκατ. στα τέλη του 1932. Η κυβέρνηση εμφανιζόταν αδύναμη να αντιδράσει, ενώ οι μάζες ζητούσαν καταφύγιο στα ακραία κινήματα: τους κομουνιστές στα αριστερά και τους εθνικιστές στα δεξιά. Η τελευταία κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που σχηματίστηκε από τον αποκαλούμενο μεγάλο συνασπισμό σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών, έπεσε εξαιτίας της διαμάχης σχετικά με τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Στις 30 Μαρτίου 1930 σχηματίστηκε από τον κεντρώο βουλευτή Μπρίνινγκ μία κυβέρνηση που στηριζόταν μόνο στην εμπιστοσύνη του προέδρου. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα έλαβε τη δεύτερη θέση με 107 βουλευτές (στις προηγούμενες εκλογές είχε μόνο 12) αμέσως μετά τους σοσιαλδημοκράτες που διατηρούσαν την πλειοψηφία με 143 έδρες. Η άκρα δεξιά οργανώθηκε σε συμπαγές μέτωπο με την υποστήριξη των παλαιοπολεμιστικών οργανώσεων, των στρατιωτικών ηγετών και του μεγάλου κεφαλαίου. Για να αντιδράσουν στην εθνικιστική άνοδο, κατά την εκπνοή της προεδρικής θητείας (13 Μαρτίου 1932), τα δημοκρατικά κόμματα συγκέντρωσαν πάλι τις δυνάμεις τους στην υποστήριξη του Χίντενμπουργκ, ο οποίος επανεξελέγη με ποσοστό 53% έναντι 37% του Χίτλερ. Έτσι, η άμυνα της δημοκρατίας παραδιδόταν σε έναν πρόεδρο που είχε σκοπό την τέλεια εκμηδένισή της. Πραγματικά, ο Χίντενμπουργκ, μόλις εξελέγη, ανέλαβε την πρωτοβουλία να συντρίψει τον Μπρίνινγκ. Ο νέος καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν έκανε ό,τι μπορούσε για να φανεί ευχάριστος στους εθνικοσοσιαλιστές και τον Ιούλιο του 1932 πραγματοποίησε νέες εκλογές που τους έφεραν στην πρώτη θέση με 207 έδρες και 34% των ψήφων, έναντι 133 των σοσιαλδημοκρατών. Αυτό περιέπλεξε τις σχέσεις δυνάμεων στο Ράιχσταχ και επέβαλε νέες εκλογές (6 Νοεμβρίου) οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την υποχώρηση των εθνικοσοσιαλιστών (196 έδρες) και των σοσιαλδημοκρατών και την άνοδο των κομουνιστών. Η κοινοβουλευτική κατάσταση δεν διευκρινίστηκε όμως και η πολιτική πάλη οξύνθηκε μέσα σε μία ατμόσφαιρα εμφύλιου πολέμου που είδε την αριστερά να κατακερματίζεται σε εσωτερικές συγκρούσεις, ενώ ο φον Πάπεν αναγκάστηκε να αποσυρθεί (17 Νοεμβρίου 1932) έπειτα από μία αποτυχημένη απόπειρα να παρασύρει τις ένοπλες δυνάμεις σε μία καθαρά δικτατορική λύση της κρίσης. Η πρωθυπουργία ανατέθηκε στον στρατηγό φον Σλάιχερ, του οποίου το κυβερνητικό σχέδιο στηριζόταν σε εξαιρετικά εύθραυστες βάσεις, δηλαδή στη μάταιη ελπίδα να επιτύχει τη συνεργασία τουλάχιστον ενός μέρους του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Όταν στις 28 Ιανουαρίου 1933 ο Σλάιχερ υπέβαλε την παραίτησή του, ο φον Πάπεν, που υποστήριζε ένα σχέδιο των οικονομικών και τραπεζικών κύκλων για την προώθηση της υποψηφιότητας του Χίτλερ, είχε έτοιμη την εναλλακτική λύση. Έτσι, στις 30 Ιανουαρίου ο Χίντενμπουργκ ανέθεσε στον Χίτλερ την καγκελαρία του Ράιχ, υπογράφοντας την πράξη θανάτου της δημοκρατίας και την επικράτηση των απολυταρχικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Η δομή και ο εξοπλισμός του Γ’ Ράιχ. Με την εγκαθίδρυσή του στην εξουσία, ο εθνικοσοσιαλισμός ξεκίνησε για να εφαρμόσει το ιδεολογικό πρόγραμμά του που στηριζόταν σε τρία σημεία ολοκληρωτικού πολέμου: κατά της εβραϊκής φυλής, κατά του μαρξισμού και κατά του κοινοβουλευτικού συστήματος. Με την άνοδό του στην εξουσία, ο Αδόλφος Χίτλερ (1889-1945), αν και για λόγους καιροσκοπισμού εγκατέλειψε την αντικαπιταλιστική πολεμική του, έμεινε πιστός στο αντικοινοβουλευτικό και ρατσιστικό πρόγραμμά του. Για να εξαφανίσει το κοινοβουλευτικό καθεστώς, προκήρυξε εκλογές για τις 5 Μαρτίου 1933. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές και ενώ κλιμακώνονταν οι βιαιότητες, το Ράιχσταχ πυρπολήθηκε από τους ναζιστές που κατηγόρησαν γι’ αυτό τους κομουνιστές και μπόρεσαν έτσι να εξαπολύσουν επίθεση εναντίον των κομμάτων της αριστεράς. Σε συμμαχία με τους Γερμανούς εθνικιστές, οι εθνικοσοσιαλιστές, που μόνοι τους είχαν συγκεντρώσει το 44% των ψήφων, εξασφάλισαν την πλειοψηφία στο Ράιχσταχ και στις 24 Μαρτίου, αφού έδιωξαν τους κομουνιστές και με μοναδική αντιπολίτευση τους σοσιαλδημοκράτες, έδωσαν απόλυτες εξουσίες στον Χίτλερ, ο οποίος στις 14 Ιουλίου του ίδιου έτους ανακήρυξε μοναδικό νόμιμο κόμμα το Εθνικοσοσιαλιστικό. Την 1η Δεκεμβρίου επικυρώθηκε η ταύτιση κόμματος και κράτους και έτσι το Ράιχ απέκτησε νέο σύνταγμα που προσάρμοζε βαθμιαία όλα τα όργανα της πολιτικής ζωής στο χιτλερικό πρόγραμμα. Αναδιοργανώθηκε όλη η διοίκηση του κράτους, με την κατάργηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των χωρών, και επιβλήθηκε ένας αυστηρός συγκεντρωτισμός με βάση μία ιεραρχική διάταξη που είχε στην κορυφή τον φίρερ. Στις 2 Αυγούστου 1934, με τον θάνατο του Χίντενμπουργκ, ο αρχηγός των ναζιστών συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τα αξιώματα του καγκελάριου και του αρχηγού του κράτους, αναλαμβάνοντας την ανώτατη αρχηγία του στρατού. Από την πρώτη στιγμή, ο Χίτλερ έδωσε έντονο τόνο στη δίωξη των Εβραίων, ενώ συγχρόνως επιβαλλόταν ο μύθος της υπεροχής της άριας φυλής. Ο αντισημιτικός διωγμός άρχισε με το επαγγελματικό μποϊκοτάζ των Εβραίων, συνεχίστηκε με τον κοινωνικό αποκλεισμό, αποκορυφώθηκε με το πογκρόμ, που έλαβε χώρα στις 9 Νοεμβρίου 1938, και κατέληξε τραγικά με τη μαζική εξόντωση. Αλλά ο διωγμός των Εβραίων ήταν μόνο η μία όψη της δεσποτικής απολυταρχίας που επέβαλε το Γ’ Ράιχ, που άπλωσε τον έλεγχό του σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, από το κίνημα των νέων έως τα συνδικάτα. Επιπλέον, παρά το γόητρο που του εξασφάλισε η υπογραφή του κονκορδάτου με τον πάπα στις 20 Ιουνίου 1933, το καθεστώς εξαπέλυσε μία αντιθρησκευτική εκστρατεία που έφτασε στην υποστήριξη σχισματικών κινημάτων, πρώτο βήμα προς μία εθνική Γερμανική Εκκλησία. Αποφασιστική όμως για τη σταθεροποίηση του καθεστώτος ήταν η ανόρθωση της οικονομίας που πέτυχε μέσα σε τέσσερα χρόνια την εξάλειψη της ανεργίας. Η εξωτερική πολιτική του Χίτλερ έτεινε προς την κατάκτηση του ζωτικού χώρου, που προέβλεπε τη μεταφορά του υπεράριθμου γερμανικού πληθυσμού σε νέα εδάφη. Το σχέδιο αφορούσε τα κράτη που βρίσκονταν στα ανατολικά της Γ. Αλλά για να μπορέσει η Γ. να καταλάβει νέα εδάφη στα ανατολικά, έπρεπε προηγουμένως να εξασφαλίσει τα νώτα της, συντρίβοντας στα δυτικά τη Γαλλία που έμενε πάντα ο θανάσιμος εχθρός της. Για τον σκοπό αυτό, αφού εγκατέλειψε ταυτόχρονα την Κοινωνία των Εθνών και τη Διάσκεψη του Αφοπλισμού (14 Οκτωβρίου 1933), ο Χίτλερ προχώρησε αποφασιστικά προς τον επανεξοπλισμό. Επανέφερε την υποχρεωτική θητεία και όρισε σε 36 μεραρχίες τη δύναμη του γερμανικού στρατού σε καιρό ειρήνης. Μάταια η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία καταδίκασαν στη Στρέζα (Απρίλιος 1935) τον γερμανικό επανεξοπλισμό και τις εντεινόμενες απειλές κατά της ανεξαρτησίας της Αυστρίας. Η Αγγλία ενέκρινε την πολιτική του επανεξοπλισμού και στις 18 Ιουνίου 1935 υπέγραψε ναυτική συμφωνία με τη Γ. Στις 7 Μαρτίου 1936, η Γ. ανακατέλαβε την αφοπλισμένη από τη συνθήκη των Βερσαλιών Ρηνανία και κατήγγειλε τις συμφωνίες του Λοκάρνο· έπειτα μπήκαν οι βάσεις του άξονα Ρώμης-Βερολίνου (φθινόπωρο 1936), λίγο πριν από το Αντικομουνιστικό Σύμφωνο που υπογράφηκε με την Ιαπωνία στις 25 Νοεμβρίου 1936 και επεκτάθηκε τον επόμενο χρόνο με τη συμμετοχή της Ιταλίας. Στο σημείο αυτό ο Χίτλερ, υποστηριζόμενος από την κοινή γνώμη, επιτάχυνε τις πολεμικές προετοιμασίες δίνοντας στους στρατιωτικούς ηγέτες οδηγίες για τη δυναμική ένοπλη λύση ζωτικού χώρου για 85 εκατ. Γερμανούς (5 Νοεμβρίου 1937). Στις 12 Μαρτίου 1938 ο Χίτλερ κατέλαβε την Αυστρία. Ενώ συνεχίζονταν οι προετοιμασίες για τη στρατιωτική κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, η επέμβαση των δυτικών δυνάμεων ανάγκασε τη Γ. να δεχτεί μία μεσολάβηση, που σημείωσε για την Τσεχοσλοβακία την αρχή του τέλους. Με τη συμφωνία του Μονάχου (30 Σεπτεμβρίου 1938) που υπογράφηκε από τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, οι Σουδήτες παραδίδονταν στη Γ. Τον Μάρτιο του 1939 η Τσεχοσλοβακία ακρωτηριάστηκε οριστικά με τη δημιουργία του γερμανικού προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας. Με ιλιγγιώδη ταχύτητα ο Χίτλερ προέβαλε νέες απαιτήσεις: Μέμελ, Ντάντσιχ και πολωνικός διάδρομος. Αποφασισμένος να λύσει με τα όπλα και το πολωνικό ζήτημα, στις 22 Μαΐου 1939 ο Χίτλερ υπέγραψε το Χαλύβδινο Σύμφωνο με την Ιταλία και στις 23 Αυγούστου ένα σύμφωνο μη επίθεσης με τη Σοβιετική Ένωση. Εξασφαλίζοντας έτσι τη βεβαιότητα πως δεν είχε να αντιμετωπίσει έναν διμέτωπο πόλεμο, εισέβαλε στην Πολωνία. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1939, τα χαράματα, ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος και η συντριβή του ναζισμού. Μέσα σε έναν μήνα η Πολωνία κατατροπώθηκε και αναδιοργανώθηκε σε γενικό κυβερνείο εξαρτώμενο από τη Γ. Έπειτα από αυτή την πρώτη επιτυχία, η προέλαση των γερμανικών στρατιών συνεχίστηκε αδιάκοπη. Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Νορβηγία και τη Δανία και έναν μήνα αργότερα εξαπέλυσαν την επίθεσή τους δυτικά. Η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Γαλλία συνθηκολόγησαν. Η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1940, όταν πια η Γ. είχε κατακτήσει τη μισή Ευρώπη. Όταν έφτασε στον Ατλαντικό, ο Χίτλερ συνέλαβε το σχέδιο να εισβάλει στην Αγγλία, αλλά οι βρετανικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις τον έκαναν να παραιτηθεί από τα σχέδιά του. Σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη οργίαζε η ναζιστική καταπίεση. Κυρίως στην Πολωνία, η ναζιστική κυριαρχία πήρε ακραίες μορφές βαρβαρότητας. Συνολικά, η τελική λύση κατά των εβραϊκών πληθυσμών κόστισε τη ζωή 6 και πλέον εκατ. ανθρώπων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ανάλογες εξοντώσεις γνώρισαν οι πληθυσμοί των τσιγγάνων (Ρομ), καθώς και οι κομουνιστές, αναρχικοί και ομοφυλόφιλοι, που τέθηκαν όλοι αδιακρίτως στο μάτι του κυκλώνα του μισάνθρωπου ναζιστικού παραλογισμού. Από το καλοκαίρι έως τον χειμώνα του 1941 ο πόλεμος, που έως τότε είχε περιοριστεί στα ευρωπαϊκά εδάφη, έλαβε παγκόσμιες διαστάσεις. Στις 22 Ιουνίου, και αφού είχε καταλάβει πλέον ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο, η Γ. στράφηκε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Στα τέλη του 1941, το Ράιχ προχωρούσε απειλητικά προς τα Ουράλια. Η Γ. όμως ήταν τελείως απομονωμένη και ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πολεμικές ανάγκες και να κυβερνήσει τα εδάφη που είχε κατακτήσει με άλλα μέσα εκτός από την τρομοκρατία. Οι τύχες του πολέμου άρχισαν να αλλάζουν κατά τα τέλη του 1942. Οι όροι αντιστράφηκαν αποφασιστικά από τις αρχές του 1943 όταν, με τη νίκη του Στάλινγκραντ (31 Ιανουαρίου 1943), άρχισε η σοβιετική επίθεση. Ταυτόχρονα, στη βόρεια Αφρική οι ιταλογερμανικές δυνάμεις είχαν αναγκαστεί να συμπτυχθούν κάτω από τη διπλή πίεση των Συμμάχων που χτυπούσαν από την Αίγυπτο και από τη γαλλική βόρεια Αφρική. Έπειτα από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (8 Σεπτεμβρίου 1943) και την απόβαση των Συμμάχων στη χώρα αυτή, διαγράφονταν καθαρά οι πιθανότητες ενός δεύτερου μετώπου. Στις 6 Ιουνίου 1944 η αμερικανική απόβαση στη Νορμανδία σημείωσε την αρχή του τέλους: πιεζόμενο από παντού, το ναζιστικό καθεστώς ζούσε την αγωνία των τελευταίων μηνών. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και στον ίδιο τον γερμανικό λαό η πεποίθηση πως η ήττα ήταν αναπόφευκτη. Επικεφαλής των αντιδράσεων βρέθηκαν διάφοροι στρατιωτικοί ηγέτες (Μπεκ, Όστερ), θρησκευτικοί κύκλοι και πολιτικές προσωπικότητες που δεν είχαν αναμειχθεί στο ναζιστικό καθεστώς (φον Μόλτκε, Γκέρντελερ, φον Χάσελ, Λόισνερ, Λέμπερ). Όλοι αυτοί προσπάθησαν να διασώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί. Στις 20 Ιουλίου 1944 ο συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ, ο τολμηρότερος άνθρωπος της αντιπολίτευσης, τοποθέτησε βόμβα στο στρατηγείο του Χίτλερ, αλλά η έκρηξη δεν τον σκότωσε. Η αποτυχία της απόπειρας, μαζί με τους μοιραίους δισταγμούς των στρατιωτικών ηγετών που είχαν εξαρτήσει την προσχώρησή τους από την εξαφάνιση του Χίτλερ, κατέληξε σε μία τελευταία έκρηξη της τρομοκρατίας του καθεστώτος. Τότε ο Χίμλερ, ο αρχηγός των Ες-Ες, έγινε ο ισχυρότερος άνθρωπος της Γ. μετά τον Χίτλερ. Η τύχη όμως του πολέμου είχε πια κριθεί. Στη Διάσκεψη του Ντάμπαρτον Οξ (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1944), στις συνομιλίες της Μόσχας (Οκτώβριος 1944) και στη Διάσκεψη της Γιάλτας (Φεβρουάριος 1945, βλ. λ. Γιάλτα), οι σύμμαχοι συζητούσαν ήδη τη μελλοντική διαρρύθμιση της Ευρώπης και της Γ. μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Όταν τελικά τα σοβιετικά και τα αμερικανικά στρατεύματα συναντήθηκαν στην καρδιά της Γ. (27 Απριλίου 1945), ο Χίτλερ, κλεισμένος στο υπόγειο καταφύγιο της καγκελαρίας που είχε κυκλωθεί από τις σοβιετικές δυνάμεις, αυτοκτόνησε αφού προηγουμένως ανέθεσε την κυβέρνηση του Ράιχ στον ναύαρχο Ντένιτς, παραμερίζοντας τους πιθανούς διαδόχους του, Χίμλερ και Γκέρινγκ, που είχαν αποπειραθεί να συνάψουν ειρήνη με τους Συμμάχους. Η νέα κυβέρνηση Ντένιτς έκανε μία ακόμα τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να επιτύχει από τους δυτικούς χωριστή ειρήνη για να μπορέσει να συγκεντρώσει όσες γερμανικές δυνάμεις απέμεναν για άμυνα εναντίον των Σοβιετικών. Έπειτα όμως από κατηγορηματική άρνηση, αναγκάστηκε να υπογράψει τη χωρίς όρους παράδοση των γερμανικών στρατευμάτων (7-8 Μαΐου). Η οριστική συνθηκολόγηση έγινε στο Βερολίνο (18 Μαΐου 1945). Η κατοχή της Γ. Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου έβρισκε όλες τις χώρες του Άξονα που είχαν πάρει μέρος στη σύγκρουση σε κατάσταση συντριβής, όμοια με εκείνη που είχε ακολουθήσει τον πόλεμο του 1914-18, αλλά παρουσίαζε σοβαρότατα πολιτικά προβλήματα που έπρεπε να λυθούν και τα οποία αφορούσαν κυρίως τα εδάφη και τους πληθυσμούς που ανήκαν άλλοτε στο Γ’ Ράιχ. Γενικά σύμφωνοι στον απόλυτο αφοπλισμό της Γ., οι σύμμαχοι είχαν λιγότερο σαφείς ιδέες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιούσαν τις προθέσεις τους. Τον Σεπτέμβριο του 1944 η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, στις οποίες προστέθηκε αργότερα και η Γαλλία, συμφώνησαν στην αρχή της κοινής κατοχής της Γ.: κάθε δύναμη θα είχε τη δική της ζώνη κατοχής. Το Βερολίνο, η πρωτεύουσα της Γ., θα είχε ιδιότυπη ξεχωριστή διοίκηση, κοινή για τις τέσσερις συμμαχικές δυνάμεις. Η αρχή αυτή, που συζητήθηκε στη Διάσκεψη της Γιάλτας, επικυρώθηκε τελικά στη Διάσκεψη του Πότσνταμ (Ιούλιος-Αύγουστος 1945), όπου καθορίστηκε επίσης η ανάγκη ενιαίας μεταχείρισης του γερμανικού πληθυσμού και της διατήρησης της οικονομικής ενότητας της Γ. υπό την επίβλεψη ενός συμμαχικού συμβουλίου ελέγχου. Παραπέμποντας την οριστική ρύθμιση των συνόρων στη συνθήκη ειρήνης, η διάσκεψη του Πότσνταμ αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Αυστρίας, την επιστροφή των Σουδητών στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και τη σύμπτυξη στη γραμμή Όντερ-Νάισε των γερμανικών ανατολικών συνόρων· η ανατολική Πρωσία παραχωρήθηκε κατά ένα μέρος στη Σοβιετική Ένωση και κατά ένα άλλο στην Πολωνία, ενώ η Γαλλία έπαιρνε το Ζάαρ πάνω στο οποίο διατύπωσε διεκδικήσεις. Από τις περιοχές όμως αυτές καθημερινά συνέρεαν στη Δύση πρόσφυγες, που επιδείνωναν την κατάσταση του ήδη εξαθλιωμένου πληθυσμού. Η Γ. δεν είχε πια ούτε κυβέρνηση ούτε κεντρική εξουσία. Από τις 5 Ιουνίου, πριν από τη συμφωνία του Πότσνταμ, οι σύμμαχοι (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση) δημιούργησαν στρατιωτικές διοικήσεις κατοχής, υπό την αρχηγία των διαφόρων αρχιστράτηγων και χώρισαν τη Γ. σε τέσσερις τομείς. Η Σοβιετική Ένωση κατείχε την ανατολική ζώνη μέχρι τη γραμμή Λίμπεκ-Άιζεναχ· οι ΗΠΑ κατείχαν το νοτιοδυτικό τμήμα· η Μεγάλη Βρετανία εγκαταστάθηκε στο βορειοδυτικό· η Γαλλία ξαναγύρισε στα αριστερά του Ρήνου μέχρι τη Βόνη, στα δεξιά μέχρι την Κολονία, στον Μέλανα Δρυμό μέχρι την Κωνστάντια και στο Ουλμ. Αλλά οι αντιθέσεις που υπέβοσκαν μεταξύ των Συμμάχων οδήγησαν σύντομα στην παράλυση του μηχανισμού κοινής κατοχής. Μόνο σε μερικά θέματα, όπως την τιμωρία των εγκληματιών πολέμου, η συμφωνία των Συμμάχων επέτρεπε την εφαρμογή κοινών μέτρων: η δίκη της Νυρεμβέργης εναντίον των κύριων υπευθύνων του ναζισμού (Νοέμβριος 1945 – Οκτώβριος 1946) ήταν το σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας. Ειδικότερα όμως στο γερμανικό ζήτημα, οι πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις των δύο συνασπισμών εκδηλώθηκαν στην όλο και πιο έντονη απομόνωση μεταξύ της σοβιετικής ζώνης από το ένα μέρος και των δυτικών ζωνών από το άλλο. Την 1η Ιανουαρίου 1948 η βρετανική ζώνη, στην οποία ήταν συγκεντρωμένη η βιομηχανική δύναμη του Ρουρ, ενώθηκε με την αμερικανική· η έναρξη της εφαρμογής του Σχεδίου Μάρσαλ (Ιούνιος 1947) αποτέλεσε έπειτα το αποφασιστικό στοιχείο της οικονομικής αναγέννησης της Δυτικής Γ., που άρχισε οριστικά με τη νομισματική μεταρρύθμιση του Ιουνίου του 1948. Η διαφορετική κατεύθυνση της οικονομικής ανασυγκρότησης των δύο τμημάτων της Γ. υπογράμμιζε τη διαδικασία χωρισμού της χώρας που πέρασε από εξαιρετικά δραματικές φάσεις, όπως του σοβιετικού αποκλεισμού του Βερολίνου (Ιούνιος 1948 – Μάιος 1949, βλ. λ. Βερολίνο). Ταυτόχρονα, οι δυτικές δυνάμεις χαλάρωσαν τον έλεγχό τους στις υποτελείς γερμανικές αρχές και συγκάλεσαν (1 Σεπτεμβρίου 1948) ένα συμβουλευτικό όργανο με την υποχρέωση να συντάξει το κείμενο ενός συντάγματος για τη Δυτική Γ. Το κείμενο αυτό, που για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ονομάστηκε Θεμελιώδης Νόμος (Grundgesetz) και απέβλεπε κυρίως στην αποφυγή των αρνητικών εμπειριών του συντάγματος της Βαϊμάρης, τέθηκε σε εφαρμογή στις 25 Μαΐου 1949, δημιουργώντας την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γ. και επικυρώνοντας τη διάσπαση της χώρας. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γ. Πρώτος πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας εξελέγη ο φιλελεύθερος Τεοντόρ Χόις, που έμεινε στην εξουσία κατά τη δεκαετία 1949-59. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1959 τον διαδέχτηκε ο πρώην υπουργός Γεωργίας Χάινριχ Λίμπκε, εκπρόσωπος της καθολικής πτέρυγας των χριστιανοδημοκρατών, που επανεξελέγη το 1964. Ακολούθησε (1969-74) η προεδρία του σοσιαλδημοκράτη Γκούσταφ Χάινεμαν και από τις 15 Μαΐου 1974 του φιλελεύθερου Βάλτερ Σέελ. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, κυρίως κατά τις πρώτες δύο ομοσπονδιακές κοινοβουλευτικές περιόδους (1949-57), χαρακτηρίστηκε από οξεία αντίθεση ανάμεσα στα δύο κύρια κόμματα: τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU–CSU) και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SΡD). Από τα μικρότερα κόμματα που παρουσιάστηκαν μετά τον πόλεμο, μόνο το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό (FDΡ) αντιπροσωπεύει εθνική πολιτική δύναμη, ενώ οι άλλοι σχηματισμοί της δεξιάς απορροφήθηκαν από το CDU. Μέτρια ήταν τα αποτελέσματα της προσπάθειας να αναβιώσει το νεοναζιστικό κίνημα, ενώ το Κομουνιστικό κόμμα τέθηκε εκτός νόμου το 1956. Το CDU ήταν επικεφαλής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης από το 1949 έως το 1966, μόνο του ή σε συνασπισμό με μικρότερους σχηματισμούς όπως το FDΡ. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποίησε την πολιτική της δυτικής ένταξης και του επανεξοπλισμού, καθώς και την οικονομική ανόρθωση της Γ. πάνω σε καθαρά φιλελεύθερες βάσεις με την πρωτοβουλία του πρώην υπουργού Οικονομικών Λούντβιχ Έρχαρτ. Από το 1949 έως τον Οκτώβριο του 1963 η δράση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έφερε τη σφραγίδα της ισχυρής προσωπικότητας του καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ, που ήταν αδιάλλακτος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού, πρωταγωνιστής στη διαμάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης, επίμονος πολέμιος οποιασδήποτε αναγνώρισης της Λαϊκής Γερμανικής Δημοκρατίας. Οι συμφωνίες του Παρισιού (1954) που τερμάτισαν τη συμμαχική κατοχή, η προσχώρηση στην ΕΟΚ και η είσοδος στο ΝΑΤΟ ήταν οι σημαντικότεροι σταθμοί στην πολιτική του Αντενάουερ. Ο Έρχαρτ (1963-66) όμως δεν κατόρθωσε να δώσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία νέα πολιτική κατεύθυνση. Πολλοί παράγοντες ανάγκαζαν το CDU να επιδιώξει τη συνεργασία του SΡD. Πρώτα-πρώτα η ίδια η εσωτερική κρίση του κόμματος, έπειτα η προοδευτική εξασθένηση των μικρότερων κομμάτων και, τέλος, η αυξανόμενη τάση προς τον δικομματισμό. Τελευταίος συντελεστής, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός, ήταν η εσωτερική εξέλιξη του SΡD που είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει όλες τις παλαιές αρχές του παραδοσιακού σοσιαλισμού και πλησίαζε αποφασιστικά τις θέσεις του CDU ακόμα και στα οικονομικοκοινωνικά ζητήματα. Πάνω στη βάση μιας πλατιάς σύμπτωσης αντιλήψεων γεννιόταν ο μεγάλος συνασπισμός μεταξύ του CDU και του SΡD (1 Δεκεμβρίου 1966) με την ηγεσία του καγκελάριου Κουρτ Κίζινγκερ (CDU) και με αντικαγκελάριο και υπουργό Εξωτερικών τον Βίλι Μπραντ (SΡD). Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1969 το SΡD σημείωσε μεγάλη εκλογική επιτυχία χωρίς όμως να φτάσει τον αριθμό των εδρών των χριστιανοδημοκρατών. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, έπειτα από τη συμμαχία του SΡD με τους φιλελεύθερους, ο Μπραντ ανέλαβε την αρχηγία της κυβέρνησης της Βόνης με ένα πρόγραμμα οικονομικοκοινωνικών μεταρρυθμίσεων που προέβλεπε άνοιγμα προς την Ανατολή (Οstpolitik) διατηρώντας ταυτόχρονα σταθερούς τους δεσμούς με τη Δύση. Το πρόγραμμα ύφεσης της έντασης που εφάρμοσε ο Μπραντ προκάλεσε στο εσωτερικό της χώρας μεγάλες και αρνητικές αντιδράσεις. Οι συμφωνίες με τη Μόσχα και τη Βαρσοβία (1970), οι οποίες προέβλεπαν αντίστοιχα την παραίτηση από την άσκηση βίας και την αναγνώριση των συνόρων στη γραμμή Όντερ-Νάισε, επικρίθηκαν σφόδρα από το CDU και τους Βαυαρούς χριστιανοσοσιαλιστές. Το Βundesrat τις επικύρωσε με επιφυλάξεις και το Reichstag τις επικύρωσε, εγκρίνοντας όμως ταυτόχρονα και μια δήλωση όλων των κομμάτων για τη μη εγκατάλειψη των ενωτικών πόθων. Παρά τις οξύτατες αυτές αντιθέσεις, η πρόοδος του SΡD επαναλήφθηκε στις εκλογές του 1972, στις οποίες εξασφάλισε 230 έδρες έναντι 225 του CDU–CSU. Τον Μάιο του 1974 ο Βίλι Μπραντ παραιτήθηκε από τη θέση του καγκελάριου της Δυτικής Γ., μετά από ένα σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκονταν συνεργάτες του ως πράκτορες της Ανατολικής Γ., και τον διαδέχτηκε ο Χέλμουτ Σμιτ, ενώ τον ίδιο μήνα ο Βάλτερ Σέελ εξελέγη πρόεδρος στη θέση του Γκούσταβ Χάινεμαν. Στις εκλογές του 1976 το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έπαψε να είναι το μεγαλύτερο κόμμα στην ομοσπονδιακή βουλή, αλλά χάρη στον συνασπισμό του με το κόμμα των Φιλελευθέρων διατήρησε την πλειοψηφία. Το 1979 ο Καρλ Κάρστενς διαδέχτηκε τον Σέελ στην προεδρία. Στις εκλογές του 1980 ο συνασπισμός σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων απέσπασε την πλειοψηφία, αλλά τα επόμενα χρόνια εξασθένησε λόγω των διαφωνιών των εταίρων σε κορυφαία ζητήματα. Το 1982 ο συνασπισμός κατέρρευσε και τον Οκτώβριο το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση με τους φιλελεύθερους, εκλέγοντας καγκελάριο τον Χέλμουτ Κολ, ηγέτη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU). Ο συνασπισμός έλαβε νέα λαϊκή εντολή στις εκλογές του 1983, όταν οι χριστιανοδημοκράτες αύξησαν τη δύναμή τους έναντι των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι είχαν επικεφαλής τον Χανς-Γιόχεν Φόγκελ. Σε εκείνες τις εκλογές αντιπροσωπεύτηκαν για πρώτη φορά στη βουλή και οι Πράσινοι. Το 1984 ο Ρίχαρντ φον Βαϊτσέκερ διαδέχτηκε τον Κάρστενς στην προεδρία και ο κεντροδεξιός συνασπισμός, αν και με μειωμένο ποσοστό, διατήρησε την εξουσία μετά τις εκλογές του 1987, Ο Κολ ανέλαβε και πάλι καγκελάριος. Η Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Η Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία «είναι ως κράτος δημοκρατικό και λαϊκό, όπου ουσιαστικά έχουν ήδη μπει οι βάσεις του σοσιαλισμού... Το κράτος, ως κύριο όργανο του εργαζόμενου λαού στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, έχει τώρα το καθήκον να συμπληρώσει τη σοσιαλιστική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής». Αυτός ήταν ο επίσημος ορισμός της ιδεολογίας και της πολιτικής φιλοσοφίας που περιέγραφε συνολικά την ύπαρξη της Ανατολικής Γ. Στην Ανατολική Γ. προεξάρχουσα θέση είχε το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα (SΕD), που δημιουργήθηκε το 1946 από τη συγχώνευση του Κομουνιστικού και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Από συνταγματική άποψη, ανώτατο νομοθετικό όργανο ήταν τυπικά η βουλή του λαού (Volkskammer). Ανάμεσα στα καθήκοντα της βουλής αυτής ήταν, έως το 1960, η εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας. Στη θέση αυτή εξελέγη το 1949 ο Βίλελμ Πικ, ένας από τους ιδρυτές του γερμανικού Κομουνιστικού κόμματος που επανεκλεγόταν συνεχώς έως τον θάνατό του, το 1960. Με την ευκαιρία αυτή έγινε ένας σημαντικός συνταγματικός νεωτερισμός στην κορυφή των εκτελεστικών οργάνων, σύμφωνα με τον οποίο το πρόσωπο και οι αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας καταργήθηκαν για να αντικατασταθούν από έναν συλλογικό οργανισμό, ανάλογο με αυτόν που υπήρχε στις άλλες λαϊκές δημοκρατίες: το συμβούλιο του κράτους, όργανο που εκλεγόταν για μια τετραετία από τη βουλή του λαού. Με τον συνταγματικό αυτό νεωτερισμό πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ενίσχυση των δεσμών μεταξύ κράτους και κόμματος, σε συνδυασμό με την προσαρμογή της αγροτικής πολιτικής στη φάση της ολοκληρωτικής κολεκτιβοποίησης.Η γλώσσα και τα παλαιότερα αποδεικτικά στοιχεία. Οι γερμανικοί λαοί εκφράζονταν αρχικά με μία κοινή γλώσσα που τα βασικά χαρακτηριστικά της δεν μας είναι γνωστά. Αυτή η πρώτη γερμανική γλώσσα δεν άργησε να υποδιαιρεθεί σε δύο μεγάλους κλάδους: τους ιδιωματισμούς των λαών που μετανάστευσαν προς τις βορειότερες περιοχές της Ευρώπης (ανάμεσά τους οι Αγγλοσάξονες) και τους ιδιωματισμούς των άλλων Γερμανών (Φράγκων, Σαξόνων, Βαυαρών, Αλαμανών). Πρόβαλαν τότε δύο γλωσσικές ομάδες καθαρά διαχωρισμένες μεταξύ τους: η άνω και η κάτω γερμανική. Η κάτω γερμανική έδωσε τις ρίζες στις γλώσσες των Κάτω Χωρών (ολλανδική και φλαμανδική) και στις διαλέκτους Ρlat ή κάτω Σαξονικές. Με την άνω γερμανική (Ηochdeutsch) άρχισε η ιστορία της αμιγώς γερμανικής γλώσσας, που πέρασε από τρία στάδια, αντιπροσωπευτικά αντίστοιχων ιστορικών περιόδων: την παλαιά άνω γερμανική, χαρακτηριστική κυρίως της ειδωλολατρικής περιόδου (8ος-12ος αι.), τη μέση άνω γερμανική (13ος-15ος αι.) και τη νέα άνω γερμανική (Νeuhochdeutsch), που είναι και η σημερινή επίσημη και λογοτεχνική γλώσσα. Τα πρώτα γερμανικά τραγούδια ήταν επικά. Το μοναδικό που διασώθηκε είναι ένα απόσπασμα του επικού ποιήματος Άσμα του Ιλδεβράνδου (Ηildebrandslied). Την εποχή των διαδόχων του Καρλομάγνου, η λογοτεχνία ήταν ουσιαστικά θρησκευτική, γραμμένη κατά ένα μέρος στη λατινική και κατά άλλο στη γερμανική: η Προσευχή του Βέσομπρουν (Wessobrunner Gebet), ο Σωτήρας (Ηeliand, περ. 830), ένα ποίημα έξι χιλιάδων στίχων. Η εποχή των Σουηβών και τα τελευταία μεσαιωνικά χρόνια. Η εποχή των Σουηβών (τέλη 12ου – αρχές 13ου αι.) χαρακτηρίζεται από μία ισχυρή γαλλική επίδραση. Όπως το γαλλικό έτσι και το γερμανικό αυλικό έπος τροφοδοτείται από τις περιπέτειες του Καρλομάγνου και συχνότερα του βασιλιά Αρθούρου, των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης κ.ά. Πρόδρομος της επικής ποίησης θεωρείται ο Χάινριχ φον Φέλντεκε, από το Μάαστριχτ του Λίμπουργκ, που έζησε το 1180 περίπου, ενώ οι τρεις μεγάλοι δάσκαλοι του είδους υπήρξαν ο Χάρτμαν φον Άουε, ο Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ και ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Ο πρώτος (1170-1220) ήταν σουηβικής καταγωγής και έγραψε, στα πρότυπα του Κρετιέν ντε Τρουά, δύο ποιήματα: το Ερέκ (Εrec) και το Ιβάιν (Ιwein). Ο Χάρτμαν φον Άουε (1116;-1210;) υπήρξε συγγραφέας δύο ιπποτικών θρησκευτικών ποιημάτων: του Γκρεγκόριους (Gregorius) και του Φτωχού Χάινριχ (Der arme Ηeinrich). Ο Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ (1170-1215) υπήρξε ο πρώτος Γερμανός ποιητής που τραγούδησε τον μεγάλο έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Ο σπουδαιότερος όμως από όλους τους ποιητές αυτούς είναι χωρίς αμφιβολία ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Κατά τα τέλη του 12ου και στα πρώτα χρόνια του επόμενου αιώνα, εμφανίστηκαν στην Αυστρία οι μεγαλύτερες λαϊκές –ή πιο σωστά ηρωικές– εποποιίες του γερμανικού κόσμου. Διαδεδομένες μέχρι τότε προφορικά, πήραν τη μορφή ποιήματος με ομοιοκαταληξία από άγνωστους τραγουδιστές, από τους οποίους πιθανότατα δέχτηκαν την ομοιομορφία στη διάρθρωση και στο μέτρο. Αυτά τα ποιήματα είναι το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν (Νibelungenlied) και το Gudrun. Εκτός από το είδος της αυλικής εποποιίας και του ηρωικού θρύλου ακμάζει και η ερωτική ποίηση. Οι λυρικοί ποιητές της αγάπης είναι ακριβώς οι τραγουδιστές του έρωτα, οι Μinnesänger. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Βάλτερ φον Φογκελβάιντε, γεννημένος περίπου το 1170. Γερμανός πάνω απ’ όλα, ο ποιητής υμνεί τη φυλή του και τις αρετές που εκείνος διακρίνει σε αυτήν, περνώντας από τα ερωτικά στα πολιτικά θέματα. Στην περίοδο που ακολούθησε την εποχή των Σουηβών παράκμασε ο ιπποτισμός. Μία νέα τάξη, η αστική, ήρθε στο προσκήνιο και μαζί της προβλήθηκε μία ποίηση λιγότερο παθητική, που ακολουθούσε σχολαστικούς κανόνες και ασκήθηκε, όπως οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στο πλαίσιο των επαγγελματικών οργανώσεων, σωματείων ή συντεχνιών. Στον βιοτέχνη δάσκαλο προστέθηκε ο δάσκαλος ποιητής ή τραγουδιστής. Εμφανίστηκαν σύλλογοι που ήταν πραγματικές σχολές τραγουδιού, όπου γινόταν επεξεργασία των κανόνων της μετρικής και της ποιητικής διάρθρωσης, οι οποίοι αποτέλεσαν τη λεγόμενη Τabulatur. Ένας διάσημος δάσκαλος βρισκόταν πάντοτε επικεφαλής. Φυσικά, πολύ λίγη γνήσια ποίηση μπόρεσε να δημιουργηθεί από αυτό το σύστημα. Έτσι, μόνο ένα όνομα δασκάλου ραψωδού, του παπουτσή-ποιητή Χανς Ζαξ (1494-1576) έμεινε ζωντανό στη γερμανική παράδοση. Η εποχή του ουμανισμού και της Μεταρρύθμισης, το μπαρόκ και η φιλοσοφική εκμετάλλευση. Ο ουμανισμός και η Μεταρρύθμιση ανατάραξαν τα ήρεμα νερά. Ο πρώτος ήλθε από την Ιταλία και είχε μεγάλη απήχηση στους κύκλους των λογίων. Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Γιοχάνες Ρόιχλιν (1455-1522) και ο Ούλριχ φον Χούτεν (1488-1523), χρησιμοποίησαν περισσότερο και καλύτερα από τη γερμανική γλώσσα την κλασικίζουσα λατινική. Χαρακτηριστικά και βαθιά γερμανική ήταν αντίθετα η κίνηση της διαμαρτυρόμενης Μεταρρύθμισης. Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) δεν υπήρξε μόνο ο μέγας απόστολός της και ο υπέρτατος καθοδηγητής, αλλά και μία μορφή πρώτου μεγέθους στον χώρο των γραμμάτων. Συνέθεσε και μελοποίησε πρωτότυπους θρησκευτικούς ύμνους, ενώ η μετάφρασή του στη Βίβλο αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Ο Τριακονταετής πόλεμος που συντάραξε τη Γ. μέχρι τα μέσα του 15ου αι. επηρέασε και κάθε πνευματική εκδήλωση. Τα πάντα αδράνησαν και οι μόνες φωνές που αντηχούσαν ακόμα στον κόσμο του πνεύματος ήταν φωνές απ’ έξω. Συγγραφείς και ποιητές μιμούνταν απλώς ξένα πρότυπα, κυρίως γαλλικά. Δεν έλειψαν όμως προθέσεις ομαδικής δραστηριότητας και έτσι γεννήθηκαν στη Γ. οι Ακαδημίες. Η πρώτη ιδρύθηκε στη Βαϊμάρη το 1617, πάνω στα πρότυπα της ιταλικής Ακαδημίας της Κρούσκα με την ονομασία Αcademia Fruttifera. Άλλες παρόμοιες ακαδημίες ιδρύθηκαν σχεδόν παντού. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα επιβλήθηκε η ιδιοφυΐα του Μάρτιν Όπιτς (1597-1639), ιδρυτή της λεγόμενης πρώτης σχολής της Σιλεσίας, που πρώτος όρισε τους νόμους της εθνικής μετρικής. Ανάμεσα στους μαθητές και στους οπαδούς του ξεχωρίζουν ο Πάουλ Φλέμινγκ (1609-1640), ο Αντρέας Γκρίφιους (1616-1664), ο Φίλιπ φον Τσέζεν (1619-1689) και ο Γιόχαν Σέφλερ (1624-1677), πιο γνωστός με το ψευδώνυμο Άντζελους Σιλέζιους. Από το δεύτερο μισό του αιώνα και έπειτα επικράτησε μια πιο αυθεντική τάση μπαρόκ, που παρατηρήθηκε εντονότερα στους συγγραφείς της λεγόμενης δεύτερης σχολής της Σιλεσίας (περ. 1660). Σπουδαιότερος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Ντάνιελ Κάσπερ φον Λόενσταϊν (1635-1683), συγγραφέας δραμάτων, λυρικών ποιημάτων και ενός μυθιστορήματος (Αrminius). Ανάμεσα όμως σε όλους, μοναδική προσωπικότητα που πραγματικά ξεχωρίζει είναι αυτή του Χανς Γιάκομπ Κρίστοφελ φον Γκρίμελσχαουζεν (1621/2-1676). Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα είχε αποκλειστικά κυριαρχήσει η σχολαστική φιλοσοφία, σπουδαιότερος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δομινικανός Αλμπέρτο Μάνιο, κόμης του Μπόλστετ (1193-1280). Με τον ουμανισμό περιορίστηκε η επίδραση του σχολαστικισμού. Η Γ. όμως άργησε να υιοθετήσει αυτό τον νέο τρόπο σκέψης. Ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (1646-1716) υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος των νέων ρευμάτων και το έργο του είναι αξιόλογο ακόμα και από λογοτεχνική άποψη. Δημιούργησε μια καθαρά φιλοσοφική γερμανική γλώσσα και παρακίνησε και έπεισε τους συμπατριώτες του να μην παραμελούν το μητρικό ιδίωμα. Ο γερμανικός διαφωτισμός του 18ου αι. Ο εκπρόσωπος της πρώτης γενιάς του Διαφωτισμού ήταν ο Γιόχαν Κρίστοφ Γκότσετ (1700-1766). Ως πρότυπα υποδείκνυε στους συμπατριώτες του τους Γάλλους κλασικούς που, κατά την κρίση του, είχαν επινοήσει και ερμηνεύσει καλύτερα από όλους το πνεύμα των αρχαίων. Αντίπαλοι του Γκότσετ ήταν ο Γιόχαν Γιάκομπ Μπόντμερ (1698-1783) και ο Γιόχαν Γιάκομπ Μπράιτινγκερ (1701-1776), και οι δύο Ελβετοί από τη Ζυρίχη, που απέρριπταν στην τέχνη και την ποίηση κάθε δουλική υπακοή σε νόμους ή κανόνες που ανακόπτουν την ελεύθερη δημιουργική της παρόρμηση. Κατά τα μέσα του 18ου αι. φαινόταν να επιβάλλεται όλο και περισσότερο η πολιτική δύναμη της Πρωσίας και μαζί με αυτήν η μεγάλη προσωπικότητα του Φρειδερίκου Β’, που βοήθησε στην αναβίωση της γερμανικής πνευματικής ζωής. Ο Φρίντριχ Γκότλιμπ Κλόπστοκ (1724-1803) ήταν ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους της εποχής που προηγήθηκε του Γκέτε. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό το 1748, όταν δημοσίευσε τις πρώτες τρεις ραψωδίες του Μεσσία (Μessias), χριστιανικού ποιήματος (ολοκληρώθηκε το 1773) εμπνευσμένου από τον Χαμένο παράδεισο (Ρaradise Lost) του Τζον Μίλτον, το οποίο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στη Γ. Ο στεγνός κλασικισμός του Γκότσετ είχε κουράσει και όλοι ζητούσαν τώρα κάτι πιο ζωντανό που φάνηκε να βρίσκεται στα καλοχτισμένα εξάμετρα του Κλόπστοκ. Στις Ωδές (Οden) του, υλοποίησε έναν συνδυασμό ποιητικού και θρησκευτικού μυστικισμού, ο οποίος ασκούσε πάντα γοητεία στο γερμανικό πνεύμα. Ο Κλόπστοκ υπήρξε επιπλέον ο ιδανικός αρχηγός της λογοτεχνικής συντροφιάς που είχε ως όργανο το Αλμανάκ των Μουσών (Αlmanac des Μuses), ένα περιοδικό που εκδόθηκε το 1770 στο Γκέτινγκεν. Στη συντροφιά ανήκαν επίσης ο Γιόχαν Χάινριχ Φος (1751-1826) και ο Γκότφριντ Άουγκουστ Μπίργκερ (1747-1794). Παράλληλα και αντίθετα στον Κλόπστοκ, επιβλήθηκε ο Γκότχολντ Εφρέμ Λέσινγκ (1729-1781), μία από τις σημαντικότερες μορφές του γερμανικού 18ου αι., τυπικά ορθολογιστής. Ο Λέσινγκ συνδέθηκε με το θέατρο όχι μόνο ως συγγραφέας (Νathan der weise) αλλά και ως θεωρητικός: στην Αμβουργική Δραματουργία (Ηamburgische Dramaturgie), αντίπαλος του γαλλικού κλασικισμού του Γκότσετ, επικαλείται τους κανόνες του Αριστοτέλη και προτείνει τον Σαίξπηρ ως πρότυπο δραματουργού. Υπήρξε σπουδαίος κριτικός και μελετητής θεολογικών θεμάτων. Ανάμεσα στα καλύτερα έργα του είναι τα Γράμματα για τη νεότατη λογοτεχνία (Βriefe, die neueste Literatur betreffend), Λαοκόων (Der Laokoon) και Αγωγή του ανθρώπινου είδους (Εrziehung des Μenschengeschlects), ένα αξιόλογο παιδαγωγικό δοκίμιο. Η τρίτη σημαντική προσωπικότητα αυτής της γόνιμης περιόδου ήταν ο Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ (1733-1813), γνήσιο τέκνο εκείνου του Διαφωτισμού που ερμηνεύεται περισσότερο ως κανόνας ζωής παρά ως σύστημα. Το αριστούργημα του Βίλαντ είναι το ποίημα Όμπερον (Οberon, 1780), σύνθεση ιπποτική γαλλικής προέλευσης, εμπνευσμένη από τον Μαινόμενο Ορλάνδο. Εκτός όμως από τον Κλόπστοκ, τον Λέσινγκ και τον Βίλαντ, αξίζει να αναφερθούν και οι Γιόχαν Γιοακίμ Βίνκελμαν (1717-1768) και Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν (1730-1788), υποστηρικτής του αισθητικού κλασικισμού ο ένας και του πιο αχαλίνωτου παραλογισμού ο άλλος. Από το Sturm und Drang στον ρομαντισμό, το απόγειο της γερμανικής κουλτούρας. Ευπρόσδεκτος στην πεφωτισμένη αυλή του Φρειδερίκου Β’, ο ορθολογισμός κυριαρχούσε περίπου το 1770 στη Γ., όχι όμως και χωρίς αντιδράσεις. Έτσι δεν άργησε να εμφανιστεί η κίνηση Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), μια βίαιη άρνηση αυτού του γεωμετρικού ορθολογισμού και έκφραση του γόνιμου παραλόγου. Οι πιο γνήσιοι εκπρόσωποί του ήταν μορφές δεύτερου επιπέδου: ο Μαξιμίλιαν Κλίνγκερ (1752-1831), συγγραφέας του δράματος από το οποίο προέκυψε και η ομώνυμη κίνηση, ο Ράινχολντ Λεντς (1751-1792) και ο Φρίντριχ Μίλερ (1749-1825). Όπως είχε συμβεί και με άλλες λογοτεχνικές κινήσεις, έτσι και το Sturm und Drang ήταν προορισμένο να εξαντληθεί σύντομα, αν δεν προσχωρούσαν σε αυτό καλλιτεχνικές προσωπικότητες πρώτου μεγέθους, όπως ήταν ο νεαρός τότε Γκέτε και ο δάσκαλός του Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744-1803). Σπουδαιότερα από τα έργα του τελευταίου αυτού είναι: Στις πηγές της ομιλίας (Uber den Ursprung der Sprache) και Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας (Ιden zur Ρhilosophie der Geschichte der Μenschheit), καθώς και μία συλλογική λαϊκών τραγουδιών, με τίτλο Volkslieder. Η εμφάνιση κατά τα τέλη του 18ου αι. του Βόλφγκανγκ Γκέτε (1749-1832) φαίνεται να επικυρώνει την αδιάλειπτη πνευματική άνοδο του έθνους, οριστικά απελευθερωμένου από τη δουλεία της μίμησης ξένων προτύπων. Η μοναδική μορφή που μπορεί να παραβληθεί με τη δική του γιγαντιαία προσωπικότητα είναι εκείνη του Φρίντριχ Σίλερ (1759-1805), που μαζί με τον Γκέτε αποτελούν τη δυάδα του γερμανικού κλασικισμού. Παράλληλα με αυτούς όμως δημιουργούσαν και άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο πεζογράφος Γιόχαν Πάουλ Φρίντριχ Ρίχτερ (1763-1825), γνωστότερος ως Ζαν-Πολ, ο ποιητής Φρίντριχ Χέλντερλιν (1770-1843), ο δραματικός ποιητής και συγγραφέας Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811) κ.ά. Ο Εμάνουελ Καντ (1724-1804), από το Κένιγκσμπεργκ, ο φιλόσοφος του κριτικισμού, είχε τοποθετήσει μετά από εντατική έρευνα τις βάσεις και είχε χαράξει τα όρια της λογικής, αποδεικνύοντας τη δύναμή τους στον θεωρητικό χώρο της γνώσης καθώς και στον πρακτικό χώρο της ηθικής και σε εκείνον της αισθητικής κρίσης. Μετά από αυτόν, μια ομάδα στοχαστών, μέσα από τους οποίους ξεχώρισαν οι Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε (1762-1814), Φρίντριχ Βίλχελμ Σέλινγκ (1775-1854) και Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ (1770-1831) διακήρυξαν την απόλυτη υπεροχή του πνεύματος. Η ιδεαλιστική φιλοσοφία προετοίμασε και πλαισίωσε τον ρομαντισμό, ένας άλλος εκπρόσωπος του οποίου, ο Φρίντριχ Σλάιερμαχερ (1768-1834), επιβεβαιώνοντας τον συναισθηματικό και επομένως παράλογο χαρακτήρα της θρησκείας. Πολλοί προσπάθησαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τον ρομαντισμό που, ανάμεσα στο τέλος του 18ου και στην αρχή της τέταρτης δεκαετίας του 19ου αι., σημάδεψε την πνευματική ζωή της Γ. με πολλές επιπτώσεις και στο εξωτερικό. Είναι όμως δύσκολο να συντεθούν μονολεκτικά όλα τα στοιχεία που τον συνιστούν. Πέρα από την αναζήτηση του εξωπραγματικού, ενυπάρχει στον ρομαντισμό η αντίθεση προς κάθε κλασικισμό. Οι ρομαντικοί διακήρυξαν τη σημασία του συναισθήματος και της φαντασίας. Με την εκλεπτυσμένη τους ειρωνεία, που θεωρήθηκε το χαμόγελο του καλλιτέχνη πάνω στη ζωή, στον κόσμο και πάνω στην ίδια του την τέχνη, πρόσθεσαν ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο στην τάση αυτή. Ο ρομαντισμός στη λογοτεχνία εκφράστηκε μέσα από το έργο μιας ομάδας συγγραφέων συγκεντρωμένων στον λεγόμενο Όμιλο της Ιένας, οι οποίοι το 1798 δημιούργησαν ως φωνή του νέου ρεύματος την επιθεώρηση Αthenaeum. Κυριότεροι εμψυχωτές της υπήρξαν οι δύο αδελφοί Άουγκουστ Βίλχελμ Σλέγκελ (1767-1845) και Φρίντριχ Σλέγκελ (1772-1829), διάσημοι κριτικοί, καθώς και οι ποιητές Φρίντριχ Λέοπολντ φον Χάρντενμπεργκ (1772-1801), πιο γνωστός με το ψευδώνυμο Νοβάλις, Λούντβιχ Τικ (1773-1853) και Βίλχελμ Χάινριχ Βάκενροντερ (1773-1798). Ο πρώτος άφησε τους περίφημους Ύμνους στη νύχτα (Ηymnen an die Νacht). Ο Βερολινέζος Λούντβιχ Τικ εμφανίστηκε ως ορθολογιστής, αλλά προσηλυτίστηκε αμέσως σε μία συναισθηματική θεώρηση της τέχνης και έγραψε, ανάμεσα σε πολλά άλλα πεζά και στίχους, το μυθιστόρημα Περιπλανήσεις του Φραντς Στέρνμπαλντς (Franz Sternbalds Wanderungen), πάνω στο πρότυπο του Βίλχελμ Μάιστερ (Wilhelm Μeister) του Γκέτε που χρησίμευσε ως πρότυπο στους ρομαντικούς. Ο Βάκενροντερ, που χάθηκε σε ηλικία 25 ετών, είναι ο συγγραφέας των Διαχύσεων ενός φιλότεχνου καλόγερου (Ηerzensergiessungen eines kunstliebenden klosterbruders), που είναι βιογραφίες μεγάλων Ιταλών καλλιτεχνών. Ένας δεύτερος ρομαντισμός, πιο γνωστός ως ρομαντισμός της Χαϊδελβέργης, έκανε την εμφάνισή του στην πόλη αυτή, γύρω στο 1806 με το έργο του ποιητή Κλέμενς Μπρεντάνο (1778-1842), της αδελφής του Μπετίνα Μπρεντάνο φον Άρνιμ (1785-1859) και του συζύγου της Αχίμ φον Άρνιμ (1781-1831). Στο Βερολίνο εμφανίστηκε (1803) ένας καινούργιος λογοτεχνικός όμιλος, στον οποίο προσχώρησαν ανάμεσα σε άλλους οι Άνταλμπερτ φον Σαμίσο (1781-1838), λυρικός, γλυκός και μελαγχολικός αφηγητής σε στίχους και σε πρόζα, Φρίντριχ ντε Λα Μοτ Φουκέ (1777-1843), συγγραφέας αναρίθμητων μυθιστορημάτων, ποιημάτων και ιπποτικών διηγημάτων, Έρνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν (1776-1822), πολυσχιδής ιδιοφυΐα (νομικός, μουσικός, ζωγράφος και θεατρικός σκηνοθέτης) και Γιόζεφ φον Άιχεντορφ (1788-1857). Η σουηβική σχολή υπήρξε η τέταρτη επανενσάρκωση του ρομαντισμού. Άνθισε στο Τίμπινγκεν με ηγετική μορφή τον Λούντβιχ Ούλαντ (1787-1862), τον δημοφιλέστερο, μετά τον Σίλερ, Γερμανό ποιητή στο είδος του, που έγινε πασίγνωστος με τις Μπαλάντες (Βallate). Παράλληλα, αλλά και κάπως έξω από το ρομαντικό ρεύμα, ο Έντουαρτ Μέρικε (1804-1875) ασχολήθηκε με την περιγραφική λυρική ποίηση και το μυθιστόρημα. Έγινε γνωστός με τη νουβέλα του Ταξίδι του Μότσαρτ στην Πράγα (Μozart auf der Reize nach Ρrag). Άποψη μερικών είναι ότι ο γερμανικός ρομαντισμός θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο ρεύματα. Το ένα ρεύμα είναι το συμβατικά αποκαλούμενο Μπίντερμαγερ (Βiedermeier) από το κοινό γερμανικό όνομα Μάγερ, που χαρακτηρίζει εδώ ένα τυχαίο πρόσωπο ονόματι Μάγερ, μέσο αστό χωρίς εξάρσεις. Το άλλο ρεύμα, βγαλμένο από τη φιλελεύθερη κίνηση των φοιτητικών συλλόγων (Βurschenschaften), έμεινε γνωστό ως Νέα Γερμανία. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς εδώ ή εκεί το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων αυτής της περιόδου. Και αυτό γίνεται ακόμα περισσότερο αισθητό μέσα στο έργο λογοτεχνών όπως ο Άουγκουστ φον Πλάτεν Χάλερμιντε (1769-1835) και ο Χάινριχ Χάινε (1796-1835). Ο δεύτερος υπήρξε όχι μόνο ο μεγαλύτερος Γερμανός ποιητής της γενιάς μετά τον Γκέτε, αλλά και διεισδυτικός πεζογράφος. Καθιερώθηκε σχεδόν αμέσως χάρη στο πρωτότυπο ύφος του με το νεανικό Βιβλίο των τραγουδιών (Βuch der Lieder), ποιητικό έργο με εξαιρετική χάρη και εκφραστική συνοχή. Ανάμεσα στα άλλα έργα του ξεχωρίζουν τα Νέα ποιήματα (Νeue Gedichte) και το Ρομαντσέρο (Romanzero). Ρεαλισμός και νατουραλισμός. Ο ρεαλισμός υπήρξε η δεσπόζουσα λογοτεχνική τάση στη Γ. από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι το 1880. Ήταν μία επιστροφή στην αντικειμενικότητα: ο ιδεαλισμός υποχωρούσε στον υλισμό. Ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ (1804-1872) καλούσε τους ανθρώπους στην πραγματική ευαισθησία. Ο Λούντβιχ Μπίχνερ (1824-1899) διακήρυττε ότι όλα είναι δύναμη και ύλη. Μόνο ο Άρτουρ Σοπενχάουερ (1788-1860) ανέτρεξε στην παράδοση του Καντ, αλλά για να φτάσει σε μία φιλοσοφία του πεσιμισμού και του πόνου, που γοητεύει κυρίως για τα θαυμαστά λογοτεχνικά χαρίσματα του συγγραφέα του. Έτσι, η λογοτεχνία μπαίνει σε μια νέα περίοδο. Οι δύο μεγαλύτεροι εκπρόσωποι του καθαρά γερμανικού ρεαλισμού υπήρξαν ο Στορμ και ο Φοντάνε. Ο Τέοντορ Στορμ (1817-1888), εραστής των μικρών πραγμάτων και της απλής ζωής, συμβίβασε στο έργο του τον ρεαλισμό και τον ρομαντισμό. Το ωραιότερο και γνωστότερο δημιούργημά του είναι η νουβέλα Ίμενζεε (Ιmmensee). Ο Τέοντορ Φοντάνε (1819-1898), η φήμη του οποίου οφείλεται κυρίως στο μυθιστόρημα Εffi Βriest, εισήγαγε για πρώτη φορά στη Γ. τον νατουραλισμό που είχαν ήδη εκφράσει στη Γαλλία οι Φλομπέρ, Μοπασάν και Ζολά. Ο νατουραλισμός αποτέλεσε, ειδικά στο θέατρο, ένα μεγάλο ρεύμα του τέλους του γερμανικού 19ου αι. και καλλιεργήθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Χολτς, Χάουπτμαν και Σούντερμαν. Ο Άρνο Χολτς (1863-1929) έγραψε μαζί με τον Γιοχάνες Σλαφ (1862-1941) τα κείμενα του Ρapa Ηamlet και το μικροαστικό δράμα Οικογένεια Ζέλικε (Familie Selicke). Ο Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (1862-1946) έγραψε κοινωνικά δράματα: Οι υφαντές (Die Weber) και Πριν από την ανατολή (Vor Sonnenaufgang). Το 1912 πήρε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο Χέρμαν Σούντερμαν (1857-1928) υπήρξε επίσης ένας δραματικός συγγραφέας αλλά και ένας αξιόλογος αφηγητής. Ο Νίτσε και ο μύθος του υπερανθρώπου. Η πιο υποβλητική μορφή των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αι. υπήρξε αναμφίβολα ο Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900), που ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο με τις θεωρίες του τόσο μέσα όσο και έξω από τη Γ. Ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να ασκεί μια ισχυρή επιρροή στον πνευματικό κόσμο. Στο πρώτο μεγάλο έργο του, Η γέννηση της τραγωδίας ή ελληνισμός και πεσιμισμός (Die geburt der Τragödie oder Griechentum und Ρessimismus), που δημοσιεύτηκε το 1872, υπάρχει ήδη διάκριση του ελληνικού πνεύματος σε δύο στοιχεία: το απολλώνιο και το διονυσιακό. Το απολλώνιο ήταν η αισθητική αναγέννηση στον κόσμο της ομορφιάς, έναν κόσμο απαλλαγμένο από την αέναη ροή των πραγμάτων από το τίποτα στην ύπαρξη και από την ύπαρξη στο τίποτα. Το διονυσιακό ήταν, αντίθετα, η ενεργητική ροή των πραγμάτων από το τίποτα στην ύπαρξη και από την ύπαρξη στο τίποτα, δηλαδή στην έντονη ηδονή του δημιουργού, που δεν είναι διαχωρισμένη από την οργή του καταστροφέα. Ακολούθησαν άλλα γραπτά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν (1876-79) το Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο (Μenschliches, Αllzumenschliches) και το Ένα βιβλίο για τα ελεύθερα πνεύματα (Εin Βuch fϋr freie Geister). Η χαρούμενη επιστήμη (Die frohliche Wissenschaft, 1882) είναι ένα έργο όπου η ηθική απορρέει μέσα από τις πιο απλές διαθέσεις της φύσης. Με αυτό χαράχτηκε ο δρόμος προς τη θεωρία της δύναμης και του υπερανθρώπου που βρήκε τελικά την ποιητικότερη και πιο αποκαλυπτική της έκφραση στο έργο Τάδε έφη Ζαρατούστρας (Αlso Sprach Ζarathustra). Ακολούθησαν τα: Πέρα από το καλό και το κακό (Jeinseits von Gut und Βöse), Η περίπτωση Βάγκνερ (Der Fall Wagner) και το Λυκόφως των Θεών (Götzendämmerung). Ο Αντίχριστος (Der Αntichrist) ήταν το πρώτο βιβλίο του μεγάλου και ημιτελούς έργου του Νίτσε Η θέληση της δύναμης (Der Wille zur Μacht). Σε αυτά τα έργα στοχασμού έρχονται να προστεθούν τα ποιήματα, σχεδόν όλα μεσογειακής έμπνευσης. Η αισθητική αντίδραση και οι ιμπρεσιονιστές ποιητές. Φυλλάδια για την τέχνη (Βlätter fur die Κunst) ήταν ο τίτλος μιας επιθεώρησης αντινατουραλιστικής έμπνευσης με συμβολικές τάσεις που ιδρύθηκε (1892) στο Βερολίνο από τον λυρικό ποιητή Στέφαν Γκεόργκε (1868-1933). Από την ομάδα του Γκεόργκε ξεχώρισαν ο Αυστριακός Ούγκο φον Χόφμανσταλ (1874-1929) και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926). Το δόγμα «τέχνη για την τέχνη» υπήρξε γι’ αυτόν μια βασανιστική ειδωλολατρεία του ύφους, μέσα στην οποία δεν κατάφερε να τοποθετήσει και να περιλάβει την πραγματικότητα. Μετά τις πρώτες λυρικές του προσπάθειες (1894), ο Ρίλκε στράφηκε στην πρόζα και έγραψε τον τόμο Περί του καλού θεού και άλλων ιστοριών, όπου υπήρχαν οι πάρα πολύ επιτυχημένοι στίχοι του Βιβλίου των ωρών (Stundenbuch) με την έντονη θρησκευτική έμπνευση που κυριαρχεί επίσης και στο μυθιστόρημα Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε (Die Αufzeichnungen des Μalte Laurids Βrigge). Το νατουραλιστικό ρεύμα, που στάθηκε ανίκανο με την πάροδο του χρόνου να αναδειχτεί καλλιτεχνικά, έλαβε σιγά-σιγά ρομαντικές αποχρώσεις. Ποιητές και συγγραφείς έπαιρναν από την πραγματικότητα άλλοτε μόνο μερικά κύρια σημεία και άλλοτε πάλι ελάχιστες λεπτομέρειες, και αντιδρούσαν όπως και οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι· γι’ αυτό και υιοθέτησαν το όνομά τους. Ανάμεσα στους ποιητές και στους συγγραφείς που χαρακτηρίζονται ως ιμπρεσιονιστές, αναφέρουμε τον Ντέτλεφ φον Λίλιενκρον (1844-1909), αφηγηματογράφο, λυρικό ποιητή και δραματικό συγγραφέα, τον Ρίχαρντ Ντέμελ (1863-1920) και τον πιο πρωτότυπο Κρίστιαν Μόργκενστερν (1871-1914). Από κάποια άποψη μπορεί να ταυτιστεί με την ομάδα των νεορομαντικών και εξπρεσιονιστών Γερμανών συγγραφέων και η Ρικάρντα Χουχ (1864-1947), με το πολύπλευρο λογοτεχνικό της έργο που την ανέδειξε σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γερμανικών γραμμάτων. Οι αρχές του 20ού αι. Το 1910 περίπου ωρίμασε στη Γ. ο εξπρεσιονισμός που υποστήριξε την επιστροφή στον πρωτόγονο άνθρωπο, τον Ούρμενσχ (Urmensch), και σε μία ανθρωπότητα πιο ελεύθερη. Ο Φριτς φον Ούνρουχ, ο Γκέοργκ Κάιζερ και άλλοι, μαζί με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ, είναι οι δάσκαλοι του εξπρεσιονιστικού θεάτρου, ενώ ο Άουγκουστ Στραμ (1874-1915), η Έλσε Λάσκερ-Σίλερ (1876-1945), ο Ράινχαρτ Γιοχάνες Σόργκε (1892-1916) και κυρίως ο Γκότφριντ Μπεν (1886-1956) είναι οι σημαντικότεροι λυρικοί ποιητές. Στα πλαίσια του εξπρεσιονισμού τοποθετείται επίσης ο Φραντς Κάφκα από την Πράγα (1883-1924), με έργα γεμάτα συμβολισμούς και αλληγορίες, που προκάλεσαν και προκαλούν ακόμα και τώρα ποικίλες αντιδράσεις. Από αυτά, εκτός από τις νουβέλες, αξίζει να αναφερθούν και τα τρία μυθιστορήματα που έγιναν γνωστά μετά τον θάνατό του: Η δίκη (Des Ρrozess), Ο Πύργος (Das Schloss) και Αμερική (Αmerika). Γεννημένος στην Πράγα ήταν επίσης ο Φραντς Βέρφελ (1890-1945) που εμφανίστηκε ως ποιητής στα πλαίσια του εξπρεσιονισμού, αν και έχει δώσει τα καλύτερα δείγματα της τέχνης του στην αφήγηση, ιδιαίτερα στη συλλογή Από το λυκόφως ενός κόσμου (Αus der Dämmerung einer Welt). Αλλά η κεντρική μορφή της γερμανικής λογοτεχνίας στην περίοδο του 20ού αι. ήταν ο Τόμας Μαν (1875-1955) που πήρε το βραβείο Νόμπελ το 1929. Ο Χέρμαν Έσε (1877-1962) πήρε επίσης στη Στοκχόλμη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1946). Με τον Τόμας Μαν έχουν κοινή την τάση να δίνουν ζωή σε καλλιτεχνικά ποιήματα πολιτιστικού χαρακτήρα. Τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι κυρίως τα δύο τελευταία: Ταξίδι στην Ανατολή (Die Μorgenlandfahrt) και το Παιχνίδι των γυάλινων μαργαριταριών (Das glasperlenspiel). Ήδη, μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ο εξπρεσιονισμός βρέθηκε στη δύση του. Έτσι, η λογοτεχνική κίνηση που γύρω στο 1925 έλαβε την ονομασία νέο-αντικειμενισμός ή νεορεαλισμός (Νeue Sachlishkeit) χαρακτηρίστηκε από μία κάπως εντονότερη επιστροφή στον ρεαλισμό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της τάσης αυτής ήταν οι Χανς Καρόσα (1878-1956), Χανς Φαλάντα (1893-1947, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν), Άρνολντ Τσβάιχ (1887-1968) και Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (1898-1970). Ο τελευταίος είναι ο συγγραφέας του περίφημου Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο (Ιm Westen nichts Νeues), ενώ άλλα έργα του είναι: Αγάπα τον πλησίον σου (Liebe deinen Νachsten), Αψίδα θριάμβου (Αrc de Τriomphe), Καιρός να ζήσεις και καιρός να πεθάνεις (Ζeit zu leben und Ζeit zu sterben) και Η νύχτα της Λισαβόνας (Die Νacht von Lissabon). Δύο Ισραηλίτες, ιδιαίτερα προσηλωμένοι στο εβραϊκό πρόβλημα, ήταν οι Γιάκομπ Βάσερμαν (1873-1934) και Λίον Φοϊχτβάνγκερ (1884-1958). Υμνητές του λαού και της γερμανικής πατρίδας, αν και με διαφορετικό ύφος, ήταν ένας συγγραφέας μυθιστορημάτων, ο Χανς Φρίντριχ Μπλουνκ (1888-1961), και μια ποιήτρια, η Άγκνες Μίγκελ (1879-1964). Ένας από τους διασημότερους συγγραφείς υπήρξε ο Έρνστ Βίχερτ (1887-1950). Το δεύτερο μισό του 20ού αι. Η περίοδος 1933-45 υπήρξε μοιραία και για τα γερμανικά γράμματα. Στερημένη από κάθε ελευθερία, καμιά πολιτιστική δραστηριότητα δεν μπόρεσε να ανθήσει και έτσι δεν υπήρξε ποίηση ούτε πρόζα ούτε θέατρο. Με τον θάνατο του Χίτλερ και τη λήξη του πολέμου, η λογοτεχνική κοινωνία προσπάθησε να αναδιοργανωθεί. Πολλοί εκπατρισμένοι γύρισαν και έγιναν γνωστά τα έργα που είχαν γράψει στην εξορία τους. Ο Χέρμαν Κέστεν, νεορεαλιστής της αστικής ζωής, αναλυτής χωρίς προκαταλήψεις του σύγχρονου ήθους, ξανάρχισε να γράφει και να δημοσιεύει. Ο Έρνστ Γίνγκερ δημοσίευσε τον Γόρδιο δεσμό (Der gordische Κnoten, 1953). Ο Τέοντορ Πλιβίρ, πρώην μαρξιστής συγγραφέας, άφησε μια μεγάλη τριλογία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στους τόμους Μόσχα (Μoskau), Στάλινγκραντ (Stalingrad) και Βερολίνο (Βerlin). Η Ελίζαμπετ Λανγκάισερ δημοσίευσε το μυθιστόρημα Η αθάνατη σφραγίδα (Das unauslöschliche Siegel, 1946), πλούσιο σε συμβολισμούς. Η Γκέρτρουντ φον Λε Φορτ απέδωσε έντονα το θρησκευτικό πρόβλημα. Ο Χέρμαν Κάζακ, ήδη γνωστός ως συγγραφέας αξιόλογων λυρικών ποιημάτων, επέκρινε σε δύο μυθιστορήματα υπερρεαλιστικής τεχνοτροπίας –Η πόλη πέρα απ’ το ποτάμι (Die Stadt hinter dem Strom) και Το μεγάλο δίχτυ (Das grosse Νetz)– τις στείρες περιπλοκές της σύγχρονης ζωής. Η Άννα Ζέγκερς, συγγραφέας πολιτικά στρατευμένη, δημοσίευσε το μυθιστόρημα Ο έβδομος σταυρός (Das siebte Κreuz), ένα βίαιο κατηγορώ κατά του ναζισμού. Ένας άλλος εκπρόσωπος αυτής της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας υπήρξε ο Γιοχάνες Ρόμπερτ Μπέχερ, συγγραφέας των ποιημάτων Ο άνθρωπος που πάει στη σειρά (Der Μann, der in der Reihe geht) και του μυθιστορήματος Αντίο (Αbschied). Από τους πιο πρόσφατους συγγραφείς, ας θυμηθούμε τον Χάινριχ Μπελ (βραβείο Νόμπελ, 1972), που έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα Σπίτι χωρίς φύλακες (Ηaus ohne Ηüter), Μπιλιάρδο στις εννιάμισι (Βillard um halbzehn) και το περίφημο Ομαδικό πορτρέτο με κυρία (Gruppenbild mit Dame). Αξιόλογος συγγραφέας είναι και ο Άρνο Σμιτ: Από τη ζωή ενός φαύνου (Αus dem Leben eines Fauns), Η δημοκρατία των προικισμένων (Die Gelehrtenrepublik) κ.ά. Δίπλα σε αυτόν πρέπει να αναφερθεί ο Χανς Έριχ Νόσακ, αφηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, καθώς και ο Γκίντερ Γκρας, που προκάλεσε αίσθηση με το μυθιστόρημα Το ταμπούρλο από τσίγκο (Die Βlechtrommel) και το διήγημα Ο γάτος και το ποντίκι (Κatz und Μaus), ο Άλφρεντ Άντερς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η κοκκινομάλλα (Die rote), ο Χανς Βέρνερ Ρίχτερ, ιδρυτής της λογοτεχνικής κίνησης που ονομάστηκε Ομάδα 47. Ανάμεσα στους πιο αξιόλογους λυρικούς ποιητές της γενιάς αυτής είναι η Νέλι Ζαξ, η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς και ο Ρούντολφ Χαγκελστάνγκε. Αξιόλογοι λογοτέχνες είναι επίσης οι Καρλ Κρόλοβ και Πάουλ Ζελάν, αυστηρός και πικρός κριτικός της σύγχρονης κοινωνίας. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, που ανήκε στην Ομάδα 47, υπήρξε μία από τις πιο ρωμαλέες προσωπικότητες της δεκαετίας του 1960 και δημιούργησε ένα νέο είδος λυρικής ποίησης, την ποίηση διαμαρτυρίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκε στην Ανατολική Γ. μια τάση επιστροφής στο προσωπικό, κυρίως στη λυρική ποίηση, οι κυριότεροι εκπρόσωποι της οποίας υπήρξαν οι Ρ. Κουντς και Σ. Κιρστς, ενώ η ελπίδα για μια καλύτερη κοινωνία ήταν εμφανής στην ποίηση του Τ. Κούνερτ και του Β. Μπίρμαν, άξιων επιγόνων του Μπέρτολντ Μπρεχτ, καθώς και στο έργο του θεατρικού συγγραφέα Β. Μπράουν. Στην ποίηση της Δυτικής Γ. εμφανίστηκε το μεγάλο ταλέντο του Γ. Μπέκερ και τα καλά αποτελέσματα των νέο-υποκειμενιστών Ρ. Ρασπ και Τ. Βέσπερ. Παράλληλα, εμφανίστηκε μια αντίδραση στο καπιταλιστικό σύστημα και την αριστοκρατική αντίληψη περί τέχνης από την Ομάδα 61, η οποία το 1970 ίδρυσε στην Κολονία ένα είδος κοινοτικού λογοτεχνικού εργαστηρίου με σκοπό τη σύνδεσή της με τον εργατικό κόσμο. Συνδεδεμένος με τον χώρο της ποπ-αρτ ήταν ο ποιητής Ν. Μπρίνκμαν, καθώς και –από μια διφορούμενη άποψη– ο ρομαντικός της αριστεράς Π. Ρίχμκορφ, ο οποίος επαναπροσέγγισε, με πρόθεση την παρωδία, τη μεγάλη λυρική γερμανική παράδοση. Η δεκαετία του 1980 σφραγίστηκε από δύο γεγονότα: τον θάνατο του Χάινριχ Μπελ το 1985 και την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στην εκπνοή της δεκαετίας. Η απώλεια του Μπελ έγινε αναμφισβήτητα αισθητή, δεδομένου ότι το πνεύμα της πολεμικής που διέθετε ήταν απαραίτητο ως ακριβές θερμόμετρο μιας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κατάστασης χωρίς μεγάλες εξάρσεις. Πράγματι, ζώντας περισσότερο με τις διεθνείς του επιτυχίες (όπως για παράδειγμα το Άρωμα του Π. Ζισκίντ ή την Ατελείωτη Ιστορία του Μ. Έντε), παρά με νέες θεματικές ή τεχνικές, ο λογοτεχνικός κόσμος δεν φαινόταν να δέχεται πλέον τα διδάγματα ορισμένων μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος και κυρίως τον καθοδηγητικό τους ρόλο, όπως μπορεί για παράδειγμα να συμπεράνει κανείς από τις σκληρές κριτικές τις οποίες δέχτηκε επί αρκετά χρόνια ο Γκίντερ Γκρας. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου υπήρξε η κατάλληλη ευκαιρία, ώστε να δοθεί νέα ώθηση στη στάσιμη –όπως τη χαρακτήρισε ο Χ.Μ. Εντσενσμπέργκερ– πολιτιστική πραγματικότητα της Γ., εφόσον η νέα πολιτική κατάσταση δημιούργησε καινούργια κίνητρα. Η ανακάλυψη του λογοτεχνικού κόσμου της Ανατολικής Γ., ο οποίος έζησε για χρόνια αυτόνομα, χωρίς διεθνή αναγνώριση, προκάλεσε περιέργεια σε όλη την Ευρώπη, γεγονός το οποίο ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα κείμενα της γερμανικής γλώσσας. Αν και η επιτυχία της προ και μετά-κομουνιστικής λογοτεχνίας σχετίστηκε, εν μέρει, με οικονομικά συμφέροντα, επέτρεψε ωστόσο την ανακάλυψη ποιοτικών συγγραφέων καθώς και την εμβάθυνση της γνώσης σε ό,τι αφορά κάποιους άλλους: Χέλγκα Σούμπερτ, Γκίντερ ντε Μπριίν, Στέφαν Χέρμλιν. Πάντως, ορισμένοι συγγραφείς της πρώην Ανατολικής Γ. είναι ήδη γνωστοί και διεθνώς αναγνωρισμένοι, όπως ο Στέφαν Χέιμ και η Κρίστα Βολφ, η οποία ήταν το 1989 υποψήφια για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, ενώ αναγνωρίζονται διαφωνούντες συγγραφείς –και πριν από όλους ο Κρίστοφ Χάιν– ακόμα και αν σε μία περίοδο αναθεώρησης της ιστορίας η θέση τους υπήρξε αντικείμενο κριτικής.Η γλώσσα και τα παλαιότερα αποδεικτικά στοιχεία. Οι γερμανικοί λαοί εκφράζονταν αρχικά με μία κοινή γλώσσα που τα βασικά χαρακτηριστικά της δεν μας είναι γνωστά. Αυτή η πρώτη γερμανική γλώσσα δεν άργησε να υποδιαιρεθεί σε δύο μεγάλους κλάδους: τους ιδιωματισμούς των λαών που μετανάστευσαν προς τις βορειότερες περιοχές της Ευρώπης (ανάμεσά τους οι Αγγλοσάξονες) και τους ιδιωματισμούς των άλλων Γερμανών (Φράγκων, Σαξόνων, Βαυαρών, Αλαμανών). Πρόβαλαν τότε δύο γλωσσικές ομάδες καθαρά διαχωρισμένες μεταξύ τους: η άνω και η κάτω γερμανική. Η κάτω γερμανική έδωσε τις ρίζες στις γλώσσες των Κάτω Χωρών (ολλανδική και φλαμανδική) και στις διαλέκτους Ρlat ή κάτω Σαξονικές. Με την άνω γερμανική (Ηochdeutsch) άρχισε η ιστορία της αμιγώς γερμανικής γλώσσας, που πέρασε από τρία στάδια, αντιπροσωπευτικά αντίστοιχων ιστορικών περιόδων: την παλαιά άνω γερμανική, χαρακτηριστική κυρίως της ειδωλολατρικής περιόδου (8ος-12ος αι.), τη μέση άνω γερμανική (13ος-15ος αι.) και τη νέα άνω γερμανική (Νeuhochdeutsch), που είναι και η σημερινή επίσημη και λογοτεχνική γλώσσα. Τα πρώτα γερμανικά τραγούδια ήταν επικά. Το μοναδικό που διασώθηκε είναι ένα απόσπασμα του επικού ποιήματος Άσμα του Ιλδεβράνδου (Ηildebrandslied). Την εποχή των διαδόχων του Καρλομάγνου, η λογοτεχνία ήταν ουσιαστικά θρησκευτική, γραμμένη κατά ένα μέρος στη λατινική και κατά άλλο στη γερμανική: η Προσευχή του Βέσομπρουν (Wessobrunner Gebet), ο Σωτήρας (Ηeliand, περ. 830), ένα ποίημα έξι χιλιάδων στίχων. Η εποχή των Σουηβών και τα τελευταία μεσαιωνικά χρόνια. Η εποχή των Σουηβών (τέλη 12ου – αρχές 13ου αι.) χαρακτηρίζεται από μία ισχυρή γαλλική επίδραση. Όπως το γαλλικό έτσι και το γερμανικό αυλικό έπος τροφοδοτείται από τις περιπέτειες του Καρλομάγνου και συχνότερα του βασιλιά Αρθούρου, των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης κ.ά. Πρόδρομος της επικής ποίησης θεωρείται ο Χάινριχ φον Φέλντεκε, από το Μάαστριχτ του Λίμπουργκ, που έζησε το 1180 περίπου, ενώ οι τρεις μεγάλοι δάσκαλοι του είδους υπήρξαν ο Χάρτμαν φον Άουε, ο Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ και ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Ο πρώτος (1170-1220) ήταν σουηβικής καταγωγής και έγραψε, στα πρότυπα του Κρετιέν ντε Τρουά, δύο ποιήματα: το Ερέκ (Εrec) και το Ιβάιν (Ιwein). Ο Χάρτμαν φον Άουε (1116;-1210;) υπήρξε συγγραφέας δύο ιπποτικών θρησκευτικών ποιημάτων: του Γκρεγκόριους (Gregorius) και του Φτωχού Χάινριχ (Der arme Ηeinrich). Ο Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ (1170-1215) υπήρξε ο πρώτος Γερμανός ποιητής που τραγούδησε τον μεγάλο έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Ο σπουδαιότερος όμως από όλους τους ποιητές αυτούς είναι χωρίς αμφιβολία ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Κατά τα τέλη του 12ου και στα πρώτα χρόνια του επόμενου αιώνα, εμφανίστηκαν στην Αυστρία οι μεγαλύτερες λαϊκές –ή πιο σωστά ηρωικές– εποποιίες του γερμανικού κόσμου. Διαδεδομένες μέχρι τότε προφορικά, πήραν τη μορφή ποιήματος με ομοιοκαταληξία από άγνωστους τραγουδιστές, από τους οποίους πιθανότατα δέχτηκαν την ομοιομορφία στη διάρθρωση και στο μέτρο. Αυτά τα ποιήματα είναι το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν (Νibelungenlied) και το Gudrun. Εκτός από το είδος της αυλικής εποποιίας και του ηρωικού θρύλου ακμάζει και η ερωτική ποίηση. Οι λυρικοί ποιητές της αγάπης είναι ακριβώς οι τραγουδιστές του έρωτα, οι Μinnesänger. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Βάλτερ φον Φογκελβάιντε, γεννημένος περίπου το 1170. Γερμανός πάνω απ’ όλα, ο ποιητής υμνεί τη φυλή του και τις αρετές που εκείνος διακρίνει σε αυτήν, περνώντας από τα ερωτικά στα πολιτικά θέματα. Στην περίοδο που ακολούθησε την εποχή των Σουηβών παράκμασε ο ιπποτισμός. Μία νέα τάξη, η αστική, ήρθε στο προσκήνιο και μαζί της προβλήθηκε μία ποίηση λιγότερο παθητική, που ακολουθούσε σχολαστικούς κανόνες και ασκήθηκε, όπως οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στο πλαίσιο των επαγγελματικών οργανώσεων, σωματείων ή συντεχνιών. Στον βιοτέχνη δάσκαλο προστέθηκε ο δάσκαλος ποιητής ή τραγουδιστής. Εμφανίστηκαν σύλλογοι που ήταν πραγματικές σχολές τραγουδιού, όπου γινόταν επεξεργασία των κανόνων της μετρικής και της ποιητικής διάρθρωσης, οι οποίοι αποτέλεσαν τη λεγόμενη Τabulatur. Ένας διάσημος δάσκαλος βρισκόταν πάντοτε επικεφαλής. Φυσικά, πολύ λίγη γνήσια ποίηση μπόρεσε να δημιουργηθεί από αυτό το σύστημα. Έτσι, μόνο ένα όνομα δασκάλου ραψωδού, του παπουτσή-ποιητή Χανς Ζαξ (1494-1576) έμεινε ζωντανό στη γερμανική παράδοση. Η εποχή του ουμανισμού και της Μεταρρύθμισης, το μπαρόκ και η φιλοσοφική εκμετάλλευση. Ο ουμανισμός και η Μεταρρύθμιση ανατάραξαν τα ήρεμα νερά. Ο πρώτος ήλθε από την Ιταλία και είχε μεγάλη απήχηση στους κύκλους των λογίων. Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Γιοχάνες Ρόιχλιν (1455-1522) και ο Ούλριχ φον Χούτεν (1488-1523), χρησιμοποίησαν περισσότερο και καλύτερα από τη γερμανική γλώσσα την κλασικίζουσα λατινική. Χαρακτηριστικά και βαθιά γερμανική ήταν αντίθετα η κίνηση της διαμαρτυρόμενης Μεταρρύθμισης. Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) δεν υπήρξε μόνο ο μέγας απόστολός της και ο υπέρτατος καθοδηγητής, αλλά και μία μορφή πρώτου μεγέθους στον χώρο των γραμμάτων. Συνέθεσε και μελοποίησε πρωτότυπους θρησκευτικούς ύμνους, ενώ η μετάφρασή του στη Βίβλο αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Ο Τριακονταετής πόλεμος που συντάραξε τη Γ. μέχρι τα μέσα του 15ου αι. επηρέασε και κάθε πνευματική εκδήλωση. Τα πάντα αδράνησαν και οι μόνες φωνές που αντηχούσαν ακόμα στον κόσμο του πνεύματος ήταν φωνές απ’ έξω. Συγγραφείς και ποιητές μιμούνταν απλώς ξένα πρότυπα, κυρίως γαλλικά. Δεν έλειψαν όμως προθέσεις ομαδικής δραστηριότητας και έτσι γεννήθηκαν στη Γ. οι Ακαδημίες. Η πρώτη ιδρύθηκε στη Βαϊμάρη το 1617, πάνω στα πρότυπα της ιταλικής Ακαδημίας της Κρούσκα με την ονομασία Αcademia Fruttifera. Άλλες παρόμοιες ακαδημίες ιδρύθηκαν σχεδόν παντού. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα επιβλήθηκε η ιδιοφυΐα του Μάρτιν Όπιτς (1597-1639), ιδρυτή της λεγόμενης πρώτης σχολής της Σιλεσίας, που πρώτος όρισε τους νόμους της εθνικής μετρικής. Ανάμεσα στους μαθητές και στους οπαδούς του ξεχωρίζουν ο Πάουλ Φλέμινγκ (1609-1640), ο Αντρέας Γκρίφιους (1616-1664), ο Φίλιπ φον Τσέζεν (1619-1689) και ο Γιόχαν Σέφλερ (1624-1677), πιο γνωστός με το ψευδώνυμο Άντζελους Σιλέζιους. Από το δεύτερο μισό του αιώνα και έπειτα επικράτησε μια πιο αυθεντική τάση μπαρόκ, που παρατηρήθηκε εντονότερα στους συγγραφείς της λεγόμενης δεύτερης σχολής της Σιλεσίας (περ. 1660). Σπουδαιότερος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Ντάνιελ Κάσπερ φον Λόενσταϊν (1635-1683), συγγραφέας δραμάτων, λυρικών ποιημάτων και ενός μυθιστορήματος (Αrminius). Ανάμεσα όμως σε όλους, μοναδική προσωπικότητα που πραγματικά ξεχωρίζει είναι αυτή του Χανς Γιάκομπ Κρίστοφελ φον Γκρίμελσχαουζεν (1621/2-1676). Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα είχε αποκλειστικά κυριαρχήσει η σχολαστική φιλοσοφία, σπουδαιότερος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δομινικανός Αλμπέρτο Μάνιο, κόμης του Μπόλστετ (1193-1280). Με τον ουμανισμό περιορίστηκε η επίδραση του σχολαστικισμού. Η Γ. όμως άργησε να υιοθετήσει αυτό τον νέο τρόπο σκέψης. Ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (1646-1716) υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος των νέων ρευμάτων και το έργο του είναι αξιόλογο ακόμα και από λογοτεχνική άποψη. Δημιούργησε μια καθαρά φιλοσοφική γερμανική γλώσσα και παρακίνησε και έπεισε τους συμπατριώτες του να μην παραμελούν το μητρικό ιδίωμα. Ο γερμανικός διαφωτισμός του 18ου αι. Ο εκπρόσωπος της πρώτης γενιάς του Διαφωτισμού ήταν ο Γιόχαν Κρίστοφ Γκότσετ (1700-1766). Ως πρότυπα υποδείκνυε στους συμπατριώτες του τους Γάλλους κλασικούς που, κατά την κρίση του, είχαν επινοήσει και ερμηνεύσει καλύτερα από όλους το πνεύμα των αρχαίων. Αντίπαλοι του Γκότσετ ήταν ο Γιόχαν Γιάκομπ Μπόντμερ (1698-1783) και ο Γιόχαν Γιάκομπ Μπράιτινγκερ (1701-1776), και οι δύο Ελβετοί από τη Ζυρίχη, που απέρριπταν στην τέχνη και την ποίηση κάθε δουλική υπακοή σε νόμους ή κανόνες που ανακόπτουν την ελεύθερη δημιουργική της παρόρμηση. Κατά τα μέσα του 18ου αι. φαινόταν να επιβάλλεται όλο και περισσότερο η πολιτική δύναμη της Πρωσίας και μαζί με αυτήν η μεγάλη προσωπικότητα του Φρειδερίκου Β’, που βοήθησε στην αναβίωση της γερμανικής πνευματικής ζωής. Ο Φρίντριχ Γκότλιμπ Κλόπστοκ (1724-1803) ήταν ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους της εποχής που προηγήθηκε του Γκέτε. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό το 1748, όταν δημοσίευσε τις πρώτες τρεις ραψωδίες του Μεσσία (Μessias), χριστιανικού ποιήματος (ολοκληρώθηκε το 1773) εμπνευσμένου από τον Χαμένο παράδεισο (Ρaradise Lost) του Τζον Μίλτον, το οποίο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στη Γ. Ο στεγνός κλασικισμός του Γκότσετ είχε κουράσει και όλοι ζητούσαν τώρα κάτι πιο ζωντανό που φάνηκε να βρίσκεται στα καλοχτισμένα εξάμετρα του Κλόπστοκ. Στις Ωδές (Οden) του, υλοποίησε έναν συνδυασμό ποιητικού και θρησκευτικού μυστικισμού, ο οποίος ασκούσε πάντα γοητεία στο γερμανικό πνεύμα. Ο Κλόπστοκ υπήρξε επιπλέον ο ιδανικός αρχηγός της λογοτεχνικής συντροφιάς που είχε ως όργανο το Αλμανάκ των Μουσών (Αlmanac des Μuses), ένα περιοδικό που εκδόθηκε το 1770 στο Γκέτινγκεν. Στη συντροφιά ανήκαν επίσης ο Γιόχαν Χάινριχ Φος (1751-1826) και ο Γκότφριντ Άουγκουστ Μπίργκερ (1747-1794). Παράλληλα και αντίθετα στον Κλόπστοκ, επιβλήθηκε ο Γκότχολντ Εφρέμ Λέσινγκ (1729-1781), μία από τις σημαντικότερες μορφές του γερμανικού 18ου αι., τυπικά ορθολογιστής. Ο Λέσινγκ συνδέθηκε με το θέατρο όχι μόνο ως συγγραφέας (Νathan der weise) αλλά και ως θεωρητικός: στην Αμβουργική Δραματουργία (Ηamburgische Dramaturgie), αντίπαλος του γαλλικού κλασικισμού του Γκότσετ, επικαλείται τους κανόνες του Αριστοτέλη και προτείνει τον Σαίξπηρ ως πρότυπο δραματουργού. Υπήρξε σπουδαίος κριτικός και μελετητής θεολογικών θεμάτων. Ανάμεσα στα καλύτερα έργα του είναι τα Γράμματα για τη νεότατη λογοτεχνία (Βriefe, die neueste Literatur betreffend), Λαοκόων (Der Laokoon) και Αγωγή του ανθρώπινου είδους (Εrziehung des Μenschengeschlects), ένα αξιόλογο παιδαγωγικό δοκίμιο. Η τρίτη σημαντική προσωπικότητα αυτής της γόνιμης περιόδου ήταν ο Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ (1733-1813), γνήσιο τέκνο εκείνου του Διαφωτισμού που ερμηνεύεται περισσότερο ως κανόνας ζωής παρά ως σύστημα. Το αριστούργημα του Βίλαντ είναι το ποίημα Όμπερον (Οberon, 1780), σύνθεση ιπποτική γαλλικής προέλευσης, εμπνευσμένη από τον Μαινόμενο Ορλάνδο. Εκτός όμως από τον Κλόπστοκ, τον Λέσινγκ και τον Βίλαντ, αξίζει να αναφερθούν και οι Γιόχαν Γιοακίμ Βίνκελμαν (1717-1768) και Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν (1730-1788), υποστηρικτής του αισθητικού κλασικισμού ο ένας και του πιο αχαλίνωτου παραλογισμού ο άλλος. Από το Sturm und Drang στον ρομαντισμό, το απόγειο της γερμανικής κουλτούρας. Ευπρόσδεκτος στην πεφωτισμένη αυλή του Φρειδερίκου Β’, ο ορθολογισμός κυριαρχούσε περίπου το 1770 στη Γ., όχι όμως και χωρίς αντιδράσεις. Έτσι δεν άργησε να εμφανιστεί η κίνηση Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), μια βίαιη άρνηση αυτού του γεωμετρικού ορθολογισμού και έκφραση του γόνιμου παραλόγου. Οι πιο γνήσιοι εκπρόσωποί του ήταν μορφές δεύτερου επιπέδου: ο Μαξιμίλιαν Κλίνγκερ (1752-1831), συγγραφέας του δράματος από το οποίο προέκυψε και η ομώνυμη κίνηση, ο Ράινχολντ Λεντς (1751-1792) και ο Φρίντριχ Μίλερ (1749-1825). Όπως είχε συμβεί και με άλλες λογοτεχνικές κινήσεις, έτσι και το Sturm und Drang ήταν προορισμένο να εξαντληθεί σύντομα, αν δεν προσχωρούσαν σε αυτό καλλιτεχνικές προσωπικότητες πρώτου μεγέθους, όπως ήταν ο νεαρός τότε Γκέτε και ο δάσκαλός του Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744-1803). Σπουδαιότερα από τα έργα του τελευταίου αυτού είναι: Στις πηγές της ομιλίας (Uber den Ursprung der Sprache) και Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας (Ιden zur Ρhilosophie der Geschichte der Μenschheit), καθώς και μία συλλογική λαϊκών τραγουδιών, με τίτλο Volkslieder. Η εμφάνιση κατά τα τέλη του 18ου αι. του Βόλφγκανγκ Γκέτε (1749-1832) φαίνεται να επικυρώνει την αδιάλειπτη πνευματική άνοδο του έθνους, οριστικά απελευθερωμένου από τη δουλεία της μίμησης ξένων προτύπων. Η μοναδική μορφή που μπορεί να παραβληθεί με τη δική του γιγαντιαία προσωπικότητα είναι εκείνη του Φρίντριχ Σίλερ (1759-1805), που μαζί με τον Γκέτε αποτελούν τη δυάδα του γερμανικού κλασικισμού. Παράλληλα με αυτούς όμως δημιουργούσαν και άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο πεζογράφος Γιόχαν Πάουλ Φρίντριχ Ρίχτερ (1763-1825), γνωστότερος ως Ζαν-Πολ, ο ποιητής Φρίντριχ Χέλντερλιν (1770-1843), ο δραματικός ποιητής και συγγραφέας Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811) κ.ά. Ο Εμάνουελ Καντ (1724-1804), από το Κένιγκσμπεργκ, ο φιλόσοφος του κριτικισμού, είχε τοποθετήσει μετά από εντατική έρευνα τις βάσεις και είχε χαράξει τα όρια της λογικής, αποδεικνύοντας τη δύναμή τους στον θεωρητικό χώρο της γνώσης καθώς και στον πρακτικό χώρο της ηθικής και σε εκείνον της αισθητικής κρίσης. Μετά από αυτόν, μια ομάδα στοχαστών, μέσα από τους οποίους ξεχώρισαν οι Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε (1762-1814), Φρίντριχ Βίλχελμ Σέλινγκ (1775-1854) και Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ (1770-1831) διακήρυξαν την απόλυτη υπεροχή του πνεύματος. Η ιδεαλιστική φιλοσοφία προετοίμασε και πλαισίωσε τον ρομαντισμό, ένας άλλος εκπρόσωπος του οποίου, ο Φρίντριχ Σλάιερμαχερ (1768-1834), επιβεβαιώνοντας τον συναισθηματικό και επομένως παράλογο χαρακτήρα της θρησκείας. Πολλοί προσπάθησαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τον ρομαντισμό που, ανάμεσα στο τέλος του 18ου και στην αρχή της τέταρτης δεκαετίας του 19ου αι., σημάδεψε την πνευματική ζωή της Γ. με πολλές επιπτώσεις και στο εξωτερικό. Είναι όμως δύσκολο να συντεθούν μονολεκτικά όλα τα στοιχεία που τον συνιστούν. Πέρα από την αναζήτηση του εξωπραγματικού, ενυπάρχει στον ρομαντισμό η αντίθεση προς κάθε κλασικισμό. Οι ρομαντικοί διακήρυξαν τη σημασία του συναισθήματος και της φαντασίας. Με την εκλεπτυσμένη τους ειρωνεία, που θεωρήθηκε το χαμόγελο του καλλιτέχνη πάνω στη ζωή, στον κόσμο και πάνω στην ίδια του την τέχνη, πρόσθεσαν ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο στην τάση αυτή. Ο ρομαντισμός στη λογοτεχνία εκφράστηκε μέσα από το έργο μιας ομάδας συγγραφέων συγκεντρωμένων στον λεγόμενο Όμιλο της Ιένας, οι οποίοι το 1798 δημιούργησαν ως φωνή του νέου ρεύματος την επιθεώρηση Αthenaeum. Κυριότεροι εμψυχωτές της υπήρξαν οι δύο αδελφοί Άουγκουστ Βίλχελμ Σλέγκελ (1767-1845) και Φρίντριχ Σλέγκελ (1772-1829), διάσημοι κριτικοί, καθώς και οι ποιητές Φρίντριχ Λέοπολντ φον Χάρντενμπεργκ (1772-1801), πιο γνωστός με το ψευδώνυμο Νοβάλις, Λούντβιχ Τικ (1773-1853) και Βίλχελμ Χάινριχ Βάκενροντερ (1773-1798). Ο πρώτος άφησε τους περίφημους Ύμνους στη νύχτα (Ηymnen an die Νacht). Ο Βερολινέζος Λούντβιχ Τικ εμφανίστηκε ως ορθολογιστής, αλλά προσηλυτίστηκε αμέσως σε μία συναισθηματική θεώρηση της τέχνης και έγραψε, ανάμεσα σε πολλά άλλα πεζά και στίχους, το μυθιστόρημα Περιπλανήσεις του Φραντς Στέρνμπαλντς (Franz Sternbalds Wanderungen), πάνω στο πρότυπο του Βίλχελμ Μάιστερ (Wilhelm Μeister) του Γκέτε που χρησίμευσε ως πρότυπο στους ρομαντικούς. Ο Βάκενροντερ, που χάθηκε σε ηλικία 25 ετών, είναι ο συγγραφέας των Διαχύσεων ενός φιλότεχνου καλόγερου (Ηerzensergiessungen eines kunstliebenden klosterbruders), που είναι βιογραφίες μεγάλων Ιταλών καλλιτεχνών. Ένας δεύτερος ρομαντισμός, πιο γνωστός ως ρομαντισμός της Χαϊδελβέργης, έκανε την εμφάνισή του στην πόλη αυτή, γύρω στο 1806 με το έργο του ποιητή Κλέμενς Μπρεντάνο (1778-1842), της αδελφής του Μπετίνα Μπρεντάνο φον Άρνιμ (1785-1859) και του συζύγου της Αχίμ φον Άρνιμ (1781-1831). Στο Βερολίνο εμφανίστηκε (1803) ένας καινούργιος λογοτεχνικός όμιλος, στον οποίο προσχώρησαν ανάμεσα σε άλλους οι Άνταλμπερτ φον Σαμίσο (1781-1838), λυρικός, γλυκός και μελαγχολικός αφηγητής σε στίχους και σε πρόζα, Φρίντριχ ντε Λα Μοτ Φουκέ (1777-1843), συγγραφέας αναρίθμητων μυθιστορημάτων, ποιημάτων και ιπποτικών διηγημάτων, Έρνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν (1776-1822), πολυσχιδής ιδιοφυΐα (νομικός, μουσικός, ζωγράφος και θεατρικός σκηνοθέτης) και Γιόζεφ φον Άιχεντορφ (1788-1857). Η σουηβική σχολή υπήρξε η τέταρτη επανενσάρκωση του ρομαντισμού. Άνθισε στο Τίμπινγκεν με ηγετική μορφή τον Λούντβιχ Ούλαντ (1787-1862), τον δημοφιλέστερο, μετά τον Σίλερ, Γερμανό ποιητή στο είδος του, που έγινε πασίγνωστος με τις Μπαλάντες (Βallate). Παράλληλα, αλλά και κάπως έξω από το ρομαντικό ρεύμα, ο Έντουαρτ Μέρικε (1804-1875) ασχολήθηκε με την περιγραφική λυρική ποίηση και το μυθιστόρημα. Έγινε γνωστός με τη νουβέλα του Ταξίδι του Μότσαρτ στην Πράγα (Μozart auf der Reize nach Ρrag). Άποψη μερικών είναι ότι ο γερμανικός ρομαντισμός θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο ρεύματα. Το ένα ρεύμα είναι το συμβατικά αποκαλούμενο Μπίντερμαγερ (Βiedermeier) από το κοινό γερμανικό όνομα Μάγερ, που χαρακτηρίζει εδώ ένα τυχαίο πρόσωπο ονόματι Μάγερ, μέσο αστό χωρίς εξάρσεις. Το άλλο ρεύμα, βγαλμένο από τη φιλελεύθερη κίνηση των φοιτητικών συλλόγων (Βurschenschaften), έμεινε γνωστό ως Νέα Γερμανία. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς εδώ ή εκεί το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων αυτής της περιόδου. Και αυτό γίνεται ακόμα περισσότερο αισθητό μέσα στο έργο λογοτεχνών όπως ο Άουγκουστ φον Πλάτεν Χάλερμιντε (1769-1835) και ο Χάινριχ Χάινε (1796-1835). Ο δεύτερος υπήρξε όχι μόνο ο μεγαλύτερος Γερμανός ποιητής της γενιάς μετά τον Γκέτε, αλλά και διεισδυτικός πεζογράφος. Καθιερώθηκε σχεδόν αμέσως χάρη στο πρωτότυπο ύφος του με το νεανικό Βιβλίο των τραγουδιών (Βuch der Lieder), ποιητικό έργο με εξαιρετική χάρη και εκφραστική συνοχή. Ανάμεσα στα άλλα έργα του ξεχωρίζουν τα Νέα ποιήματα (Νeue Gedichte) και το Ρομαντσέρο (Romanzero).Ρεαλισμός και νατουραλισμός. Ο ρεαλισμός υπήρξε η δεσπόζουσα λογοτεχνική τάση στη Γ. από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι το 1880. Ήταν μία επιστροφή στην αντικειμενικότητα: ο ιδεαλισμός υποχωρούσε στον υλισμό. Ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ (1804-1872) καλούσε τους ανθρώπους στην πραγματική ευαισθησία. Ο Λούντβιχ Μπίχνερ (1824-1899) διακήρυττε ότι όλα είναι δύναμη και ύλη. Μόνο ο Άρτουρ Σοπενχάουερ (1788-1860) ανέτρεξε στην παράδοση του Καντ, αλλά για να φτάσει σε μία φιλοσοφία του πεσιμισμού και του πόνου, που γοητεύει κυρίως για τα θαυμαστά λογοτεχνικά χαρίσματα του συγγραφέα του. Έτσι, η λογοτεχνία μπαίνει σε μια νέα περίοδο. Οι δύο μεγαλύτεροι εκπρόσωποι του καθαρά γερμανικού ρεαλισμού υπήρξαν ο Στορμ και ο Φοντάνε. Ο Τέοντορ Στορμ (1817-1888), εραστής των μικρών πραγμάτων και της απλής ζωής, συμβίβασε στο έργο του τον ρεαλισμό και τον ρομαντισμό. Το ωραιότερο και γνωστότερο δημιούργημά του είναι η νουβέλα Ίμενζεε (Ιmmensee). Ο Τέοντορ Φοντάνε (1819-1898), η φήμη του οποίου οφείλεται κυρίως στο μυθιστόρημα Εffi Βriest, εισήγαγε για πρώτη φορά στη Γ. τον νατουραλισμό που είχαν ήδη εκφράσει στη Γαλλία οι Φλομπέρ, Μοπασάν και Ζολά. Ο νατουραλισμός αποτέλεσε, ειδικά στο θέατρο, ένα μεγάλο ρεύμα του τέλους του γερμανικού 19ου αι. και καλλιεργήθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Χολτς, Χάουπτμαν και Σούντερμαν. Ο Άρνο Χολτς (1863-1929) έγραψε μαζί με τον Γιοχάνες Σλαφ (1862-1941) τα κείμενα του Ρapa Ηamlet και το μικροαστικό δράμα Οικογένεια Ζέλικε (Familie Selicke). Ο Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (1862-1946) έγραψε κοινωνικά δράματα: Οι υφαντές (Die Weber) και Πριν από την ανατολή (Vor Sonnenaufgang). Το 1912 πήρε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο Χέρμαν Σούντερμαν (1857-1928) υπήρξε επίσης ένας δραματικός συγγραφέας αλλά και ένας αξιόλογος αφηγητής. Ο Νίτσε και ο μύθος του υπερανθρώπου. Η πιο υποβλητική μορφή των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αι. υπήρξε αναμφίβολα ο Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900), που ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο με τις θεωρίες του τόσο μέσα όσο και έξω από τη Γ. Ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να ασκεί μια ισχυρή επιρροή στον πνευματικό κόσμο. Στο πρώτο μεγάλο έργο του, Η γέννηση της τραγωδίας ή ελληνισμός και πεσιμισμός (Die geburt der Τragödie oder Griechentum und Ρessimismus), που δημοσιεύτηκε το 1872, υπάρχει ήδη διάκριση του ελληνικού πνεύματος σε δύο στοιχεία: το απολλώνιο και το διονυσιακό. Το απολλώνιο ήταν η αισθητική αναγέννηση στον κόσμο της ομορφιάς, έναν κόσμο απαλλαγμένο από την αέναη ροή των πραγμάτων από το τίποτα στην ύπαρξη και από την ύπαρξη στο τίποτα. Το διονυσιακό ήταν, αντίθετα, η ενεργητική ροή των πραγμάτων από το τίποτα στην ύπαρξη και από την ύπαρξη στο τίποτα, δηλαδή στην έντονη ηδονή του δημιουργού, που δεν είναι διαχωρισμένη από την οργή του καταστροφέα. Ακολούθησαν άλλα γραπτά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν (1876-79) το Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο (Μenschliches, Αllzumenschliches) και το Ένα βιβλίο για τα ελεύθερα πνεύματα (Εin Βuch fϋr freie Geister). Η χαρούμενη επιστήμη (Die frohliche Wissenschaft, 1882) είναι ένα έργο όπου η ηθική απορρέει μέσα από τις πιο απλές διαθέσεις της φύσης. Με αυτό χαράχτηκε ο δρόμος προς τη θεωρία της δύναμης και του υπερανθρώπου που βρήκε τελικά την ποιητικότερη και πιο αποκαλυπτική της έκφραση στο έργο Τάδε έφη Ζαρατούστρας (Αlso Sprach Ζarathustra). Ακολούθησαν τα: Πέρα από το καλό και το κακό (Jeinseits von Gut und Βöse), Η περίπτωση Βάγκνερ (Der Fall Wagner) και το Λυκόφως των Θεών (Götzendämmerung). Ο Αντίχριστος (Der Αntichrist) ήταν το πρώτο βιβλίο του μεγάλου και ημιτελούς έργου του Νίτσε Η θέληση της δύναμης (Der Wille zur Μacht). Σε αυτά τα έργα στοχασμού έρχονται να προστεθούν τα ποιήματα, σχεδόν όλα μεσογειακής έμπνευσης. Η αισθητική αντίδραση και οι ιμπρεσιονιστές ποιητές. Φυλλάδια για την τέχνη (Βlätter fur die Κunst) ήταν ο τίτλος μιας επιθεώρησης αντινατουραλιστικής έμπνευσης με συμβολικές τάσεις που ιδρύθηκε (1892) στο Βερολίνο από τον λυρικό ποιητή Στέφαν Γκεόργκε (1868-1933). Από την ομάδα του Γκεόργκε ξεχώρισαν ο Αυστριακός Ούγκο φον Χόφμανσταλ (1874-1929) και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926). Το δόγμα «τέχνη για την τέχνη» υπήρξε γι’ αυτόν μια βασανιστική ειδωλολατρεία του ύφους, μέσα στην οποία δεν κατάφερε να τοποθετήσει και να περιλάβει την πραγματικότητα. Μετά τις πρώτες λυρικές του προσπάθειες (1894), ο Ρίλκε στράφηκε στην πρόζα και έγραψε τον τόμο Περί του καλού θεού και άλλων ιστοριών, όπου υπήρχαν οι πάρα πολύ επιτυχημένοι στίχοι του Βιβλίου των ωρών (Stundenbuch) με την έντονη θρησκευτική έμπνευση που κυριαρχεί επίσης και στο μυθιστόρημα Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε (Die Αufzeichnungen des Μalte Laurids Βrigge). Το νατουραλιστικό ρεύμα, που στάθηκε ανίκανο με την πάροδο του χρόνου να αναδειχτεί καλλιτεχνικά, έλαβε σιγά-σιγά ρομαντικές αποχρώσεις. Ποιητές και συγγραφείς έπαιρναν από την πραγματικότητα άλλοτε μόνο μερικά κύρια σημεία και άλλοτε πάλι ελάχιστες λεπτομέρειες, και αντιδρούσαν όπως και οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι· γι’ αυτό και υιοθέτησαν το όνομά τους. Ανάμεσα στους ποιητές και στους συγγραφείς που χαρακτηρίζονται ως ιμπρεσιονιστές, αναφέρουμε τον Ντέτλεφ φον Λίλιενκρον (1844-1909), αφηγηματογράφο, λυρικό ποιητή και δραματικό συγγραφέα, τον Ρίχαρντ Ντέμελ (1863-1920) και τον πιο πρωτότυπο Κρίστιαν Μόργκενστερν (1871-1914). Από κάποια άποψη μπορεί να ταυτιστεί με την ομάδα των νεορομαντικών και εξπρεσιονιστών Γερμανών συγγραφέων και η Ρικάρντα Χουχ (1864-1947), με το πολύπλευρο λογοτεχνικό της έργο που την ανέδειξε σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γερμανικών γραμμάτων. Οι αρχές του 20ού αι. Το 1910 περίπου ωρίμασε στη Γ. ο εξπρεσιονισμός που υποστήριξε την επιστροφή στον πρωτόγονο άνθρωπο, τον Ούρμενσχ (Urmensch), και σε μία ανθρωπότητα πιο ελεύθερη. Ο Φριτς φον Ούνρουχ, ο Γκέοργκ Κάιζερ και άλλοι, μαζί με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ, είναι οι δάσκαλοι του εξπρεσιονιστικού θεάτρου, ενώ ο Άουγκουστ Στραμ (1874-1915), η Έλσε Λάσκερ-Σίλερ (1876-1945), ο Ράινχαρτ Γιοχάνες Σόργκε (1892-1916) και κυρίως ο Γκότφριντ Μπεν (1886-1956) είναι οι σημαντικότεροι λυρικοί ποιητές. Στα πλαίσια του εξπρεσιονισμού τοποθετείται επίσης ο Φραντς Κάφκα από την Πράγα (1883-1924), με έργα γεμάτα συμβολισμούς και αλληγορίες, που προκάλεσαν και προκαλούν ακόμα και τώρα ποικίλες αντιδράσεις. Από αυτά, εκτός από τις νουβέλες, αξίζει να αναφερθούν και τα τρία μυθιστορήματα που έγιναν γνωστά μετά τον θάνατό του: Η δίκη (Des Ρrozess), Ο Πύργος (Das Schloss) και Αμερική (Αmerika). Γεννημένος στην Πράγα ήταν επίσης ο Φραντς Βέρφελ (1890-1945) που εμφανίστηκε ως ποιητής στα πλαίσια του εξπρεσιονισμού, αν και έχει δώσει τα καλύτερα δείγματα της τέχνης του στην αφήγηση, ιδιαίτερα στη συλλογή Από το λυκόφως ενός κόσμου (Αus der Dämmerung einer Welt). Αλλά η κεντρική μορφή της γερμανικής λογοτεχνίας στην περίοδο του 20ού αι. ήταν ο Τόμας Μαν (1875-1955) που πήρε το βραβείο Νόμπελ το 1929. Ο Χέρμαν Έσε (1877-1962) πήρε επίσης στη Στοκχόλμη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1946). Με τον Τόμας Μαν έχουν κοινή την τάση να δίνουν ζωή σε καλλιτεχνικά ποιήματα πολιτιστικού χαρακτήρα. Τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι κυρίως τα δύο τελευταία: Ταξίδι στην Ανατολή (Die Μorgenlandfahrt) και το Παιχνίδι των γυάλινων μαργαριταριών (Das glasperlenspiel). Ήδη, μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ο εξπρεσιονισμός βρέθηκε στη δύση του. Έτσι, η λογοτεχνική κίνηση που γύρω στο 1925 έλαβε την ονομασία νέο-αντικειμενισμός ή νεορεαλισμός (Νeue Sachlishkeit) χαρακτηρίστηκε από μία κάπως εντονότερη επιστροφή στον ρεαλισμό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της τάσης αυτής ήταν οι Χανς Καρόσα (1878-1956), Χανς Φαλάντα (1893-1947, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν), Άρνολντ Τσβάιχ (1887-1968) και Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (1898-1970). Ο τελευταίος είναι ο συγγραφέας του περίφημου Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο (Ιm Westen nichts Νeues), ενώ άλλα έργα του είναι: Αγάπα τον πλησίον σου (Liebe deinen Νachsten), Αψίδα θριάμβου (Αrc de Τriomphe), Καιρός να ζήσεις και καιρός να πεθάνεις (Ζeit zu leben und Ζeit zu sterben) και Η νύχτα της Λισαβόνας (Die Νacht von Lissabon). Δύο Ισραηλίτες, ιδιαίτερα προσηλωμένοι στο εβραϊκό πρόβλημα, ήταν οι Γιάκομπ Βάσερμαν (1873-1934) και Λίον Φοϊχτβάνγκερ (1884-1958). Υμνητές του λαού και της γερμανικής πατρίδας, αν και με διαφορετικό ύφος, ήταν ένας συγγραφέας μυθιστορημάτων, ο Χανς Φρίντριχ Μπλουνκ (1888-1961), και μια ποιήτρια, η Άγκνες Μίγκελ (1879-1964). Ένας από τους διασημότερους συγγραφείς υπήρξε ο Έρνστ Βίχερτ (1887-1950). Το δεύτερο μισό του 20ού αι. Η περίοδος 1933-45 υπήρξε μοιραία και για τα γερμανικά γράμματα. Στερημένη από κάθε ελευθερία, καμιά πολιτιστική δραστηριότητα δεν μπόρεσε να ανθήσει και έτσι δεν υπήρξε ποίηση ούτε πρόζα ούτε θέατρο. Με τον θάνατο του Χίτλερ και τη λήξη του πολέμου, η λογοτεχνική κοινωνία προσπάθησε να αναδιοργανωθεί. Πολλοί εκπατρισμένοι γύρισαν και έγιναν γνωστά τα έργα που είχαν γράψει στην εξορία τους. Ο Χέρμαν Κέστεν, νεορεαλιστής της αστικής ζωής, αναλυτής χωρίς προκαταλήψεις του σύγχρονου ήθους, ξανάρχισε να γράφει και να δημοσιεύει. Ο Έρνστ Γίνγκερ δημοσίευσε τον Γόρδιο δεσμό (Der gordische Κnoten, 1953). Ο Τέοντορ Πλιβίρ, πρώην μαρξιστής συγγραφέας, άφησε μια μεγάλη τριλογία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στους τόμους Μόσχα (Μoskau), Στάλινγκραντ (Stalingrad) και Βερολίνο (Βerlin). Η Ελίζαμπετ Λανγκάισερ δημοσίευσε το μυθιστόρημα Η αθάνατη σφραγίδα (Das unauslöschliche Siegel, 1946), πλούσιο σε συμβολισμούς. Η Γκέρτρουντ φον Λε Φορτ απέδωσε έντονα το θρησκευτικό πρόβλημα. Ο Χέρμαν Κάζακ, ήδη γνωστός ως συγγραφέας αξιόλογων λυρικών ποιημάτων, επέκρινε σε δύο μυθιστορήματα υπερρεαλιστικής τεχνοτροπίας –Η πόλη πέρα απ’ το ποτάμι (Die Stadt hinter dem Strom) και Το μεγάλο δίχτυ (Das grosse Νetz)– τις στείρες περιπλοκές της σύγχρονης ζωής. Η Άννα Ζέγκερς, συγγραφέας πολιτικά στρατευμένη, δημοσίευσε το μυθιστόρημα Ο έβδομος σταυρός (Das siebte Κreuz), ένα βίαιο κατηγορώ κατά του ναζισμού. Ένας άλλος εκπρόσωπος αυτής της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας υπήρξε ο Γιοχάνες Ρόμπερτ Μπέχερ, συγγραφέας των ποιημάτων Ο άνθρωπος που πάει στη σειρά (Der Μann, der in der Reihe geht) και του μυθιστορήματος Αντίο (Αbschied). Από τους πιο πρόσφατους συγγραφείς, ας θυμηθούμε τον Χάινριχ Μπελ (βραβείο Νόμπελ, 1972), που έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα Σπίτι χωρίς φύλακες (Ηaus ohne Ηüter), Μπιλιάρδο στις εννιάμισι (Βillard um halbzehn) και το περίφημο Ομαδικό πορτρέτο με κυρία (Gruppenbild mit Dame). Αξιόλογος συγγραφέας είναι και ο Άρνο Σμιτ: Από τη ζωή ενός φαύνου (Αus dem Leben eines Fauns), Η δημοκρατία των προικισμένων (Die Gelehrtenrepublik) κ.ά. Δίπλα σε αυτόν πρέπει να αναφερθεί ο Χανς Έριχ Νόσακ, αφηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, καθώς και ο Γκίντερ Γκρας, που προκάλεσε αίσθηση με το μυθιστόρημα Το ταμπούρλο από τσίγκο (Die Βlechtrommel) και το διήγημα Ο γάτος και το ποντίκι (Κatz und Μaus), ο Άλφρεντ Άντερς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η κοκκινομάλλα (Die rote), ο Χανς Βέρνερ Ρίχτερ, ιδρυτής της λογοτεχνικής κίνησης που ονομάστηκε Ομάδα 47. Ανάμεσα στους πιο αξιόλογους λυρικούς ποιητές της γενιάς αυτής είναι η Νέλι Ζαξ, η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς και ο Ρούντολφ Χαγκελστάνγκε. Αξιόλογοι λογοτέχνες είναι επίσης οι Καρλ Κρόλοβ και Πάουλ Ζελάν, αυστηρός και πικρός κριτικός της σύγχρονης κοινωνίας. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, που ανήκε στην Ομάδα 47, υπήρξε μία από τις πιο ρωμαλέες προσωπικότητες της δεκαετίας του 1960 και δημιούργησε ένα νέο είδος λυρικής ποίησης, την ποίηση διαμαρτυρίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκε στην Ανατολική Γ. μια τάση επιστροφής στο προσωπικό, κυρίως στη λυρική ποίηση, οι κυριότεροι εκπρόσωποι της οποίας υπήρξαν οι Ρ. Κουντς και Σ. Κιρστς, ενώ η ελπίδα για μια καλύτερη κοινωνία ήταν εμφανής στην ποίηση του Τ. Κούνερτ και του Β. Μπίρμαν, άξιων επιγόνων του Μπέρτολντ Μπρεχτ, καθώς και στο έργο του θεατρικού συγγραφέα Β. Μπράουν. Στην ποίηση της Δυτικής Γ. εμφανίστηκε το μεγάλο ταλέντο του Γ. Μπέκερ και τα καλά αποτελέσματα των νέο-υποκειμενιστών Ρ. Ρασπ και Τ. Βέσπερ. Παράλληλα, εμφανίστηκε μια αντίδραση στο καπιταλιστικό σύστημα και την αριστοκρατική αντίληψη περί τέχνης από την Ομάδα 61, η οποία το 1970 ίδρυσε στην Κολονία ένα είδος κοινοτικού λογοτεχνικού εργαστηρίου με σκοπό τη σύνδεσή της με τον εργατικό κόσμο. Συνδεδεμένος με τον χώρο της ποπ-αρτ ήταν ο ποιητής Ν. Μπρίνκμαν, καθώς και –από μια διφορούμενη άποψη– ο ρομαντικός της αριστεράς Π. Ρίχμκορφ, ο οποίος επαναπροσέγγισε, με πρόθεση την παρωδία, τη μεγάλη λυρική γερμανική παράδοση. Η δεκαετία του 1980 σφραγίστηκε από δύο γεγονότα: τον θάνατο του Χάινριχ Μπελ το 1985 και την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στην εκπνοή της δεκαετίας. Η απώλεια του Μπελ έγινε αναμφισβήτητα αισθητή, δεδομένου ότι το πνεύμα της πολεμικής που διέθετε ήταν απαραίτητο ως ακριβές θερμόμετρο μιας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κατάστασης χωρίς μεγάλες εξάρσεις. Πράγματι, ζώντας περισσότερο με τις διεθνείς του επιτυχίες (όπως για παράδειγμα το Άρωμα του Π. Ζισκίντ ή την Ατελείωτη Ιστορία του Μ. Έντε), παρά με νέες θεματικές ή τεχνικές, ο λογοτεχνικός κόσμος δεν φαινόταν να δέχεται πλέον τα διδάγματα ορισμένων μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος και κυρίως τον καθοδηγητικό τους ρόλο, όπως μπορεί για παράδειγμα να συμπεράνει κανείς από τις σκληρές κριτικές τις οποίες δέχτηκε επί αρκετά χρόνια ο Γκίντερ Γκρας. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου υπήρξε η κατάλληλη ευκαιρία, ώστε να δοθεί νέα ώθηση στη στάσιμη –όπως τη χαρακτήρισε ο Χ.Μ. Εντσενσμπέργκερ– πολιτιστική πραγματικότητα της Γ., εφόσον η νέα πολιτική κατάσταση δημιούργησε καινούργια κίνητρα. Η ανακάλυψη του λογοτεχνικού κόσμου της Ανατολικής Γ., ο οποίος έζησε για χρόνια αυτόνομα, χωρίς διεθνή αναγνώριση, προκάλεσε περιέργεια σε όλη την Ευρώπη, γεγονός το οποίο ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα κείμενα της γερμανικής γλώσσας. Αν και η επιτυχία της προ και μετά-κομουνιστικής λογοτεχνίας σχετίστηκε, εν μέρει, με οικονομικά συμφέροντα, επέτρεψε ωστόσο την ανακάλυψη ποιοτικών συγγραφέων καθώς και την εμβάθυνση της γνώσης σε ό,τι αφορά κάποιους άλλους: Χέλγκα Σούμπερτ, Γκίντερ ντε Μπριίν, Στέφαν Χέρμλιν. Πάντως, ορισμένοι συγγραφείς της πρώην Ανατολικής Γ. είναι ήδη γνωστοί και διεθνώς αναγνωρισμένοι, όπως ο Στέφαν Χέιμ και η Κρίστα Βολφ, η οποία ήταν το 1989 υποψήφια για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, ενώ αναγνωρίζονται διαφωνούντες συγγραφείς –και πριν από όλους ο Κρίστοφ Χάιν– ακόμα και αν σε μία περίοδο αναθεώρησης της ιστορίας η θέση τους υπήρξε αντικείμενο κριτικής.Από την παλαιολιθική εποχή έως τα τελευταία χρόνια της ρωμαϊκής εποχής. Είναι δύσκολο και ίσως αυθαίρετο να καθορίσουμε τις πηγές μιας καθαρά γερμανικής τέχνης. Μία αναμφισβήτητη ενστικτώδης καλλιτεχνική έκφραση εμφανίζεται μόνο στη μεταγενέστερη φάση, τη μαγδαληναία, όταν σπήλαια της νότιας Γ. συγκεντρώνουν χαραγμένες γραφές και ζωγραφικά σχέδια που απεικονίζουν άγρια ζώα. Στη νεολιθική εποχή εμφανίζονται τα ίχνη σύνθετων διασταυρώσεων ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης πολιτισμούς. Μεταξύ 6000 και 4000 π.Χ. ο βαλτικός πολιτισμός των κυνηγών και των ψαράδων έδωσε τη θέση του στον πολιτισμό των παραδουνάβιων γεωργικών φυλών που μετακινούμενες από τις ουγγρο-τρανσυλβανικές περιοχές, κατέληξαν στη σημερινή βόρεια Γ. Έτσι πραγματοποιήθηκε μία πρώτη κεντροευρωπαϊκή νεολιθική συμπύκνωση. Αξίζει να αναφέρει κανείς την οικοδόμηση των τέλεια οργανωμένων χωριών με σπίτια σε παράλληλες σειρές. Μεταξύ της τρίτης και της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., οι λαοί που είναι γνωστοί ως λαοί του σφυριού του αγώνα, με τα πρώτα ίχνη κοινωνικών διακρίσεων, εμφανίζονται στην περιοχή της Θουριγκίας και της Σαξονίας. Προς τα μέσα της πρώτης χιλιετίας η εισβολή των Σκυθών (νότια Ρωσία), που με την παρακίνηση των Σαρματών πέρασαν τον Δούναβη, επηρέασε για αιώνες τους Γερμανούς. Οι Σκύθες εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Φέτερσφελντ στην Πρωσία και επέδρασαν στην τέχνη της περιόδου των μεταναστεύσεων των λαών. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να διαφαίνεται η ρωμαϊκή ακτινοβολία. Η υστερορωμαϊκή περίοδος συγκέντρωσε όλες τις βαρβαρικές πολιτιστικές τάσεις που, χωρίς να αρνηθούν το δικό τους πνεύμα, έτειναν να της αποσπάσουν μερικά χαρακτηριστικά και καθαρά στοιχεία, αφομοιώνοντας έτσι σιγά-σιγά τη νικήτρια δύναμη. Η λατινική τέχνη δεν ήταν πια η επίσημη τέχνη της Ρώμης, αλλά η αστική και συχνά εκλαϊκευμένη τέχνη των επαρχιών, και εμφανιζόταν λιγότερο κλασικιστική, εγκαταλείποντας την ακρίβεια του σχήματος για να εκφράσει τις ψυχικές καταστάσεις. Η μεσαιωνική, ρομανική και γοτθική τέχνη γεννήθηκε από τη συνάντηση αυτών των δύο αντίθετων, αλλά εξίσου ζωτικών κόσμων: ο ένας βασισμένος στη λογική θεώρηση του σύμπαντος και του ανθρώπου που απέκτησε την ικανότητα να εξηγεί ορθολογικά και να παρουσιάζει αντικειμενικά ό,τι τον περιβάλλει· ο άλλος βασισμένος πάνω σε μία παράλογη θεώρηση των μυστηριωδών δυνάμεων του σύμπαντος, για το οποίο ο άνθρωπος δεν βρίσκει το αντίστοιχο σε ρεαλιστικές μορφές, έτσι ώστε πρέπει να ανατρέξει στα σύμβολα και στα φανταστικά στοιχεία. Οι τάφοι των Ρωμαίων λεγεωνάριων και των βοηθητικών που βρίσκονται στα κάστρα-οχυρά του Ρήνου (Ζάντεν, Νόις, Κολονία, Βόνη, Μαγκόντσα, Τρεβήροι), προσφέρουν στα μάτια των Γερμανών, στην πορεία των δύο πρώτων αιώνων της χριστιανικής εποχής, θαυμάσιες μορφές αγωνιστών. Οι Γερμανοί συμβολίζουν σε ανάγλυφα την Κλαίουσα Γερμανία και τους Αλυσοδεμένους Γερμανούς. Σιγά-σιγά, τα κάστρα μετατρέπονται σε πόλεις πλουτισμένες με θέατρα, αμφιθέατρα, δημόσια λουτρά και πύλες, που μέχρι τον 4ο αι. τις κάνουν να ανταγωνίζονται τη Ρώμη. Η Κολονία έχει μία κοσμοπολίτικη σφραγίδα, ενώ παραμένουν σε δεύτερη μοίρα οι περιοχές του άνω Μάιν, του Νέκαρ, του Μπάντεν και της Βυρτεμβέργης. Όποιος σταματάει μία στιγμή μπροστά στα θαυμάσια γλυπτά του Λαντεσμουσέουμ των Τρεβήρων –τα περίφημα Ανάγλυφα της βάρκας του Νόιμαγκεν– διακρίνει τα στοιχεία εκείνα που γεφυρώνουν τους γερμανικούς αιώνες μέχρι την υστερορωμαϊκή εποχή και τις αρχές της γοτθικής. Αλλά εκείνος ο υστερορωμαϊκός κόσμος δεν ήταν προορισμένος να αφομοιωθεί με τον γερμανικό, απλά και εύκολα. Ήδη από τα μέσα του 3ου αι. οι ελεύθεροι Γερμανοί του Νότου, οι Αλαμανοί, πιέζουν την Άνω Γ. και βαθμιαία την αποσπούν από τη Ρώμη, πριν αρχίσουν την πορεία εναντίον της Ιταλίας· σχεδόν με συμφωνία ανάμεσα στους Γερμανούς του Βορρά, οι Φράγκοι πιέζουν την Κάτω Γ. που θα αντισταθεί για λίγο καιρό. Οι Τρέβηροι, τώρα πρωτεύουσα, αστράφτει στην πιο λαμπρή της άνθηση, σπουδαιότερη έκφραση της οποίας είναι η Μαύρη Πύλη που πήρε την ονομασία της από τους μαυρισμένους τοίχους της. Πρόκειται για μία ογκώδη κατασκευή που αποτελεί μέρος ενός αρχαίου τείχους το οποίο περιέκλειε την πόλη και μπορεί να θεωρηθεί το ωραιότερο παράδειγμα οχύρωσης. Η τέχνη την εποχή αυτή στρέφεται από τις συγκεκριμένες φόρμες στα αφηρημένα διακοσμητικά μοτίβα. Η φραγκική και μεροβίγγεια χρυσοχοΐα. Ανάμεσα σε όλους τους Γερμανούς που κατέβηκαν στα ανατολικά, οι Οστρογότθοι είχαν την πιο βαθιά επίδραση στην ευρωπαϊκή μεσαιωνική τέχνη. Η άνθηση της γοτθικής χρυσοχοΐας, κατά το τέλος του 4ου και κατά τον 5ο αι., βασίστηκε κυρίως σε δύο είδη τεχνικής: στο δέσιμο των πολύτιμων λίθων και στο περίκλειστο (cloisonné). Η οστρογοτθική τέχνη εμπλουτίστηκε τον 5ο και τον 6ο αι. από ελικοειδείς φόρμες, δανεισμένες από τη ρωμαϊκή (προβηγκιανές αγκράφες κοσμημάτων). Με την πολιτική πτώση των Γότθων, η γοτθική χρυσοχοΐα επέζησε και ενσωματώθηκε με εκείνη των Λογγοβαρδών που διέδωσαν την τέχνη του περίκλειστου σε όλη τη γερμανική κεντρική Ευρώπη, κυρίως στους Αλαμανούς και στους Φράγκους. Στη διάρκεια των επεκτάσεων προς τον νότο, η βορειοδυτική Γ. εκφράζει από μόνη της τις εξελίξεις εκείνων των λαών που στην πορεία του 4ου αι. επιβάλλονται ως πολιτική δύναμη: των Φράγκων, που προορίζονται να σημαδέψουν ολόκληρη την κεντρογερμανική περιοχή. Ανάμεσα στον 5ο και 6ο αι., ωραιότατες αγκράφες κοσμημάτων παρουσιάζουν οι Ρηνανοί, οι Φράγκοι, αργότερα οι Αλαμανοί και τέλος οι Σάξονες και οι λαοί της κάτω Γ. Η κεντρική Ευρώπη, που περιλαμβάνει αυτή την περίοδο και τους Λογγοβαρδούς στην Ουγγαρία, εμπλουτίζεται με ανατολίτικα στοιχεία, διακοσμητικά καρφιά σε σχήμα S (κινεζικής προέλευσης), κεφαλές αετών και τράγων, σειρά από χελιδονόψαρα. Αλλά στην πορεία του 7ου αι. η φραγκο-μεροβίγγεια τέχνη φέρνει με τη μεταφορικότητά της –αν και σποραδική– μία θεμελιώδη ανανέωση, γιατί ξεφεύγει από την αφηρημένη νοοτροπία καθώς και από αυτήν της καθαρής αναπαράστασης ζώων που ίσχυε από την εποχή του Χαλκού, παρουσιάζοντας έτσι πρόσωπα πάνω σε περικεφαλαίες (Περικεφαλαία αλαμανική του Γκράμερτινγκεν, Μουσείο Στοκχόλμης), πόρπες φραγκο-βουργουνδικής προέλευσης, διακοσμητικά καρφιά με βιβλικές και ευαγγελικές αναπαραστάσεις· αλλά την πιο ζωηρή εντύπωση προξενούν αναμφισβήτητα οι Πλάκες (επιτύμβιες ή αναμνηστικές) του Νιντερντόλεντορφ και του Μόζελκερν. Η οικουμενικότητα της καρολίγγειας τέχνης. Η διασωζόμενη μέχρι σήμερα θρησκευτική καρολίγγεια αρχιτεκτονική μαρτυρεί ποικιλία κατασκευών. Σε όλες όμως υπάρχει ένα κοινό στοιχείο: η επιμονή στην επιβολή κανόνων που να ενισχύουν την οικουμενική έννοια της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό παρατηρείται ένας κοινός τρόπος έκφρασης από τον Έλβα μέχρι τον Σηκουάνα και τον Λίγηρα (Λουάρ). Όταν όμως κατά την εποχή των διαδόχων του Καρλομάγνου η ενότητα αυτή παύει να υπάρχει, εμφανίζεται από τη μία μεριά μία καθαρά γαλλική αρχιτεκτονική και από την άλλη μία καθαρά γερμανική. Περίπου το 850 η εκκλησία της Φούλντα, που μέχρι τότε χαρακτηριζόταν από μία ανατολική αψίδα, απέκτησε ένα δυτικό εγκάρσιο κλίτος επίσης με αψίδες· έτσι ολοκληρώθηκε ο καθαρά καρολίγγειος τύπος: δύο αντικριστές αψίδες στα δύο άκρα του ναού. Οι προσόψεις δεν έχουν πια έναν απλό πρόδομο ή στοά που στηρίζεται στον γυμνό τοίχο. Είναι μία ξεχωριστή κατασκευή που ακολουθεί τα πρότυπα πύλης, μιας πόλης με πύργους, σχηματίζοντας έναν αληθινό πρόναο με εσωτερικούς χώρους σε διαφορετικά επίπεδα. Αντίθετα προς τον ανατολικό χορό, ονομάζεται Westwerk (δυτική κατασκευή) και έχει τον χαρακτήρα εκκλησίας-ανακτόρου. Ο καθεδρικός ναός του Άαχεν (Εξ-λα-Σαπέλ, 796-805) είναι το λαμπρότερο καρολίγγειο δημιούργημα, έργο του Όντο από το Μετς. Καθώς έχουν σχεδόν τελείως καταστραφεί οι τοιχογραφίες και τα μωσαϊκά των αυτοκρατορικών ανακτόρων και των περισσότερων εκκλησιών, ο καθεδρικός ναός του Άαχεν (Εξ-λα-Σαπέλ) παραμένει η ζωντανή μαρτυρία της καρολίγγειας παραγωγής στον τομέα των εφαρμοσμένων τεχνών. Ρίχνει λάμψη πρώτα στην παλατιανή σχολή του Καρλομάγνου, την πρώτη αυλική μεσαιωνική σχολή, που είχε αναπτύξει τη δραστηριότητά της πιθανότατα στο Άαχεν αλλά και σε άλλες προσωρινές έδρες της αυλής και άφησε θαυμάσια χειρόγραφα. Η παλατιανή σχολή ακτινοβολεί σε διάφορα κέντρα: στη θυγατρική Φούλντα, σε διάφορες τοποθεσίες της Βαυαρίας, στο νησί Ράιχεναου, στο αβαείο του Σανκτ Γκάλεν. Είναι η εποχή που θριαμβεύει το χρώμα-φως ελληνιστικής και ρωμαϊκής προέλευσης (με σαφή βυζαντινή επιρροή) στα Ευαγγέλια που σήμερα βρίσκονται στα μουσεία της Βέρνης, της Βιέννης και των Βρυξελλών. Ο εξπρεσιονισμός των οθωνικών scriptoria. Την καθαρά γερμανική τέχνη μπορούμε να την εντάξουμε από την οθωνική εποχή και έπειτα. Στην αρχιτεκτονική παρατηρείται μία απομάκρυνση από το προηγούμενο ενιαίο ύφος της. Στις εκκλησίες που χτίζονται μεταξύ 995 και 1015 επαναλαμβάνεται η διπολικότητα του ρυθμού, δίνεται όμως τώρα μεγαλύτερη έμφαση στον δυτικό χορό με το γεμάτο πυργίσκους τμήμα της πρόσοψης. Συχνά, το μέρος αυτό είναι ενταγμένο σε ένα εγκάρσιο κλίτος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζει μεγαλειώδεις εσωτερικές αψίδες. Χαρακτηριστικές είναι, ιδιαίτερα στη νότια Γ., εκκλησίες με ογκώδεις –συχνά τετράπλευρους– κίονες. Από τη μνημειακή ζωγραφική, που στο μεγαλύτερό της μέρος έχει καταστραφεί, διατηρούνται οι σκηνές με τα θαύματα του Χριστού στη Γκεοργκίρχε του Όμπερτσελ, στο Ράιχεναου (τέλη 10ου αι.). Η μικρογραφία που άνθησε στα scriptoria έχει να παρουσιάσει πολλά αριστουργήματα. Τα σπουδαιότερα κέντρα της πρώτης παραγωγής μικρογραφίας είναι το Κόρβεϊ επί του ποταμού Βέζερ, η Φούλντα, το Χιλντεσχάιμ και το Ράιχεναου. Η οθωνική τέχνη της χρυσοχοΐας φτάνει σε μεγάλη ακμή. Η σχολή των Τρεβήρων ξεχωρίζει με τα αριστουργήματά της: Το χρυσό δέσιμο (Μουσείο Νυρεμβέργης) που περιλαμβάνει μία κεντρική πλάκα από ελεφαντόδοντο με τη Σταύρωση του ίδιου Τρεβηριανού καλλιτέχνη που δημιούργησε τις δύο πλακέτες από ελεφαντόδοντο με τον Μωυσή και την Απιστία του Θωμά, οι οποίες σήμερα βρίσκονται στο Λονδίνο (Μουσείο Αλβέρτου και Βικτορίας). Το άγαλμα της Παναγίας με τον υιό σκεπασμένο με φύλλο χρυσού, που ανήκει στο τέλος του 10ου αι. και έχει γίνει το μήλο της έριδας ανάμεσα στο πολύ φημισμένο κέντρο του Έσεν και σε εκείνο της Μάιντς (Μαγεντίας), είναι έργο από εκείνα που εντυπωσιάζουν περισσότερο για τη ζωτική εσωτερική τους ορμή, παρότι έχει τη στατική όψη ενός αγάλματος. Ο Σταυρός της Λορένης (από την αναπαράσταση σε κρύσταλλα που βρίσκεται στη βάση) ανήκε στον Όθωνα Γ’ ή στον Ερρίκο Β’ και τοποθετείται τοπικά στο Άαχεν (Εξ-λα-Σαπέλ). Κορυφαίας μεγαλοπρέπειας είναι το Ειλητόν του Ερρίκου Β’ (Μουσείο του Κλινί). Οι πύλες το καθεδρικού ναού του Χιλντεσχάιμ είναι απαράμιλλης τέχνης, δουλεμένες σε χυμένο χαλκό μετά από σχετική εντολή του επισκόπου Μπέρνβαρντ, ο οποίος παρήγγειλε επίσης σε έναν Σάξονα χρυσοχόο ένα ζευγάρι μπρούτζινων κηροπήγιων με αριστουργηματική διακόσμηση. Στα μέσα του αιώνα τοποθετείται και ο εκκλησιαστικός Αυτοκρατορικός Σταυρός του καθεδρικού ναού του Έσεν. Περίπου στα τέλη της περιόδου αυτής εμφανίζεται και πάλι ένας εκτυφλωτικός βαρβαρικός πλούτος με φανταχτερά πολύτιμα πετράδια συμμετρικά τοποθετημένα. Το ιντερμέδιο της σαλικής τέχνης. Η ιδέα της θεόπνευστης αυτοκρατορίας ενσαρκώνεται στις μεγάλες εκκλησίες που ιδρύθηκαν κατά τη σαλική περίοδο. Πρώτο δημιούργημα της περιόδου αυτής ήταν το αβαείο του Λίμπουργκ στο Χαρτ (1025, δεν υπάρχει πλέον), που χτίστηκε για τον Κοράδο Β’. Με το ίδιο πνεύμα (και μάλλον από τον ίδιο αρχιτέκτονα, τον Βενεδικτίνο Γκούμπερτ) χτίστηκε και ο καθεδρικός ναός της Σπάγερ από το 1030-50, κατά τη βασιλεία των Κοράδου Β’ και Ερρίκου Γ’, ο οποίος ολοκληρώθηκε την εποχή του Ερρίκου Δ’ (1082) και αργότερα φιλοξένησε τους τάφους των σαλίων αυτοκρατόρων. Ο καθεδρικός ναός του Μάιντς αντιπροσωπεύει ένα ακόμα βήμα: οι κολόνες γίνονται τετράπλευρες, δίνοντας μνημειώδες ύφος σε όλο το οικοδόμημα. Μεταξύ του 1050 και του 1080, οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στην αυτοκρατορία και στην Εκκλησία επιδρούν και στην αρχιτεκτονική, που από το προηγούμενο στάδιο της φωτεινής της έξαρσης εκφράζεται τώρα με αυστηρότερους και περισσότερο συμπαγείς όγκους. Το τάγμα των Βενεδικτίνων είχε δώσει στις εκκλησίες του έναν τόνο ζεστό και οικείο. Τις είχε κάνει χώρους προσευχής για κληρικούς και λαϊκούς. Η μεταρρύθμιση του Κλινί, δίνοντας και πάλι στην προσευχή την πρώτη θέση, πραγματοποίησε αποκλειστικά μοναστηριακές εκκλησίες. Στο διάστημα αυτής της μεταρρύθμισης, υπόδειγμα θεωρείται το αβαείο του Χίρζαου στον Μέλανα Δρυμό, από το οποίο ξεκινά ένας οικοδομικός κανόνας που επιδρά πάνω σε περίπου εκατό μεταρρυθμισμένες εκκλησίες: μητροπόλεις του Άλπιρσμπαχ, της Κωνσταντίας, του Πρίφενινγκ κ.ά., όλες των αρχών του 12ου αι. Αλλά η μεταρρύθμιση δεν επιβάλλει απόλυτους κανόνες: αυτοκρατορικές εκκλησίες εξακολουθούν να υπάρχουν σε διάφορα σημεία και ένας ιδιαίτερος ιπποτικός τόνος διαπνέει το ύφος της εκκλησίας της Μαρίας Λάαχ (1093). Στην οθωνική επιθετικότητα η σαλική τέχνη υπογραμμίζει τη φόρμα. Προχωρώντας από δεκαετία σε δεκαετία, οι φόρμες γίνονται όλο και περισσότερο αυστηρές, όλο και περισσότερο ιερές (Σταύρωση του Νικολά ντε Βερντέν). Στο μεταξύ αναπτύσσεται και μία βαριά μονοκόμματη φόρμα με τάσεις ρουστίκ, που πλησιάζει το ρομανικό πνεύμα. Η μετάβαση από τον ρομανικό ρυθμό στην πρώτη περίοδο του γοτθικού. Η εποχή των Χοενστάουφεν είναι εκείνη κατά την οποία σημειώθηκε η μεγαλύτερη άνθηση της γερμανικής τέχνης. Επιβλητικά αυτοκρατορικά ανάκτορα (Πφάλτσεν) χτίζονται από τον Ρήνο μέχρι την Απουλία (πύργοι του Φρειδερίκου Β’). Ο Μπαρμπαρόσα χτίζει παλάτια στις έδρες του Καρλομάγνου: Ακυίσγρανο (Άαχεν), Ινγκελαχάιμ, Ναϊμέχεν, για να λαμπρύνει τα κέντρα της πρώτης Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ διάφορα ανακτορικά παρεκκλήσια οικοδομούνται στο Χάγκεναου, στη Νυρεμβέργη και στο Έγκερ. Το ανάκτορο του Γκελνχάουζεν δεν είναι πια μονάχα έδρα τελετών αλλά και διαμονή. Όμως, παρά την πλούσια δραστηριότητα της αστικής αρχιτεκτονικής, η θρησκευτική δεν έχει καθόλου παραγκωνιστεί. Ο 13ος αι. παραμένει ρομανικός για ολόκληρο το πρώτο τρίτο του. Τα μεγάλα κτίρια του αιώνα, από τον καθεδρικό της Βαμβέργης (1201-37) μέχρι τη ρηνανική εκκλησία του Γκέλνχαουζεν (1230), παρουσιάζουν μία θαυμαστή ενότητα ύφους. Στη Βεστφαλία είναι χαρακτηριστική η Χαλενκίρχε που περιτριγυρίζεται από ευρύχωρα κλίτη. Στην πρώτη φάση του, ο γοτθικός ρυθμός, παρότι διατηρεί ακόμα αυστηρά ρομανικά στοιχεία, εκφράζεται σε κτίρια με πλατύτερες διαστάσεις που ανυψώνονται βαθμιαία. Αυτό παρατηρείται στις εκκλησίες του Μίνστερ, του Όσναμπρικ, του Χέρφορντ και του Πάντερμπορν. Η γλυπτική της Βαμβέργης, του Μαγδεμβούργου και του Νάουμπουργκ. Η γλυπτική την περίοδο των Χοενστάουφεν φτάνει σε μεγάλα ύψη τελειότητας. Η χρυσοχοΐα της Κολονίας προσφέρει με την Κασετίνα των Μάγων στον καθεδρικό ναό της πόλης το μεγαλύτερο αριστούργημά της: οι μορφές που τη διακοσμούν είναι φιλοτεχνημένες από τον Νικολά ντε Βερντέν, χρυσοχόο από τη Λορένη. Σημαντικό κέντρο είναι και το Χιλντεσχάιμ στη Σαξονία. Στο εσωτερικό του καθεδρικού ναού του Μπραουνσβάιγκ ο τάφος του Ερρίκου του Λέοντος και της Ματθίλδης της Αγγλίας (περ. 1240) είναι χαρακτηριστικός όλων των σαξονικών τάφων. Από τον Άνω Ρήνο προέρχονται οι καλλιτέχνες που φιλοτέχνησαν τα γλυπτά του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης. Όπως φαίνεται, τέσσερις ομάδες καλλιτεχνών διαδέχτηκαν η μία την άλλη στην κατασκευή του έργου. Τα ανάγλυφα της Πύλης της Συγγνώμης (ανατολική) και του εσωτερικού του Χορού του Αγίου Γεωργίου είναι αριστουργήματα που έγιναν ίσως πάνω σε σχέδιο ενός καλλιτέχνη της μικρογραφίας της μεσημβρινής Γ. και υλοποιήθηκαν τουλάχιστον από δύο γλύπτες. Την εποχή αυτή, τρία είναι τα μεγάλα εργαστήρια γλυπτικής: στο Στρασβούργο, στη Βαμβέργη και στο Νάουμπουργκ. Στον καθεδρικό ναό του Στρασβούργου, μεταξύ 1220 και 1230, ένας γλύπτης που ήταν ακόμα επηρεασμένος από τον Νικολά ντε Βερντέν, δουλεύει μία σειρά αξιόλογων έργων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει η Δευτέρα Παρουσία. Εξάλλου, τα δύο πασίγνωστα αγάλματα της Εκκλησίας και της Συναγωγής, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο εξωτερικό των νοτίων πυλών (σήμερα τα πρωτότυπα βρίσκονται στο μουσείο) θεωρούνται από τα ωραιότερα δείγματα της ευρωπαϊκής τέχνης της εποχής. Στη Βαμβέργη, στη Φραγκονία, ανάμεσα στους καλλιτέχνες που δουλεύουν εκεί ξεχωρίζει ο δημιουργός του Ιππότη της Βαμβέργης, ενός από τα διασημότερα γλυπτά της εποχής. Εξάλλου, ο Μάιστερ της Πύλης του Αδάμ, δημιουργός των έργων Βασιλιάς Ερρίκος, Μικρές και φρόνιμες παρθένες και Αδάμ και Εύα, παρουσιάζει τα πρώτα γυμνά στην ιστορία της γερμανικής γλυπτικής. Στο Μαγδεμβούργο, μεταξύ 1240 και 1250, δουλεύουν στον καθεδρικό ναό άλλες τρεις ομάδες καλλιτεχνών, που προέρχονται όλοι τους από τη Βαμβέργη. Ο καλλιτέχνης του Ιππότη του Μαγδεμβούργου (μνημείο στο κέντρο της πόλης, που παρουσιάζει τον Όθωνα Γ’ έφιππο), είναι και ο δημιουργός του πρώτου κοσμικού μνημείου στη Γ. Το πάθος που χαρακτηρίζει τα γλυπτικά αυτά έργα δεν άφησε ασυγκίνητο τον Μάιστερ του Νάουμπουργκ, που πήρε το όνομά του από την πόλη όπου δημιούργησε το μεγαλύτερο έργο του. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Γαλλία, δουλεύοντας στην Αμιένη. Στο Νάουμπουργκ εργάζεται από το 1250, δημιουργώντας αληθινά αριστουργήματα στον καθεδρικό ναό της πόλης: Η Σταύρωση, Μαρία και Ιωάννης κ.ά. Στη Σαξονία επικρατούν (κυρίως στο Μπραουνσβάιγκ) μορφές που φέρουν ακόμα έντονη μία σαλική σφραγίδα. Στη Βαυαρία και στις δυτικές αυστριακές περιοχές οι παραδοσιακές βυζαντινές επιδράσεις απαλύνονται και προσαρμόζονται στον χώρο. Στη ζωγραφική σώζονται, από τα τέλη του 12ου αι., λίγα ίχνη τοιχογραφιών, με εξαίρεση τα έργα που διατηρούνται στην εκκλησία του Σβαρτσράιντορφ, τις απεικονίσεις επισκόπων και ιπποτών στην εκκλησία του Σανκτ Γκερέν στην Κολονία και στον καθεδρικό ναό του Έσεν στο Ρουρ. Χαρακτηριστικές είναι οι Ιστορίες της Παρθένου, ζωγραφισμένες για τον Κόνραντ φον Σρέιερν (1220), οι Καρμίνα Μπουράνα (1225, Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου) και οι εικονογραφήσεις μιας έκδοσης του έργου Τριστάνος και Ιζόλδη (περ. 1250). Στη Σαξονία, στη Σανκτ Μιχαελικίρχε του Χιλντεσχάιμ, το ταβάνι είναι φτιαγμένο από ζωγραφισμένα ξύλινα πλαίσια σε ρομανική και γοτθική τεχνοτροπία. Στην Κολονία αξίζει να αναφερθούν διάφορες τοιχογραφίες βασιλέων, ιπποτών, ευγενών, κυριών μέσα στο βαπτιστήριο του Σανκτ Γκερέν (1227) και η τοιχογραφία της Σταύρωσης στον Άγιο Κούνιμπερτ. Η πρώτη γοτθική άνθηση. Μία νέα θρησκευτική μεταρρύθμιση, ο κιστερκιανός ρυθμός των Βενεδικτίνων είναι η βάση του γοτθικού ρυθμού. Οι πρώτες διεισδύσεις της γοτθικής τέχνης στη Γ. εμφανίζονται στη μοναστηριακή εκκλησία του Μάουλμπρον στη Βυρτεμβέργη, που διατηρεί όμως έντονα πολλά ρομανικά στοιχεία. Ωραιότατες είναι οι πρώτες δημιουργίες στον βορρά, στη χανσεατική ζώνη από το Λένιν μέχρι το Χόριν, το Ντόμπεραν και το Πέλπλιν. Στη νότια Γ., ο γοτθικός ρυθμός διεισδύει στις βαυαρικές Χαλενκίρχε (εκκλησίες-αίθουσες), χωρίς να επηρεάσει την αρχική τους μορφή. Σε αντίθεση με τον γαλλικό γοτθικό ρυθμό, ο γερμανικός δίνει σε όλα τα στοιχεία την ίδια σπουδαιότητα, εκφράζοντας έτσι ένα ιδανικό αστικής ισότητας. Εδώ, ο γοτθικός ρυθμός αντιπροσωπεύεται από ένα σύνολο καθεδρικών ναών διεσπαρμένων σε όλο το γερμανικό έδαφος: η Ελιζαμπετκίρχε του Μάρμπουργκ, που άρχισε να χτίζεται το 1235, η Λιμπφραουενκίρχε των Τρεβήρων (1235-60) και ο καθεδρικός ναός της Κολoνίας (που θεμελιώθηκε το 1248). Στον Άνω Ρήνο, γοτθικός είναι ο καθεδρικός ναός του Στρασβούργου, που άρχισε να κατασκευάζεται με ρομανική τεχνοτροπία και προχώρησε αναπτύσσοντας γοτθικά κλίτη που ελαφρύνουν τους όγκους, πράγμα σπάνιο στις γερμανικές εκκλησίες. Η δυτική πρόσοψη είναι μεταγενέστερο έργο του Έρβιν του Στάνιμπαχ (1318) από την Κολονία. Κατά τα τέλη του 14ου αι. ο Ούλριχ Ένσινγκερ ολοκλήρωσε τον αριστερό πυργίσκο, στον οποίο ο Γιόχαν Κολτς πρόσθεσε κατά τον 15ο αι. το καταπληκτικό στέγαστρο από πυραμίδες με μικρότερους κλιμακωτούς πυργίσκους. Περίπου το 1250, στη διαμόρφωση της γοτθικής τέχνης επιδρούν κυρίως τα αριστουργήματα που εμφανίζονται στο Στρασβούργο, στο Φράιμπουργκ και στην Κολονία. Ο καθεδρικός ναός του Στρασβούργου, στο ανατολικό του μέρος δίνει το πιο ενδιαφέρον δείγμα της γερμανικής αρχιτεκτονικής πλαστικότητας. Από το Φράιμπουργκ πάλι, οι γοτθικές τάσεις εξαπλώνονται προς τη Σουηβία, τη Θουριγκία και τη Βεστφαλία. Η Κολονία πάλλεται από ζωηρή καλλιτεχνική δραστηριότητα. Ωστόσο, τώρα ακριβώς συναντά κανείς ένα από τα φοβερότερα γλυπτά του γερμανικού Μεσαίωνα, τον ξύλινο Εσταυρωμένο της Σανκτ Μαρία ιμ Κάπιτολ (1303), μαστιγωμένο, σπαραγμένο, με αποστεωμένο στέρνο. Στη κεντρική Γ. εμφανίζεται μία σειρά Ανταχτσμπίλντερ (Πιετά με δύο πρόσωπα) με έντονο λαϊκό τόνο. Πρόκειται για τις Πιετά του Σόιερφελντ (1330-40), που βρίσκονται τώρα στο φρούριο το Κοβούργου και της Ερφούρτης. Από το δεύτερο μισό του 13ου αι. και έπειτα καταργείται το κομματιαστό ύφος, χωρίς όμως να απελευθερωθεί ολότελα η τέχνη από τις εξωπραγματικές τάσεις αυτής της περιόδου. Ο υστερογοτθικός ρυθμός και οι Χαλενκίρχε. Ο αυθεντικότερος γερμανικός γοτθικός ρυθμός είναι ο υστερογοτθικός (Sondergotik ή Spätgotik). Στην αρχιτεκτονική, η τάση αυτή συμπίπτει με την εμφάνιση του γοτθικού ρυθμού στο παλαιό σύστημα της Χαλενκίρχε. Την ουσιαστική ώθηση στην καλλιέργεια του υστερογοτθικού ρυθμού έδωσε η σουηβική οικογένεια Πάρλερ, της οποίας σπουδαιότεροι εκπρόσωποι ήταν ο Χάινριχ Πάρλερ και ο γιος του Πέτερ. Στο Σβέμπις Γκμιντ, ο Χάινριχ έχτισε (1351) τη Χαλενκίρχε του Χαϊλιγκενκρόιτς, δίνοντας πρώτος στο θρησκευτικό οικοδόμημα έναν αστικό χαρακτήρα. Η βασιλική με το συμβολικό της φως, που έρχεται από ψηλά, δίνει τη θέση της στη χάλε όπου το φως εισχωρεί από τα ψηλά πλαϊνά παράθυρα των κλιτών. Ο Πέτερ Πάρλερ (1330-1399) υπήρξε ο σπουδαιότερος αρχιτέκτονας και γλύπτης της Πράγας του Καρόλου Δ’. Εδώ αποπεράτωσε την ανοικοδόμηση του καθεδρικού ναού, που άρχισε πάνω σε γαλλοφλαμανδικό σχέδιο του Ματιέ ντ’ Αράς, από την Αβινιόν. Η πρώτη Χαλενκίρχε της Νυρεμβέργης, στη Φραγκονία, είναι η Λιμπφαουενκίρχε (1350). Θαυμάσια υστερογοτθικά στοιχεία χαρακτηρίζουν επίσης τις χάλε του Σαντκ Σεμπάλντους και της Σαντκ Λορεντσκίρχε που τοποθετούνται σε μια πιο υστερογοτθική φάση (1439-77). Στη Νυρεμβέργη κατασκευάζονται επίσης δημόσιες σιταποθήκες, αυτοκρατορικοί στάβλοι (περ. 1495), δημόσιοι ζυγοί, καταστήματα, το νοσοκομείο του Αγίου Πνεύματος, το δημαρχείο, σχεδόν όλα στον ρυθμό αυτό, και έργα του Χανς Μπέχαμ του Πρεσβύτερου. Στη Ρηνανία, είναι έντονη η επίδραση του καθεδρικού ναού της Κολoνίας σε ολόκληρο τον 14ο αι., ενώ οι κατοικίες ακολουθούν μια πιο ιδιόρρυθμη τεχνοτροπία. Στη Βεστφαλία, ο παλαιός γοτθικός ρυθμός αφομοιώνεται από την τοπική τάση που επηρεάζει όλους τους ρυθμούς. Στην αστική αρχιτεκτονική ξεχωρίζουν ακόμα τα δημαρχεία του Μίνστερ και του Μπραουνσβάιγκ (Σαξονία). Στη χανσεατική περιοχή οι εκκλησίες περιβάλλονται από πυργίσκους και επάλξεις. Η γλυπτική των τελευταίων γοτθικών χρόνων. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται μια έντονη αντίθεση του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Το σώμα καλύπτεται από βαριές υφασμάτινες πτυχώσεις (κυρίως στη γλυπτική κατά τον 15ο και την πρώτη τριακονταετία του 16ου αι.). Οι Απόστολοι της Σανκτ Λορεντσκίρχε (περ. 1380) στη Νυρεμβέργη έχουν μια αρχαϊκή σφραγίδα, έτσι όπως μοιάζουν να παίζουν με τις φωτοσκιάσεις. Φαίνεται ότι οι ευγενείς εξαϋλωμένες μορφές του Σένερ Μπρούνεν (Shöner Βrunnen) έγιναν με σχέδια του αρχιτέκτονα Χάινριχ Μπέχαϊμ, οπαδού του Πάρλερ, στην πλατεία της αγοράς (1385-96): Επτά πρίγκιπες εκλέκτορες, επτά ήρωες, Μωυσής, προφήτες, οι Ευαγγελιστές. Στον Μέσο Ρήνο παρατηρούνται οι πιο απόλυτες αντιθέσεις· η Πιετά (1370, τώρα στο επαρχιακό Μουσείο της Βόνης) είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις του εξπρεσιονισμού. Στην Κολoνία, οι τάφοι περνούν από την αυστηρότητα στην εξαϋλωμένη γαλήνη. Στον καθεδρικό ναό απόστολοι και άγιοι έχουν μια επιβλητική κομψότητα. Τόσο η Βεστφαλία όσο και το Μίνστερ και το Ζεστ έχουν δεχτεί την επίδραση της ρηνανικής πλαστικότητας και της αισθητικής γοητείας της. Αυτή η επίδραση φαίνεται στον γλύπτη των 44 μορφών του Grabow Αltar για την Πετρικίρχε του Αμβούργου (1379-83), μορφές που επρόκειτο να εκτελέσει πάνω σε σχέδιο του ζωγράφου Μπέρτραμ φον Μίντεν. Στην Ερφούρτη (Θουριγκία), στην Μπαρφισερκίρχε διατηρείται η αριστουργηματική επιτύμβια μορφή της Τσίνα φον Φάργκουλα (περ. 1370). Μεταξύ του 14ου και του 15ου αι. επικρατεί κάποια ρομαντική τάση προς ήδη εκφυλισμένα ιπποτικά ιδανικά. Το παράδειγμα δίνει, όπως λέγεται, ο δημιουργός των ωραίων αγαλμάτων της Παναγίας, ένας Βοημός, που πριν έρθει στη Βιέννη και στο Σάλτσμπουργκ εργάστηκε (1390-1400) στη Γ. Ως μαρτυρία της βαλτικής του περιόδου μένει στο Τόρουν μια καταπληκτική Παναγία πάνω σε ένα βάθρο που κρατάει τη μορφή του Μωυσή. Από την παραμονή του στο Μπρέσλαου υπάρχουν οι δύο γνωστές Πιετά. Ο Χανς Μούλτσερ, από το Ραϊχενχόφεν, ανανεώνει σταδιακά την τέχνη. Από τα πρώτα έργα του, που είναι διαποτισμένα με λεπτότατη χάρη, όπως ο Χριστός των θλίψεων στην είσοδο του καθεδρικού ναού της Ουλμ (1430), ο Μούλτσερ υπογραμμίζει τη ζωντάνια του σώματος κάτω από το ύφασμα. Από την Παναγία στον θρόνο (1430), στο Μουσείο του Μονάχου, μέχρι τη μνημειώδη Παναγία του Μπιλένγκεν (1455), ωριμάζει η αξιοθαύμαστη τέχνη του. Η βοημική επίδραση στην αυλική ζωγραφική. Κέντρο της αυλικής τέχνης με άμεση επίδραση στη Γ. ήταν η Πράγα που κατάφερε να υποτάξει τη γαλλική επιρροή. Από την Πράγα επηρεάστηκε ολόκληρη η Γ., μέχρι και τη Ρηνανία ακόμα. Ξεχωριστή καλλιτεχνική προσωπικότητα παρουσιάζει η Βεστφαλία, χάρη στην καλλιτεχνική προσφορά του Μπέρτραμ φον Μίντεν, που φιλοτέχνησε μεγάλα ζωγραφιστά και σκαλιστά πολύπτυχα και του Κόνραντ φον Σόεστ. Ο Ολλανδός Μάιστερ Φράνκε, που ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αμβούργο μεταξύ 1407 και 1430, ακολουθεί τα ρηνανοβεστφαλικά πρότυπα με ιδιόρρυθμες, άλλοτε συμμετρικές και άλλοτε πάλι ασύμμετρες συνθέσεις. Ο Σουηβός Λούκας Μόζερ άφησε το αριστούργημά του Βωμός της Μαγδαληνής στο Τίφενμπρον κοντά στο Πφόρτσχαϊμ στο Μπάντεν και εργάστηκε μέχρι τα μεσά του 15ου αι. στην Ουλμ, δημιουργώντας τα υαλογραφήματα του παρεκκλησιού Μπάσερ στον καθεδρικό ναό. Οι αναγεννησιακές βάσεις στη ζωγραφική μπήκαν από τον Κόνραντ Φιτς, Σουηβό από το Ρότβαϊλ, που διαμορφώθηκε καλλιτεχνικά στη Βουργουνδία και στη Φλάνδρα, ενώ εργάστηκε από το 1434 στη Βασιλεία. Μαρτυρίες της φλαμανδικής του θητείας είναι η Σταύρωση (Μουσείο του Βερολίνου) και η Αγία Οικογένεια με αγίους στην εκκλησία (Μουσείο του Καποντιμόντε, Νάπολη). Ο βωμός με ιστορίες του Αγίου Πέτρου (1444), που κατασκευάστηκε για λογαριασμό του καρδιναλίου της Γενεύης, αποτελεί το πρώτο θαύμα προοπτικής στη γερμανική ζωγραφική. Ένας άλλος Σουηβός, ο Χανς Μούλτσερ, ήδη γνωστός ως γλύπτης, συναγωνίζεται επάξια τον Φιτς. Το 1437 πραγματοποίησε τα θυρόφυλλα του βωμού για την εκκλησία του Βούρτσαχ στο Αλγκόι, με Τέσσερις ιστορίες του πάθους στο εξωτερικό και Τέσσερις ιστορίες της Παρθένου στο εσωτερικό τους. Στην Κολoνία εργάστηκε ο Στέφαν Λόχνερ, επίσης Σουηβός, που διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του δράση στο ρηνανικό υστερογοτθικό περιβάλλον. Δικά του έργα που σώζονται είναι ο βωμός με τη Λατρεία των Μάγων (1440) στον καθεδρικό της Κολoνίας και τα Εισόδια (1447, Μουσείο του Ντάρμστατ). Η γλυπτική του 15ου και των αρχών του 16ου αι. Μεγάλη ήταν η επίδραση της ιταλικής αναγεννησιακής τέχνης στη γερμανική γλυπτική του 15ου και των αρχών του 16ου αι. Ο Νικολάους Γκέρχααρτ, γεννημένος στο Λέιντεν της Ολλανδίας, αλλά πολιτογραφημένος Γερμανός, άσκησε μία αξιόλογη επιρροή στην τέχνη της Γ., φιλοτεχνώντας στο Στρασβούργο (1464) μια σειρά προτομών στην καγκελαρία, με έναν αρκετά δυναμικό τρόπο και έναν εξίσου εκφραστικό ρεαλισμό. Δύο τάσεις χαρακτηρίζουν την αρχή του 16ου αι.: η μία μένει πιστή στην κλασική μετριοπάθεια και στη φυσικότητα των σχημάτων και η άλλη, εντελώς αντίθετη, εκφράζει την έκρηξη των συναισθημάτων με μία σχηματική δύναμη που εκδηλώνεται στις πτυχώσεις του υφάσματος και σε άλλες σχηματικές λεπτομέρειες. Η πρώτη αντίληψη αντιπροσωπεύεται από τον Χανς Βίντιτς, που δούλεψε στο Φράιμπουργκ από το 1497 έως το 1514 και του οποίου σώζονται αξιόλογα έργα. Η δεύτερη τάση εκπροσωπείται από τον Η.L. (ίσως Χανς Λόι) που κατασκεύασε τον βωμό του καθεδρικού ναού του Φράιμπουργκ. Ανάλογες εξελίξεις παρατηρούνται και στη Σουηβία. Ο Γεργκ Σίρλιν ο Πρεσβύτερος, κατά ένα μέρος μόνος του και κατά ένα μέρος με τη βοήθεια άλλων αξιόλογων καλλιτεχνών, φιλοτεχνεί ένα μεγάλο σύμπλεγμα γλυπτών στην πόλη Ουλμ. Στο Άουγκσμπουργκ, με την ενίσχυση των τραπεζιτών Φούγκερ, μαικήνων της εποχής, επανέρχεται το ύφος της βόρειας Ιταλίας. Δείγμα της τάσης αυτής είναι το παρεκκλήσιο-κρύπτη Φούγκερ στη Σανκτ Άννα Κίρχε (1509-18), όπου τις γλυπτικές εργασίες διηύθυνε από το 1510 ο Σεμπάστιαν Λόσερ. Ο μεγαλύτερος όμως καλλιτέχνης της εποχής είναι ο Χανς Ντάουχερ, που πραγματοποίησε την εκπληκτική Συμπόνια για τον βωμό του παρεκκλησιού. Στη Βαυαρία ανθεί μια τάση υστερογοτθική με λαϊκότερη απόκλιση που έχει ζωηρή σχέση με την πραγματικότητα. Ο Έρασμος Γκράσερ, που εργάστηκε ιδιαίτερα στο Μόναχο, είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Στο 1480 ανάγεται το περίφημο έργο του Χορευτές μαυριτανικών χορών στο παλαιό δημαρχείο. Στο Λάντσχουτ, πολιτεία ζωηρή και έδρα δουκάτου, ο υστερογοτθικός ρυθμός εξελίσσεται με τον Χανς Λαϊνμπέργκερ, που φιλοτέχνησε μεταξύ 1511 και 1514 τον βωμό της ενοριακής εκκλησίας του Μόοσμπουργκ. Στη Φραγκονία ξεχωρίζει ο Φάιτ Στος, από τη Νυρεμβέργη. Ο Πέτερ Φίσερ ο Πρεσβύτερος (1460-1529) υπήρξε ένας από τους διασημότερους καλλιτέχνες του χαλκού στη Νυρεμβέργη. Επηρεασμένος από την ιταλική Αναγέννηση, δημιούργησε διάφορα γλυπτά και κυρίως επιτάφια μνημεία. Στο Βίρτσμπουργκ ξεχωρίζει (από το 1483 έως το 1531) ο Τίλμαν Ριμενσνάιντερ, που φιλοτέχνησε πολυάριθμα μνημεία σε πέτρα, αλλά τα αριστουργήματά του είναι οι βωμοί από ξύλο, από αμμόλιθο και από αλάβαστρο. Στη βόρεια Γ. ξεχωρίζει η μεγαλοφυΐα του ζωγράφου και γλύπτη Μπερντ Νότκε. Από τα γλυπτά του έργα, όλα σε ξύλο, αξίζει να αναφερθούν ο Σταυρός του θριάμβου (1477) στον καθεδρικό ναό της Λίμπεκ, και κυρίως η περίφημη σύνθεση του Αγίου Γεωργίου με τον δράκο και την πριγκίπισσα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Στοκχόλμης (1489). Ξεχωριστή θέση στη γερμανική γλυπτική των αρχών του 16ου αι. κατέχει ο Κόνρατ Μάιτ, Ρηνανός από το Βορμς. Εργάστηκε πρώτα στη Σαξονία, στην αυλή των Βίτενμπεργκ, και μετά στις νότιες Κάτω Χώρες, στην αυλή της Μαργαρίτας της Αυστρίας. Η ζωγραφική του 15ου και του 16ου αι. Στη ζωγραφική, κατά το δεύτερο μισό του 15ου αι. εκδηλώθηκαν πολλές φλαμανδικές επιρροές. Μέχρι τον Ντίρερ όμως δεν εμφανίζονται προσωπικότητες εξαιρετικής αξίας. Ανάμεσα στους πιο αξιόλογους καλλιτέχνες πρέπει να αναφερθούν ο Χανς Πλέιντενβουρφ που εργάστηκε στη Νυρεμβέργη και ο Μάρτιν Σονγκάουερ που μαθήτευσε στο Κολμάρ και δέχτηκε εκεί τη φλαμανδική επίδραση. Ο Άλμπρεχτ Ντίρερ (1471-1528), ζωγράφος, σχεδιαστής, χαράκτης και ξυλογράφος, ήταν γιος του χρυσοχόου Άλμπρεχτ του Πρεσβύτερου, ως μαθητής του οποίου μετέφερε την τεχνική δεξιοτεχνία από τον χώρο της χρυσοχοΐας σε εκείνον της χαρακτικής. Το 1490 πραγματοποίησε το πρώτο εκπαιδευτικό του ταξίδι στη Ρηνανία και το 1492 έφτασε στο Κολμάρ της Αλσατίας όπου άρχισε να συχνάζει στους αδελφούς Σονγκάουερ. Η επίδραση του Μάρτιν, παρότι ο ίδιος είχε ήδη πεθάνει, υπήρξε αποφασιστική. Η παραμονή του στη Βενετία (1494-95) και στην άνω Ιταλία (1505-7) του επέτρεψαν να πλησιάσει την ιταλική κλασική και αναγεννησιακή τέχνη. Στο 1498 ανάγεται η περίφημη Αυτοπροσωπογραφία του (Μουσείο Πράντο, Μαδρίτη), όπου συνδυάζονται ο λατινικός ουμανισμός με την ανήσυχη τευτονική μυστικοπάθεια. Δύο χρόνια αργότερα δημιουργεί την Αυτοπροσωπογραφία του Μονάχου, όπου πολλοί είδαν μια αλληγορία στην ταύτιση του καλλιτέχνη με τον Θεό, έτσι όπως είχε προταθεί από τον ιταλικό ουμανισμό. Το 1498 εμφανίστηκαν οι 15 ξυλογραφίες της Αποκάλυψης με τις οποίες άρχισε να αποκτά φήμη. Η ξυλογραφική σειρά τού Μεγάλου Πάθους (1497-99), εν μέρει σύγχρονη, που παρουσιάζει το ίδιο βάθος, είχε παρ’ όλα αυτά μικρότερη απήχηση. Με την αυγή του επόμενου αιώνα εντείνει τη στροφή του προς τις πρώτες αξίες, και τα γραπτά του αντικατοπτρίζουν την ανησυχία του. Μαζί με τον καλλιτέχνη συμβαδίζει ο θεωρητικός που διατηρεί την ικανότητα να προβάλλει τη λεπτομέρεια ενώ εισχωρεί στον παγκόσμιο παλμό. Η σύγχρονη ξυλογραφία αντιπροσωπεύεται από τη σειρά της Ζωής της Παρθένου, που ολοκληρώθηκε το 1511. Το 1509 εμφανίζεται το Μικρό Πάθος σε 37 ξυλογραφίες, σχεδόν αντίθετο προς το Πάθος (1507-12) χαραγμένο (16 κομμάτια) σε χαλκό. Τα επόμενα δύο χρόνια (1513-14) δεν υπάρχουν ζωγραφικά έργα ούτε ξυλογραφίες, αλλά μία δωδεκάδα χαρακτικών σε χαλκό. Τα ζωγραφικά έργα γίνονται όλο και πιο σπάνια. Στο 1526 ανήκουν οι δύο μεγάλοι πίνακες με τους Αποστόλους (Μουσείο του Μονάχου), αυστηρά επιβλητικοί, σημείο της τελευταίας ωριμότητας του καλλιτέχνη. Σύγχρονος του Ντίρερ, αλλά τελείως διαφορετικός από εκείνον, είναι ο Μάτις Γκρίνεβαλντ (1460;-1528), που διαμορφώθηκε πιθανότατα στο Στρασβούργο, στο περιβάλλον του Μάρτιν Σονγκάουερ. Η σταδιοδρομία του εξελίχθηκε κατά μεγάλο μέρος στη σκιά του μαικήνα πρίγκιπα Άλμπρεχτ φον Μπράντενμπουργκ, αρχιεπισκόπου του Μάιντς. Το 1505 περίπου χρονολογείται η γνωστή Σταύρωση που βρίσκεται στο Μουσείο της Βασιλείας. Στο 1512-15 ανάγεται ένα από τα αριστουργήματά του, ο Βωμός των Αντονιτών στο Ίζενχαϊμ, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Κολμάρ. Στο ίδιο μουσείο φυλάσσονται και πολλά άλλα έργα του καλλιτέχνη. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα είχε η Ντοναουσούλε (Σχολή του Δούναβη), στα πλαίσια της νότιας γερμανικής ζωγραφικής από τη Βαυαρία μέχρι τη Βιέννη, αλλά με βαθείς απόηχους στην κεντρική και βόρεια Γ. καθώς και έξω από το γερμανικό έδαφος. Οι καλλιτέχνες της σχολής αυτής εργάζονταν κυρίως στο Ρέγκενσμπουργκ, στο Πάσαου και στο Σάλτσμπουργκ. Τον όρο Ντοναουσούλε δεν μπορούμε όμως να τον περιορίσουμε αυστηρά σε εδαφικά πλαίσια, όπως δεν μπορούμε και να καθορίσουμε με ακρίβεια την προέλευσή του. Είναι βέβαιο όμως ότι σημαντική σχετικά επιρροή άσκησε η μνημειώδης σειρά των ξυλογραφιών του Ντίρερ με θέμα την Αποκάλυψη (1498). Ο Λούκας Κράναχ (1472-1553) άρχισε το 1490 περίπου τα ταξίδια που τον οδήγησαν μία δεκαετία αργότερα στην Αυστρία. Στη Βιέννη ζωγράφισε τα πρώτα γνωστά σε εμάς έργα, από τα οποία ξεχωρίζουν οι προσωπογραφίες (Σύζυγοι Κουσπινιάν, συλλογή Ράινχαρτ, Βίντερτουρ). Το 1504 ο Φρειδερίκος ο Σοφός της Σαξονίας τον κάλεσε στη Βυρτεμβέργη και εκεί ο Λούκας Κράναχ εργάστηκε για λογαριασμό του άρχοντα για μια ολόκληρη εικοσιπενταετία. Το 1520 οι προσωπογραφίες του τελειοποιούνται (Φίλιππος του Παλατινάτου, 1520-22 και Νεαρός γενειοφόρος, 1521). Μεγαλύτερη εσωτερικότητα φανερώνει το πορτρέτο του Λουθήρου, του οποίου ο Κράναχ υπήρξε φίλος (1521, Μουσείο Λειψίας). Από εδώ προέρχεται ο υπερβολικά οξύς χαρακτήρας που κυριαρχεί σε κάθε θέμα, τόσο στην Προσωπογραφία του κοριτσιού (1520, Λούβρο) όσο και στις σκηνές των Αγοραίων Ερώτων, από τις οποίες (περ. 1520-22) γεννιούνται τα δύο έργα που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Βουδαπέστης. Περίπλοκη είναι και η αντιμετώπιση του γυμνού σε μερικές τελευταίες Αφροδίτες. Ο Άλμπρεχτ Αλντόρφερ (1480-1538), από το Ρέγκενσμπουργκ, πραγματοποίησε το μορφωτικό του ταξίδι στην Αυστρία. Υπήρξε από τους πρώτους τοπιογράφους με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Αξιόλογο δείγμα είναι το περίφημο Τοπίο του δάσους (Άλτε Πινακοτέκ του Μονάχου). Το 1518 πραγματοποιείται μία καταπληκτική σύνθεση, ο βωμός-σκρίνιο για το αβαείο του Αγίου Φλοριάν στην Αυστρία (που μέρη του βρίσκονται τώρα στο μουσείο του αβαείου και αλλού). Από τα μετέπειτα έργα του, απαράμιλλο αριστούργημα αποτελεί η Μάχη του Αλεξάνδρου (1529), στο Μόναχο. Στην Αλσατία εργάστηκε ο Χανς Μπάλντουγκ Γκριν (1480;-1545;). Το 1510 περίπου άρχισε τη θαυμαστή σειρά των Αλληγοριών της ζωής και του θανάτου, που τη συνέχισε για δεκαετίες ολόκληρες. Πρώτο ωραιότατο δείγμα η Ματαιότητα (1510, Μουσείο της Βιέννης). Πλάι στους ζωγραφικούς πίνακες με μυθολογικό και αλληγορικό περιεχόμενο ο Μπάλντουνγκ έδωσε μία σειρά από προσωπογραφίες. Ο καλλιτέχνης παρουσίασε επίσης μία σειρά ξυλογραφιών που χαρακτηρίζονται από δύναμη και πάθος καθώς και πολλά σχέδια. Η Σουηβία παρουσιάζει στην Ουλμ δεξιοτέχνες ζωγράφους. Στο Άουγκσμπουργκ παρατηρείται μια ζωηρότερη καλλιτεχνική άνθηση, με προσωπικότητες πιο ευέλικτες όπως ο Χανς Χολμπάιν ο Πρεσβύτερος (1465-1524). Αλλά το μεγάλο όνομα στην πόλη αυτή είναι ο Χανς Μπούρκμαϊρ (1473-1531), που καθρεφτίζει στο έργο του έναν εσωστρεφή και αισθηματικό ανθρωπισμό. Στην ωριμότερη περίοδο το χρώμα γίνεται ρητορικό απορροφώντας φως, ποικίλλοντας μάλιστα σε φωτεινότητα. Είναι η πιο λυρική στιγμή του Μπούρκμαϊρ, με τη Σταύρωση στο κέντρο του βωμού του Σταυρού (1519). Κατά τα τέλη του 15ου και την πρώτη τριακονταετία του 16ου αι., η ζωγραφική στη βόρεια Ελβετία, ειδικότερα στην περιοχή της Βασιλείας αλλά και από τη Ζυρίχη μέχρι τη Βέρνη, είναι στενά συνδεδεμένη με τις εξελίξεις της νότιας Γ., αλλά και με τις σουηβικές, φραγκονικές και δουναβικές εξελίξεις. Ο κυριότερος εκπρόσωπος είναι ο Χανς Χολμπάιν ο Νεότερος (1497/8-1543), ο οποίος έλαβε από τον πατέρα του άριστες τεχνικές γνώσεις και διάθεση για ακριβή αφήγηση και από τον Μπούρκμαϊρ τη σχηματική μεγαλοποίηση, τη χρωματική ένταση και την ηθική αξιοπρέπεια. Το 1515 ο Χολμπάιν μεταφέρθηκε με τον αδελφό του Αμβρόσιο στη Βασιλεία, όπου βρήκε την προστασία του εκδότη Γιοχάνες Φρομπένιους. Κοντά σε εκείνον γνώρισε τον Έρασμο και την αφρόκρεμα της ελβετο-γερμανικής κουλτούρας. Τον χειμώνα του 1518-19 ο Χανς κατέβηκε στη Λομβαρδία, στο Κόμο, στο Μιλάνο και ίσως στην Παβία. Το 1522 τοποθετείται η μνημειώδης Παναγία του Σόλοτουρν. Το 1523 περίπου ο Χανς Χολμπάιν παρουσιάζει τα πρώτα πορτρέτα του Εράσμου, αυτά που σήμερα βρίσκονται στις πινακοθήκες της Βασιλείας και του Λούβρου. Το 1526-28 επιχειρεί το πρώτο του ταξίδι στο Λονδίνο, από το οποίο προέρχονται χαρακτικά και μεγαλοπρεπή πορτρέτα: Τόμας Μουρ, Κυρία με τον Σκίουρο, Λαίδη Άλις Μουρ, Σύζυγοι Γκίλφορντ, Γουίλιαμ Ουόρα. Η κλίση προς την προσωπογραφία εμφανίζεται εδώ με τρόπους που οδηγούν κατευθείαν στο περίφημο πορτρέτο Οικογένεια του καλλιτέχνη (1528-29, Βασιλεία). Το 1532-33, στη δεύτερη λονδρέζικη παραμονή του, ανήκουν τα εκπληκτικά πορτρέτα των Γερμανών εμπόρων της χανσεατικής συντεχνίας, ενώ οι προσωπογραφίες του από την αυλή και την αγγλική αριστοκρατία στο Ανόβερο (1533-43) αντιπροσωπεύουν μία πλούσια και εκλεπτυσμένη καλλιτεχνική παραγωγή. Η επίδραση της ιταλικής Αναγέννησης στις τρεις τέχνες. Η γερμανική αρχιτεκτονική των αρχών του 16ου αι. δεν παρουσιάζει μεγάλη πρωτοτυπία. Στην πραγματικότητα επαναλαμβάνονται και εδώ τα ιταλικά αναγεννησιακά πρότυπα. Από τεχνίτες της Μάντοβα κατασκευάζεται το ανάκτορο της Βίτελσμπαχ, στη Λάντσχουτ. Βενετσιάνικη καλλιτεχνική αντίληψη φανερώνει ο πύργος της Χαϊδελβέργης, ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα αρχιτεκτονικής του 16ου αι. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα σπίτια του Στρασβούργου, με την ξύλινη διακόσμησή τους. Το Έσεν (Κάσελ) και η Φρανκφούρτη έχουν να επιδείξουν γραφικά δείγματα αρχιτεκτονικής σε ξύλο. Μόνο ανάμεσα στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αι. παρατηρούνται κτίρια που φανερώνουν μία κάποια αρχή κλασικής συνθετικής οργάνωσης. Η τελευταία περίοδος της Αναγέννησης του Μονάχου φανερώνει μια κλασικότερη μεγαλοπρέπεια. Στη γλυπτική συνεχίζεται ακόμα η εμπνευσμένη από την Ιταλία προτομή-προσωπογραφία για μνημεία, αλλά στο μεταξύ διαδίδεται στη Γ. από τη Φλάνδρα (Αμβέρσα) μια πλαστικο-διακοσμητική αίσθηση, το λεγόμενο ύφος φλόρις, που επέβαλε ο Κορνέλις Φλόρις (1514-1575) και το οποίο παραμερίζει τον προγενέστερο ιταλινίζοντα διακοσμητισμό. Εκείνη την περίοδο επικρατούσε η θρησκευτική Μεταρρύθμιση που επηρέασε την τέχνη, ιδίως στις λουθηρανικές περιοχές, όπου απαγορεύτηκε η αναπαράσταση της θεότητας και των αγίων. Ενώ στη Νυρεμβέργη επιβάλλεται η αστική προσωπογραφία του Γκέοργκ Πεντς, στην Αυγούστα ο Κρίστοφ Άμπεργκερ με τους ζεστούς του τόνους εκφράζει μία έντονη συνειδητοποίηση της αξίας της τιτσιανικής ζωγραφικής. Στη νότια Γ., ανάμεσα στην Αλσατία και στην Μπόντενζεε, τη μεγαλύτερη προβολή έχει ο Τομπίας Στίμερ (1539-1548), ζωγράφος, χαράκτης και ξυλογράφος. Προς το τέλος του αιώνα, ένας νέος προσανατολισμός της διακοσμητικής ζωγραφικής παρουσιάζεται με τη διείσδυση Ολλανδών, ενώ οι Γερμανοί πραγματοποιούν μορφωτικά ταξίδια στην Ιταλία όπου, όχι σπάνια, μεταναστεύουν οριστικά. Στο Μόναχο επικρατούν οι τάσεις αυτές. Και στις δύο πόλεις εργάζεται ο Φρέντερικ Σούστρις και ο Πιέτερ ντε Ουίτε, ενώ ο Μπαρτολομέο Σπράνγκερ από την Αμβέρσα και ο Χανς φον Άαχεν, που εργάζονταν για τον αυτοκράτορα Ροδόλφο Β’, φανερώνουν την επίδραση της τέχνης της Τοσκάνης, της Ρώμης και της Εμίλια. Στις αρχές του 17ου αι. εμφανίζεται στη Φρανκφούρτη ο τοπιογράφος Άνταμ Ελσχάιμερ (1578-1610). Εκπαιδευμένος στο Μόναχο και μετά στη Βενετία, πέρασε την τελευταία δεκαετία της ζωής του στη Ρώμη. Το μπαρόκ και το ροκοκό. Ο Τριακονταετής πόλεμος καθυστέρησε την ανασυγκρότηση. Στο μεταξύ, όμως, ανανεώθηκε μία έντονη θρησκευτικότητα συνδυασμένη με μία αισθησιακή προσέγγιση στη φύση. Η αρχιτεκτονική είναι η αντιπροσωπευτικότερη τέχνη των νέων τάσεων. Την εποχή αυτή επιβάλλεται και η οικογένεια των Ντιντσενχόφερ, βαυαρικής καταγωγής. Η Πρωσία υπήρξε ένα από τα πρώτα γερμανικά κράτη που εκπόνησε ένα συστηματικό και ενιαίο πρόγραμμα ανοικοδόμησης. Ο Άρνολτ Νέρινγκ που δούλευε στο Βερολίνο ανανέωσε την Οράνιενμπουργκ (περ. 1690) και επισκεύασε τη Σαρλότενμπουργκ. Ζωηρότερη ιδιοσυγκρασία φανερώνει ο Αντρέας Σλίτερ: ο πύργος του Βερολίνου που ανεγέρθηκε για λογαριασμό του Φρειδερίκου Α’ είχε μία μνημειώδη πρόσοψη, κατεστραμμένη τώρα, σε κολοσσιαία τριμερή διάταξη, με κολόνες κορινθιακού ρυθμού. Επί Φρειδερίκου Β’ θεμελιώθηκε (1713) η Φρίντριχστατ που είχε ήδη προγραμματιστεί και σχεδιαστεί (1688) από τον Νέρινγκ. Ο αρχιτέκτονας Γκέοργκ Κνόμπελσντορφ, πρώτη αξιόλογη προσωπικότητα μετά τον Σλίτερ, είχε προηγουμένως ταξιδέψει στην Ιταλία και στη Γαλλία. Στη Σιλεσία, όπου παρατηρείται βοημική και αυστριακή επίδραση, χτίζονται πολλά θρησκευτικά οικοδομήματα. Το ίδιο συμβαίνει στο Μπρέσλαου και στο Γκρίσαου. Το Τσβίνγκερ είναι το μεγαλοπρεπέστερο δείγμα σαξονικού μπαρόκ στη Δρέσδη, που οφείλεται στον Ματέους Ντάνιελ Πέπελμαν (1662-1736), ο οποίος συνεργάστηκε με τον γλύπτη Μπαλτάζαρ Περμόζερ. Στη θρησκευτική αρχιτεκτονική, οι λουθηρανικές εκκλησίες μπαρόκ διακρίνονται για την καθαρότητα του ύφους: η Φραουενκίρχε (εκκλησία της Παρθένου) χτίστηκε στις αρχές του 18ου αι. από τον Γκέοργκ Μπερ, πάνω σε σχέδιο τετράγωνο και με πολύ ψηλό θόλο. Αντίθετα, ο Γκαετάνο Κιαβέρι από τη Ρώμη, στην Κατολισεκίρχε (1738-55) έλαβε υπόψη το κανονικό επίμηκες σχέδιο με τα πέντε κλίτη, υπάγοντάς το σε ένα κεντρικό σύστημα με έναν και μοναδικό πύργο πρόσοψης. Στη Βαυαρία, την εποχή των καθολικών Βίτελσμπαχ, παρατηρήθηκε πρώτα μια ισχυρή ιταλική επιρροή με τον Φερντινάντο Μαρία (1652-1676), σύζυγός του οποίου ήταν η Αδελαΐδα της Σαβοΐας. Η Βαυαρία γέμισε τότε από μικρά ανάκτορα. Αργότερα, και ενώ επικρατούσε το ροκοκό, ο Γάλλος Κιβιγιέ έχτισε το Αμαλίενμπουργκ, κόσμημα του μπαροκέτο του Μονάχου, όπου η αρχιτεκτονική του κτιρίου συνδυάζεται αρμονικά με την εσωτερική διακόσμηση. Από το 1715 περίπου, στη Βαυαρία διαμορφώνεται ένας ρυθμός ύστερου μπαρόκ και ροκοκό, από τους πιο χαριτωμένους της Ευρώπης. Ξεχωριστές προσωπικότητες του ύστερου μπαρόκ είναι ο Έγκιντ Κουιρίν Άζαμ, του οποίου η τυπικότερη δημιουργία είναι η Σανκτ-Νέπομουκ-Κίρχε (1733-35) στο Μόναχο, και ο Ντομίνικους Τσίμερμαν (1685-1766). Άλλος μεγαλοφυής αρχιτέκτονας είναι ο Γκέοργκ Ντιντσενχόφερ (1643-1689). Στον αδελφό του Γιόχαν Λέοναρντ (1660-1707) οφείλεται το ανάκτορο της Βαμβέργης. Ο Γιόχαν ο νεότερος (περ. 1665-1726) είναι ο μεγαλοφυέστερος και τολμηρότερος. Στην εκκλησία των Βενεδικτίνων (1710-18) της Μπαντς, πάνω σε ένα ύψωμα κοντά στο Μάιν, σχεδιάζει δύο ελλειπτικά εγκάρσια κλίτη που διακόπτονται από ένα τρίτο. Στην ίδια εποχή τοποθετείται και ο πύργος του Πομερσφέλντεν, το καλύτερο ανάκτορο του εκλέκτορα Λόταρ Φραντς φον Σένμπορν. Το ανάκτορο του Βίρτσμπουργκ είναι ένα έργο γιγαντιαίο, χτισμένο για λογαριασμό των πριγκίπων-επισκόπων του οίκου Σένμπορν, πάνω σε μια ιδέα του Ματέο Αλμπέρτι. Για την κατασκευή του εργάστηκε από το 1720 και για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ο Γιόχαν Μπαλτάζαρ Νάουμαν. Έργα του ίδιου καλλιτέχνη είναι το αβαείο του Φιρενχαϊλίνγκεν (1743-72) και το αβαείο του Νέρεσχαϊμ (1747-92) με ελληνιστικό σταυρό. Η θρησκευτική και λαϊκή γλυπτική. Μετά την καλλιτεχνική και κοινωνική κρίση που προέκυψε από τον Τριακονταετή πόλεμο, η επανάληψη της γερμανικής γλυπτικής χαρακτηρίζεται όχι μόνο από επαφές λίγο έως πολύ άμεσες με το ρομανικό μπαρόκ, αλλά επίσης και από τη ζωντανή συμβολή των πολυάριθμων Ιταλών καλλιτεχνών, που έδρασαν σχεδόν παντού στις γερμανικές χώρες. Ζωντανή και κομψή είναι η γλυπτική των αυστριακών περιοχών του Ιν, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν μέρος του βαυαρικού εδάφους. Από εκεί ξεκίνησε ο Μπαλτάζαρ Περμόζερ (1651-1732), ο οποίος εργάστηκε στη Δρέσδη από το 1698 έως το 1732 και άφησε μία τελείως προσωπική σφραγίδα στην αρχιτεκτονική αναγέννηση της πόλης. Στη βορειοανατολική Γ. εργάστηκε ο Αντρέας Σλίτερ (1664-1714), που ανέπτυξε τη δραστηριότητά του από το 1694 στην αυλή του Βερολίνου και μετά (1714) στην Πετρούπολη. Στην περιοχή του Μονάχου ο Γιόακιμ Ντίτριχ (1690-1753) εργάστηκε για μοναστηριακές εκκλησίες. Διασημότερος και παραγωγικότερος, ο Έγκιντ Κουιρίν Άζαμ (1692-1750) διακόσμησε με πολυτελείς βωμούς εκκλησίες σε ολόκληρη τη Βαυαρία. Ένας άλλος καλλιτέχνης, ο Ίγκνατς Γκίντερ (1725-1775) δημιούργησε αντικείμενα από τερακότα και ανάγλυφα με την Παρθένο. Η προσωπογραφία και η νεοκλασική αρχιτεκτονική από τον 18ο έως τον 19ο αι. Ο Ελσχάιμερ είχε θέσει στη ζωγραφική τις βάσεις μιας ανανέωσης προς την κατεύθυνση του μπαρόκ, στην οποία πήρε μέρος και ο Γιόχαν Λις (1595-1629). Έρχεται έπειτα μια ολόκληρη σειρά από δευτερεύοντες καλλιτέχνες, προσανατολισμένους προς τις Κάτω Χώρες, με τοπιογραφίες, νεκρές φύσεις, προσωπογραφίες, ενώ άλλοι ζωγράφοι κλίνουν προς τις σύγχρονές τους γαλλικές τάσεις. Η προσωπογραφία, όμως, αντιπροσωπεύει σε όλες τις γερμανικές περιοχές την τελειότερη έκφραση της τέχνης. Σπουδαίοι προσωπογράφοι της εποχής είναι ο Άντον Ράφαελ Μενγκς (1728-1779) και ο Φρίντριχ Άουγκουστ Τίσμπαϊν (1750-1812), που απεικόνισε παραστατικότερα από κάθε άλλον τον κόσμο του Βόλφγκανγκ Γκέτε. Στον χώρο της τοιχογραφίας, μεταξύ των τελών του 17ου αι. και της πρώτης τριακονταετίας του 18ου αι., κυριαρχεί ο Κ. Ντ. Άζαμ (1686-1739), που ζωγράφισε κυρίως τοίχους εκκλησιών. Το σπουδαιότερο κέντρο της ζωγραφικής ροκοκό ήταν η Βαυαρία. Ανάμεσα στους πολυάριθμους καλλιτέχνες ξεχωρίζει ο Γιόχαν Μπάπτιστ Τσίμερμαν (1680-1758), με έργα του στις εκκλησίες του Σταϊνχάουζεν (1731), του Μπεργκ αμ Λάιμ (1739), του Βις, του Λάντσχουτ (1750), του Σέφτλαρν, του Νόιστιφτ (1751-56), του Λάντσμπεργκ κ.ά. Ανάμεσα στο καλλιτεχνικό περιβάλλον του Άουγκσμπουργκ ξεχωρίζει η μορφή του Ματέους Γκίντερ (1705-1788), που διακόσμησε πολλές εκκλησίες. Η αρχιτεκτονική του 18ου αι. χαρακτηρίζεται από μία επιστροφή στον κλασικισμό. Η πρώτη έκφρασή της αποδίδεται στον Φρίντριχ φον Έρντμανσντορφ (1736-1800), το έργο του οποίου επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Βίνκελμαν και το παράδειγμα του Τσάμπερς και των Άνταμ. Το κυριότερο κέντρο αυτής της νέας αρχιτεκτονικής ήταν το Βερολίνο. Εδώ ξεχωρίζουν ο Καρλ Γκόταρντ Λάνγκχανς (1732-1808), στον οποίο οφείλεται η Πύλη του Βρανδεμβούργου, εμπνευσμένη από τα προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών, ο Φρίντριχ Γκίλι (1772-1800) που σχεδίασε το θέατρο του Βερολίνου και ο Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ (1781-1841) που από το 1810 κατασκεύασε μια σειρά επιβλητικών κτιρίων στη γερμανική πρωτεύουσα. Προς το τέλος του αιώνα, η αρχιτεκτονική στο Μόναχο επηρεάστηκε από τα τυπικά προβλήματα των πρώτων βιομηχανικών πόλεων. Η νεοκλασική γλυπτική, που βασίζεται στην ύλη, εκφράζει νέες αξίες. Από τους μεγαλύτερους γλύπτες είναι ο Μάρτιν Γκόντλιμπ Κλάουερ (1742-1801), που εργάστηκε κυρίως στη Θουριγκία, στην αυλή της Βαϊμάρης· ο Γιόχαν Γκότφριντ Σάντοου (1764-1850), ο Άντολφ φον Χίλντεμπραντ (1847-1921) κ.ά. Στη ζωγραφική, ο Τιρολέζος Γιόζεφ Άντον Κοχ (1768-1839), ο Γκόντλιμπ Σικ (1776-1812) από τη Στουτγάρδη, ο Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ (1774-1840) είναι, μεταξύ άλλων, οι μορφές που ξεχώρισαν εκείνη την εποχή. Στο δεύτερο μισό του 19ου αι. κυριαρχεί ο Άντολφ Μέντσελ (1815-1905). Η ζωγραφική του εμφανίζεται ως παράδειγμα ενός ιμπρεσιονισμού με σημαντικές όμως διαφορές από τον γαλλικό. Ο Βίλχελμ Λάιμπλ (1844-1900) από την Κολονία, εργάστηκε στο Παρίσι με τον Γκιστάβ Κουρμπέ και έζησε για αρκετό διάστημα στη Βαυαρία, ζωγραφίζοντας σκηνές της καθημερινής ζωής των χωρικών, με ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες. Τον πίνακα των ζωγράφων του 19ου αι. συμπληρώνουν επίσης ο Άνσελμ Φόιερμπαχ (1829-1880), ιστορικός και μυθολογικός προσωπογράφος και ζωγράφος, και ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901), στους πίνακές του οποίου αναβιώνει ο μαγικός κόσμος των αρχαίων μύθων. Από τον Νέο Ρυθμό στη σύγχρονη αρχιτεκτονική. Μεγάλη δράση στη Γ. ανέπτυξε ο Βέλγος Ανρί ντε Βέλντε (1863-1957), ο οποίος ανήκε στο αφηρημένο ρεύμα του Νέου Ρυθμού (jungendstil). Από τα έργα του, διάσημο είναι το Werkbundtheater της Κολονίας. Ο Μπέρνχαρτ Πάνκοκ και ο Μπρούνο Πάουλ, μαζί με τον Ρίχαρντ Ρίμενσβιντ, τον Έντελ, τον Όμπριστ και άλλους, εργάστηκε την ίδια εποχή. Μία σημαντική ώθηση έδωσε η αποικία των καλλιτεχνών του Ντάρμστατ, που κατασκεύασε τα κτίρια για μία έκθεση του 1901, από τους οποίους ξεχώρισε κυρίως ο Γιόζεφ Μαρία Όλμπριχ (1867-1908). Το ξεπέρασμα του Νέου Ρυθμού ξεκίνησε στη Γ. από τον Πέτερ Μπέρενς (1868-1940). Θόρυβο προκάλεσε η αίθουσα των τουρμπίνων του εργοστασίου της ΑΕG του Βερολίνου (1909). Τέλος, σε μία μάλλον νεορομαντική και στην ουσία εξπρεσιονιστική θέση επανέρχεται ο Ότο Μπάρτνινγκ (1883-1959) και ο Ντομίνικους Μπεμ (1880-1955). Εκπρόσωπος του κονστρουκτιβισμού στη Γ. υπήρξε ο Βάλτερ Γκρόπιους (1883-1969), που από το 1910 είχε ασχοληθεί με τα προκατασκευασμένα σπίτια. Έργο του 1911 είναι το εργοστάσιο Φάγκους στο Άνφελντ, το οποίο σχεδίασε ο Γκρόπιους σε συνεργασία με τον Άντολφ Μάγιερ. Αριστούργημά του όμως θεωρείται η έδρα του Bauhaus στο Ντέσαου (1926), που αποτελείται από συγκεντρωμένα κτίρια όπου μόνο δύο περιφερειακά στηθαία (το ένα επάνω και το άλλο κάτω) από οπλισμένο σκυρόδεμα πλαισιώνουν τους τεράστιους κρυστάλλινους τοίχους. Ο Λούντβιχ Μίες Βαν ντερ Ρόε (1886-1972) άρχισε την καριέρα του κοντά στον Μπέρενς και επιβλήθηκε με επαναστατικά κριτήρια. Το 1936 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου από το 1944 διηύθυνε το Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Σικάγου. Η συχνή συνεργασία των υποστηρικτών του κονστρουκτιβισμού και των υποστηρικτών του οργανικισμού δημιούργησε μία γενική κατάσταση που κράτησε δεκαετίες. Ο Έριχ Μέντελσον (1887-1953) και ο Χανς Σάροουν (1893-1972) συνδύασαν τις θέσεις των δύο ρευμάτων. Η αρχιτεκτονική του Χανς Σάροουν είναι οργανική και εγκαταλείπει τα επίπεδα και ευθύγραμμα γεωμετρικά σχήματα για τις καμπύλες. Η γλυπτική και η ζωγραφική του 20ού αι. Από τους γλύπτες των αρχών του 20ού αι., ο Ερνστ Μπάρλαχ (1870-1938) ήταν ο αντιπροσωπευτικότερος. Λίγο νεότερος ήταν ο Βίλχελμ Λέμπρουκ (1881-1919). Ο Αλεξάντρ Αρτσιπένκο (1887-1964) εξέθεσε το 1912 στο Μουσείο Φόλκβανγκ του Έσεν περίπου 80 γλυπτά που έθεσαν νέα προβλήματα, ξυπνώντας το ενδιαφέρον για την κυβιστική γλυπτική. Η βαθύτερη και πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία στον χώρο του αφηρημένου πραγματοποιήθηκε όμως από τον Καρλ Χάρτουνγκ (1908-1967). Ο Χανς Ούλμαν από το Βερολίνο ήταν ο σημαντικότερος από τους γλύπτες με αντιορθολογιστικές τάσεις, ενώ ο Νόρμπερτ Κρίκε εντυπωσίασε με το πρωτότυπο έργο του. Εμψυχωτές του γερμανικού ιμπρεσιονισμού ήταν ο Μαξ Λίμπερμαν (1847-1935), ο Μαξ Σλέφοκτ (1868-1932) και ο Λόφις Κόριντ (1858-1925). Μικρής σημασίας είναι η γερμανική συμμετοχή στον ντιβιζιονισμό. Πρωτότυπη αντίθετα είναι μία ομάδα που εργάστηκε στο Βόρπσβεντε (κοντά στη Βρέμη) από το 1889 (έκθεση του Μονάχου του 1895). Εκπρόσωποι αυτής της ομάδας ήταν ο Φριτς Μάκενσεν, ο Ότο Μόντερσον, ο Φριτς Όβερμπεκ και ο Χάινριχ Φόγκελερ. Την επανάσταση στον χώρο της ζωγραφικής έφερε ο εξπρεσιονισμός, που αποτέλεσε το μεγάλο γεγονός της πρώτης δεκαετίας του 20ού αι. Πρωτοπόροι στις νέες τάσεις ήταν η Πάουλα Μόντερσον-Μπέκερ (1876-1907), ο πολυταξιδεμένος Έμιλ Χάνσεν (1867-1956), ο οποίος έλαβε και το προσωνύμιο Νόλντε από τη γενέτειρά του και συνδέθηκε (1905-7) στη Δρέσδη με τους εκπροσώπους της κίνησης Η Γέφυρα (Die Βrϋcke). Αν και τοποθετείται κυρίως στο επίκεντρο της κίνησης του εξπρεσιονισμού, ο Χάνσεν απομονώθηκε και βυθίστηκε στην άγρια και πρωτόγονη φύση. Ο εξπρεσιονισμός διακρίνεται σε δύο ξεχωριστές φάσεις: η πρώτη αντιπροσωπεύεται από την κίνηση Die Βrϋcke, που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1905 στη Δρέσδη από τέσσερις φοιτητές της αρχιτεκτονικής: τον Έρνεστ Λούντβιχ Κίρχνερ, τον Φριτς Μπλάιλ, τον Έριχ Χέκελ και τον Κάρλ Σμιτ Ρότλουφ. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που έλαβαν μέρος στην κίνηση Βrϋcke ο Ότο Μίλερ (1874-1930) είχε τη λιγότερη αίγλη, αλλά τους ξεπέρασε όλους σε γοητεία και εκφραστικότητα. Στη δεύτερη φάση του εξπρεσιονισμού σχηματίστηκε η ομάδα Der blauer Reiter (Ο γαλάζιος καβαλάρης). Ιδρυτές αυτής της κίνησης (Μόναχο, 1911) ήταν οι Βασίλι Καντίνσκι και Φραντς Μαρκ. Λίγο αργότερα, ο Άουγκουστ Μάκε, ο Πάουλ Κλέε και ο Λάιονελ Φάινινγκερ προσχώρησαν και αυτοί στην κίνηση, αλλά το 1914 ο πόλεμος διέλυσε την ομάδα και οι Μάκε και Μαρκ, που ήταν από τους πιο ελπιδοφόρους, έπεσαν στο μέτωπο· οι καλύτεροι από όσους έμειναν, συγκεντρώθηκαν μετά τον πόλεμο στο Bauhaus. Ο Φραντς Μαρκ (1880-1916) δούλεψε στον χώρο της αφηρημένης τέχνης, χρησιμοποιώντας τελείως προσωπικές φόρμες, με κυβιστικά και φουτουριστικά αποτελέσματα και ιδέες εμπνευσμένες από τον Ντελονέ. Ο Άουγκουστ Μάκε (1887-1914) ανακάλυψε σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι (1907) νέες χρωματικές διαστάσεις. Ο Βασίλι Καντίνσκι (1886-1944) έγραψε (1910) και δημοσίευσε (1912) το βιβλίο Περί του πνευματικού στοιχείου της τέχνης (Uber das Geistige in der Κunst), έργο επεξηγηματικό για τη γένεση της αφηρημένης τέχνης. Η θεωρία του ήταν ότι το έργο τέχνης αποτελείται από δύο στοιχεία: από το εσωτερικό, δηλαδή τη συγκίνηση στην ψυχή του καλλιτέχνη, και από την εντύπωση που προκαλείται στην ψυχή του παρατηρητή. Έζησε μερικά χρόνια στη Ρωσία όπου πήρε ενεργά μέρος στις πρωτοποριακές κινήσεις της χώρας και δίδαξε στο πανεπιστήμιο της Μόσχας. Το 1921 γύρισε στη Γ. και δίδαξε στο Μπάουχαους της Βαϊμάρης και του Ντέσαου. Ο Πάουλ Κλέε (1879-1940), ελβετικής καταγωγής, διαμορφώθηκε και εργάστηκε στη Γ., μέχρι το 1930 που τον έδιωξαν από τη χώρα. Παράλληλα με τις ανανεωτικές αυτές κινήσεις, από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο γεννιέται η αντίθεση της νέας αντικειμενικότητας, που ονομάστηκε και μαγικός ρεαλισμός, ξαναγυρνώντας από την ευαισθησία για το υλικό στο ενδιαφέρον για το αντικείμενο. Σπουδαιότερος εκπρόσωπος αυτού του νέου ζωγραφικού ρεύματος ήταν ο Ότο Ντιξ (1891-1969). Ο ντανταϊσμός, που από τη μία πλευρά συνδεόταν με τον φουτουριστικό μυστικισμό και από την άλλη με τον σουρεαλισμό, είχε αξιόλογη απήχηση στη Γ. και διείσδυσε από την Ελβετία, όπου πρωτοεμφανίστηκε (Ζυρίχη, 1916) με τη συμμετοχή Γερμανών, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο Χανς Αρπ (1887-1966). Ο Γκεόργκε Γκρος (1893-1959) πήρε μέρος στο κίνημα των Νταντά με κολλάζ που καυτηρίαζαν το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά ο φουτουρισμός δεν τον άφησε αδιάφορο, ενώ είχε επίσης ιδιαίτερη επίδραση και στις γραφικές τέχνες. Η κυριότερη όμως μορφή των τάσεων αυτών παρέμεινε ο Κουρτ Σβίτερς (1887-1948). Ο σουρεαλισμός ακολούθησε στη Γ. δικούς του δρόμους. Ο Ρηνανός Μαξ Ερνστ (1891-1976) υπήρξε ο κυριότερος ερμηνευτής του και ένας από τους ιδρυτές του στο Παρίσι, το 1924. Ο Μαξ Μπέκμαν (1884-1950) πέρασε δίπλα από την Die Βrϋcke και τον Βlauer Reiter με αδιαφορία και στράφηκε με ύφος σκληρό και χλευαστικό στα τοπία, σε σκηνές τσίρκου και μυθολογίας. Το έργο του ολοκληρώθηκε με τα εννέα μεγάλα Τρίπτυχα (1932-1950). Τα νεότερα ρεύματα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο διαγράφηκαν οι τάσεις προς την απόλυτη αφαίρεση. Ο Βίλι Μπαουμάιστερ, που εργάστηκε στη Στουτγάρδη, ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος της καθαρά γερμανικής αφηρημένης τέχνης, δίνοντας ζωή σε έναν κόσμο που ξεφεύγει από κάθε ορθολογισμό. Άλλοι καλλιτέχνες στον ίδιο χώρο ήταν ο Χανς Χάρτουνγκ από τη Λειψία, ο Φριτς Βίντερ και ο Γιούλιους Μπισέ. Από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της άμορφης τέχνης ήταν και ο Βολς (Βόλφγκανγκ Σούλτσε). Η ζωγραφική του, φτιαγμένη από κινήσεις γραμμών και ακανόνιστου χρώματος, βαπτίστηκε από την εμφάνισή της σε μια έκθεση στο Παρίσι (1945) τατισμός (ζωγραφική κηλίδων) και ορίστηκε επίσης και ως κοσμικός ιμπρεσιονισμός. Από τις πιο γόνιμες γερμανικές καλλιτεχνικές τάσεις ήταν αυτές που πρότεινε στην 35η Μπιενάλε της Βενετίας (1970) ο Χάιντς Μακ, ιδρυτής της Ομάδας Μηδέν (1957), μαζί με τους Γκίντερ Ουέκερ και Ότο Πίνε. Στο έργο του Μακ εντυπωσιάζει η πλαστική γλώσσα όπου, μέσα από αλλεπάλληλες επιφάνειες, χώρος και χρόνος συνυπάρχουν και παίρνουν μορφή στην κίνηση που αποτυπώνεται σε έργα από πλαστικό και μέταλλο. Τέλος, συνδυασμός κινητικών και κονστρουκτιβιστικών πειραματισμών είναι η δυναμική γλώσσα του Γκίντερ Φρούτρουνκ. Στον χώρο της αρχιτεκτονικής, ενώ ο Γκρόπιους και ο Λούντβιχ Μίες Βαν ντερ Ρόε κατέφυγαν στις ΗΠΑ για να εργαστούν, ο Σάροουν διηύθυνε (1945-46) το πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Βερολίνου και στα χρόνια που ακολούθησαν υπέδειξε νέες λύσεις σύμφωνα με τη θεωρία της οργανικής κατασκευής που είχε ήδη επεξεργαστεί τη δεκαετία του 1930 με τον δάσκαλό του Χούγκο Χέρινγκ. Με βάση τη θεωρία αυτή που προβλέπει μια ανανέωση της αστικής κατασκευής πάνω σε νέες ιδέες για την ενότητα των εσωτερικών και των εξωτερικών χώρων, χτίστηκαν το θέατρο του Κάσελ (1952-54), η έδρα της φιλαρμονικής του Βερολίνου (1956-63) κ.ά. Ένα κοινό σημείο των γερμανικών πολεοδομικών κατευθύνσεων της τελευταίας μεταπολεμικής περιόδου είναι οι εννέα Siedlungen, αστικές συνοικίες εφοδιασμένες με τη μεγαλύτερη αυτονομία και με μια εμπορική και βιομηχανική οικοδομική συγκρότηση. Εξάλλου, μετά την ενοποίηση της Γ. και την εκ νέου ανάδειξη του Βερολίνου σε πρωτεύουσα της χώρας, άρχισε μια νέα αρχιτεκτονική δραστηριότητα στη γερμανική πρωτεύουσα, η οποία κορυφώθηκε με τις εργασίες κατασκευής των νέων επιβλητικών κτιρίων που στεγάζουν πλέον τις ομοσπονδιακές και λοιπές κρατικές υπηρεσίες που μεταφέρθηκαν από τη Βόνη, με αποκορύφωμα ασφαλώς το κτίριο της γερμανικής βουλής (καγκελαρία), που αποπερατώθηκε το 2001 και εγκαινιάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα από τη γερμανική πολιτική ηγεσία.Από τις απαρχές έως τον 17ο αι. Τον 10ο αι. γεννιέται στη Γ. ένα θρησκευτικό θέατρο στη λατινική γλώσσα, εμπνευσμένο από τη ζωή και τα πάθη του Χριστού, που παιζόταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα μέσα στις εκκλησίες. Από τον 12ο αι. αρχίζει μια βαθμιαία μετάβαση στην καθομιλουμένη γλώσσα και στις παραστάσεις αυτές παίρνουν μέρος ολοένα και περισσότερα λαϊκά στοιχεία, σπουδαστές ή πλανόδιοι τραγουδιστές. Έτσι η Ludus Ρaschalis (Πασχαλινή Παράσταση) καταλήγει να γίνει το γερμανικό Οsterspiel. Η αρχαιότερη γνωστή πασχαλινή παράσταση δόθηκε τον 13ο αι., ενώ τον επόμενο αιώνα καθιερώθηκε μια χριστουγεννιάτικη παράσταση στο Σανκτ Γκάλεν της Ελβετίας. Στο μεταξύ, γεννήθηκε επίσης ένα θέατρο κοσμικό, από τα ιντερμέδια που παρεμβάλλονταν στις θρησκευτικές παραστάσεις και το οποίο λειτουργούσε κυρίως κατά τις αποκριές (Fastnachtsspiele). Στα τέλη του 15ου αι., ξανανοίγει ο δρόμος για το θέατρο στη λατινική γλώσσα με δύο κωμωδίες του Γιοχάνες Ρόιχλιν (1455-1522). Στις αρχές του 16ου αι. γεννιέται το γερμανικό σχολαστικό δράμα, με σημαντικότερους συγγραφείς τους Μπούρκαρτ Βάλντις (1495;-1557;) και Νικολάους Μανουέλ (1484-1530). Στα τέλη του 16ου αι., οι αγγλικοί και ιταλικοί θίασοι που περιοδεύουν στη Γ. ενσωματώνονται στο γερμανικό περιβάλλον, υιοθετούν τη γερμανική γλώσσα και οι γελωτοποιοί τους μεταμορφώνονται σε τυπικές γερμανικές καρικατούρες. Η πιο σπουδαία από όλες είναι Ο παλιάτσος (Ηanswurst). Στα μέσα του 17ου αι. έχουν ήδη σχηματιστεί πραγματικοί γερμανικοί θίασοι. Στο μεταξύ, το θέατρο ελέγχεται από την Αντιμεταρρύθμιση. Στις καθολικές σκηνές που διευθύνουν οι ιησουίτες, ξαναρχίζουν να μιλούν λατινικά και στις αυλές των πριγκίπων δημιουργείται ένα κλασικίζον θέατρο. Ο Αντρέας Γκρίφιους (1616-1664) γράφει σε αλεξανδρινούς στίχους: Πέτερ Σκουέντς (Ρeter Squentz), Η αγαπημένη Ντορνρόζε (Die geliebte Dornrose) κ.ά. Αλλά στον λαό σημειώνει μεγαλύτερη επιτυχία το γερμανικό σχολαστικό δράμα, που έχει να παρουσιάσει συγγραφείς όπως ο Κρίστιαν Ρόιτερ (1655-1712) και ο Κρίστιαν Βάιζε (1642-1708). Ο μεγάλος κωμικός ηθοποιός Γιόχαν Φέλτεν (1640-1692) εισάγει στη Γ. το έργο του Μολιέρου και σε αυτόν οφείλεται η εμφάνιση της γυναίκας ως ηθοποιού στις γερμανικές σκηνές. Ο 18ος αι. Στις αρχές του 18ου αι. το γαλλικό θέατρο και ο γαλλικός κλασικισμός κερδίζουν έδαφος στη Γ. σε βάρος του Χάνσβουρστ, συμβόλου του γερμανικού λαϊκού θεάτρου. Πρωτοπόρος στην κίνηση αυτή είναι ο Γιόχαν Κρίστοφ Γκότσετ (1700-1766), καθηγητής στη Λειψία, ο οποίος δημοσιεύει μία εξάτομη συλλογή διαφόρων θεατρικών εργασιών, πρωτοτύπων και μεταφράσεων, με τον τίτλο Γερμανικό θέατρο σύμφωνα με τους κανόνες των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων (Deutsche Schaubϋhne nach den Regeln der alten Griechen und Römer eingerichtet). Στα μέσα του 18ου αι. γίνονται δημοφιλή έργα γραμμένα σύμφωνα με τα γαλλικά αστικά πρότυπα. Δακρύβρεχτες κωμωδίες, όπως εκείνες του Κρίστιαν Φίρχτεγκοτ Γκέλερτ (1715-69), ιδίως οι Τρυφερές Αδελφές (Die zartlichen Schwestern) και ο Λαχνός της λοταρίας (Das Los in der Lotterie), καθώς και τα πατριωτικά έργα του Γιόχαν Ελίας Σλέγκελ (1719-49) γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Τότε επιβάλλεται και η προσωπικότητα του Γκότχολτ Εφρέμ Λέσινγκ (1729-81), που ακολουθεί ρεαλιστικότερες αρχές μέσα στο πνεύμα του Διαφωτισμού: Μiss Sarah Sampson, Μinna von Βarnhelm, Εmilia Galotti, Νάθαν ο Σοφός (Νathan der Weise). Αντιπαραδοσιακές και ανανεωτικές τάσεις χαρακτηρίζουν την κίνηση Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), που οφείλει την ονομασία της στο ομώνυμο δράμα του Φρίντριχ Μαξιμίλιαν Κλίνγκερ (1752-1831). Με ένα άλλο του δράμα, τους Δίδυμους (Die Ζwilllinge), o Κλίνγκερ κέρδισε σε έναν διαγωνισμό με θέμα την αδελφοκτονία, που είχε προκηρύξει ο κωμικός ηθοποιός και συγγραφέας Φρίντριχ Λούντβιχ Σρέντερ. Μέσα στο κλίμα αυτής της κίνησης αξίζει να αναφέρουμε τον Γιάκομπ Λεντς (1751-92) πνεύμα ανήσυχο και καλός θεατρικός μεταφραστής του Σαίξπηρ, συγγραφέας αλλόκοτων κωμωδιών, όπως Ο παιδαγωγός (Der Ηofmeister), Ο νέος Μενότσα (Der neue Μenoza) και Οι στρατιώτες (Der Soldaten), καθώς και τον Γιόχαν Άντον Λάιζεβιτς (1752-1806), που μας άφησε μόνο ένα δράμα, τον Ιούλιο από τον Τάραντα (Julius von Τarent). Αλλά τα διασημότερα ονόματα που προβάλλουν από αυτή την κίνηση είναι ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκέτε (1749-1832) και ο Φρίντριχ Σίλερ (1759-1805). Από το ρομαντικό στο νέο ρεαλιστικό θέατρο. Κατά την περίοδο του ρομαντισμού θριαμβεύει η Τραγωδία του πεπρωμένου (Schicksalstragödie), ένα είδος που εκφράζει σε σκληρούς και βίαιους τόνους, που στερούνται αυθεντικής δραματικής αξίας, το ανελέητο της μοίρας. Ο Τσαχάριας Βέρνερ (1768-1823) μπορεί να θεωρηθεί ο επινοητής αυτών των δραμάτων με την τραγωδία Η 24η Φεβρουαρίου (Der 24 Februar), στην οποία εκείνη τη μοιραία ημερομηνία ένας πατέρας σκοτώνει τον γιο του, περνώντας τον για κάποιον άλλο. Άλλοι θεατρικοί συγγραφείς που ακολούθησαν το ρεύμα αυτό είναι ο Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811) με τα έργα Η οικογένεια Σροφενστάιν (Die Familie Schroffenstein) και Η σπασμένη στάμνα (Der zerbrochene Κrug), ο Λούντβιχ Τικ (1773-1853) με το δραματικό παραμύθι Ο παπουτσωμένος γάτος (Der gestiefelte Κater), ο Καρλ Λάμπρεχτ Ίμερμαν (1796-1840), του οποίου σώζεται το δραματικό έργο Η τραγωδία στο Τιρόλο ή Ανδρέας Χόφερ (Das Τrauerspiel in Τirol ή Αndreas Ηofer), ο Γκέοργκ Μπίχνερ (1813-1837), πρόδρομος του φιλοσοφικού ρεαλισμού, και ο Κρίστιαν Γκράμπε (1801-1836), δημιουργός μεγάλων ιστορικών δραμάτων. Στην κίνηση της Νέας Γερμανίας, που εκδηλώθηκε μετά το 1830, πήραν μέρος ο Καρλ Φέρντιναντ Γκούτσκοβ (1811-1878), συγγραφέας του έργου Πλεξούδα και ξίφος (Ζopf und Schwert) και ο Χάινριχ Λάουμπε (1806-1884), με τους Μαθητές της Καρλσούλε και τον Κόμη του Έσεξ (Graf Εssex). Με την εμφάνιση του ρεαλισμού, το γερμανικό θέατρο φτάνει και πάλι σε υπολογίσιμο ποιοτικό επίπεδο, προπάντων με το έργο του Φρίντριχ Χέμπελ (1813-1863). Το πρώτο του δράμα, Ιουδήθ (Judith) είναι ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, όπως και η τριλογία Οι Νιμπελούνγκεν (Die Νibelungen). Άλλα αξιόλογα έργα του είναι: Μαρία Μαγδαληνή (Μaria Μagdalena) και Αγνή Μπερνάουερ (Αgnes Βernauer). Δεν πρέπει να αγνοήσουμε τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883), συνθέτη αλλά και ποιητή δραματικών κειμένων που ποτέ δεν υπήρξαν απλά προσχήματα για μουσική επεξεργασία, αλλά αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα: Ταγχόιζερ (Τannhaϋser), Τριστάνος και Ιζόλδη (Τristan und Ιsolde). Ο νατουραλισμός ή ντοκουμενταρισμένος ρεαλισμός που επιβάλλεται στο εξωτερικό με τους Ζολά, Ίψεν και Τολστόι, φτάνει στη Γ. στα τέλη του 19ου αι. μέσω του Άρνο Χολτς και του Γιοχάνες Σλαφ. Γεννιέται έτσι το γερμανικό νατουραλιστικό θέατρο που επιβάλλεται με το σημαντικότερο έργο του Χάουπτμαν, του Σούντερμαν και του Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918), που οδηγεί το θέατρο στον εξπρεσιονισμό. Ο Γκέρχαρτ Χάουπταμν (1862-1946) παρουσιάζει στην Ελεύθερη Σκηνή (θεατρικό συγκρότημα του Βερολίνου, που έγινε η εστία του γερμανικού θεατρικού νατουραλισμού) το πρώτο του έργο Πριν από την Ανατολή (Vor Sonnenaufgang), το οποίο ακολούθησαν και άλλα: Η γιορτή της ειρήνης (Das Friedensfest), Οι υφαντές (Die Weber), Η βουλιαγμένη καμπάνα (Die versunkene Glocke) και Το τόξο του Οδυσσέα (Der Βogen des Οdysseus). Ο Χέρμαν Σούντερμαν (1857-1928) θριάμβευσε στις σκηνές όλου του κόσμου με τα έργα του Η τιμή (Die Εhre) και Πατρίδα (Ηeimat). Σημαντικός ερμηνευτής του εξπρεσιονιστικού θεάτρου υπήρξε ο Γκέοργκ Κάιζερ (1878-1945), άσπονδος εχθρός του ναζισμού, που γνώρισε την πρώτη του επιτυχία με τους Αστούς του Καλέ (Die Βϋrger von Calais). Ο Φριτς φον Ούνρουχ (1885-1970) ρέπει προς τη βλοσυρή εξπρεσιονιστική ρητορική: Μια οικογένεια (Εin Geschlecht), Καταιγίδες (Stϋrme). Ο Βάλτερ Χαζενκλέβερ (1890-1940) τείνει προς το γκροτέσκο μέσα σε ένα χάος ιδεών και γίνεται γνωστός με το δράμα του Ο γιος (Der Sohn). Ο εξπρεσιονισμός επηρεάζει το θέατρο έως το 1923. Τα επόμενα χρόνια αναπτύσσεται ένα θέατρο στρατευμένο, το λεγόμενο νεορεαλιστικό. Ο Ερνστ Τόλερ (1893-1939) υμνεί την παγκόσμια αδελφοσύνη σε τόνους συχνά υπερβολικά ρητορικούς: Η μεταμόρφωση (Die Wandlung), Άνθρωπος-μάζα (Μasse Μensch). Ο Καρλ Στέρνχαϊμ (1878-1942) καταδικάζει προφητικά την καταστροφή που θα επέλθει από μια παγκόσμια σύρραξη: Το παντελόνι (Die Ηose), Η κασετίνα (Die Κassette), Ο υποψήφιος (Der Κandidat). Ο Καρλ Τσούκμαγερ τόλμησε να ανεβάσει το 1930 τον Λοχαγό φον Κέπενικ (Der Ηauptmann von Κöpenick), όπου σαρκάζει την τυφλή γερμανική στρατιωτική πειθαρχία. Το 1946 σημείωσε μία διεθνή επιτυχία με τον Στρατηγό του διαβόλου (Des Τaufels General). Ο Ράινχαρτ Γκέρινγκ (1887-1936) είναι ο συγγραφέας της Ναυμαχίας (Seeschlacht). Ο Φέρντιναντ Μπρούκνερ (1891-1958) αναβιώνει το ιστορικό δράμα με την Ελισάβετ της Αγγλίας (Εlisabeth von Εngland). Μερικοί δραματικοί συγγραφείς της εποχής ασπάζονται τις ναζιστικές θεωρίες, προσφέροντας στο καθεστώς έργα που εξυμνούν μια αιώνια Γ., όπως ο Χανς Γιοστ: Ο ερημίτης (Der Εinsame) και Οι προφήτες (Die profheten). Αλλά η σπουδαιότερη προσωπικότητα αυτής της εποχής πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στους εχθρούς του ναζιστικού καθεστώτος και είναι, δίχως αμφιβολία, ο Μπέρτολντ Μπρεχτ (1898-1956, βλ. λ.). Το σύγχρονο θέατρο. Ύστερα από την καταστροφή του 1945, επιχειρείται μια αναβίωση των κλασικών και των παλαιότερων κειμένων σύγχρονων συγγραφέων. Ωστόσο, το 1948 κάνουν την εμφάνισή τους τα προμηνύματα μιας αναγέννησης τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Γ., οπότε ιδρύονται περισσότερα από 150 θέατρα. Πολλοί συγγραφείς καταπιάνονται με τα πιο καυτά θέματα του πρόσφατου παρελθόντος. Τον τόνο δίνει ο Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ (1921-1947) με το δράμα του Έξω, μπροστά στην πόρτα (Draussen vor der Τür), και τον ακολουθούν ο Κλάους Χούμπαλεκ με τα αντιμιλιταριστικά του έργα και ο Λέοπολντ Άλσεν, που έγινε γνωστός το 1956 με το έργο Φιλήμων και Βαυκίς (Ρhilemon und Βaukis). Αλλά οι δύο ισχυρότερες προσωπικότητες της δεκαετίας του 1960 είναι ο Γκίντερ Γκρας και ο Πέτερ Βάις· ο τελευταίος δανείστηκε σχήματα πότε από τον Μπρεχτ και άλλοτε από τον Γάλλο Αρτό στο έργο του Η δίωξη και η δολοφονία του Ζαν Πολ Μαρά, παρουσιασμένη από τον θίασο του ασύλου του Σαραντόν υπό τη διεύθυνση του κυρίου ντε Σαντ (Die Verfolgung und Εrmordung J.Ρ. Μarats dargestellt durch die Schauspielgruppe des Ηospizes zu Charenton unter Αnleitung des herrn de Sade, 1964). Η Ανάκριση (Εrmittelung) παρουσιάστηκε ως μια πανηγυρική δίκη κατά των δολοφόνων του Άουσβιτς. Ύστερα από αυτό το έργο, ο εγκατεστημένος στη Σουηδία Βάις έγραψε τα έργα: Καντάτα στο σκιάχτρο της Λουζιτανίας (Gesang vom Lusitanischen Ρopanz, 1967), Λόγος περί του Βιετνάμ (Diskurs über Viet Νam, 1968) και Ο Τρότσκι στην εξορία (Τrotzki in Εxil, 1970). Αξιόλογη μορφή του σύγχρονου γερμανικού θεάτρου είναι ο Χάιναρ Κίπχαρτ: Η υπόθεση Γ. Ρόμπερτ Όπενχαϊμερ (Ιn der Sache J.R. Οppenheimer, 1964) και Ρολφ Χόχουτ. Την ίδια περίοδο, από την πρώην Ανατολική Γ. αξίζει να θυμηθούμε τον Έρβιν Στρίτματερ, που σημείωσε τη μεγαλύτερή του επιτυχία το 1950 με το έργο του Τάφος γάτου (Κatzgraben), τον Γιοχάνες Ρόμπερτ Μπέχερ (1891-1958) που παρουσίασε τα έργα Ο δρόμος για το Φίσεν (Der Weg nach Füssen) και Χειμερινή Μάχη (Winterschlacht, 1956), που είναι εμπνευσμένο από τη μάχη του Στάλινγκραντ. Ο Χέλμουτ Μπάιερλ παρουσίασε τα έργα: Βεβαίωση (Die Feststellung), Κυρία Φλιντς (Frau Flinz). Τέλος, ο Πέτερ Χαξ, εκτός από μια επιτυχημένη διασκευή του στην Ειρήνη του Αριστοφάνη, παρουσίασε και δύο αντικομφορμιστικά δράματα: Οι φροντίδες και η εξουσία (Die Sorgen und die Μacht) και Μόριτς Τάσοφ (Μoritz Τassov).Οι απαρχές και η γέννηση του εξπρεσιονισμού. Ο γερμανικός κινηματογράφος έκανε τα πρώτα του βήματα λίγο μετά την εφεύρεση των αδελφών Λιμιέρ, χάρη στον πρωτοπόρο Όσκαρ Έντουαρντ Μέστερ. Η πιο ενδιαφέρουσα όμως προσωπικότητα του γερμανικού κινηματογράφου κατά την περίοδο εκείνη είναι ο Πάουλ Βέγκενερ, σκηνοθέτης και ηθοποιός, που επιβάλλεται με την ταινία του Ο φοιτητής της Πράγας (Der Student von Ρrag, 1913). Ο Εβραίος σκηνοθέτης Ερνστ Λούμπιτς γυρίζει επίσης μια σειρά από έργα-κολοσσούς: Αnna Βoleyn (1920) κ.ά. Μέχρι το 1920, οι περισσότεροι σκηνοθέτες ακολουθούν τη ρεαλιστική σχολή, αλλά οι νέοι άνθρωποι αναζητούν μέσα από τον εξπρεσιονισμό διάφορες εμπειρίες. Η τάση αυτή ονομάζεται καλιγκαρισμός, από την ταινία του σκηνοθέτη και θεατρικού συγγραφέα Ρόμπερτ Βίνε (1881-1938) Το εργαστήριο του δόκτορα Καλιγκάρι (Das Κabinett des Doktor Caligari, 1919). Τον Βίνε ακολουθούν και άλλοι σκηνοθέτες, όπως ο Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου (1889-1931) με τις ταινίες Ταρτούφος (Τartüff, 1925) και Ο τελευταίος άντρας (Der letzte Μann, 1924). Ο Μουρνάου μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου και πέθανε σε ένα δυστύχημα, αφού γύρισε δύο έργα εξαιρετικής ομορφιάς: Αυγή (Sunrise, 1927) και Ταμπού (Τabu, 1931). Λιγότερο εκλεκτικός από τον Μουρνάου, ο Φριτς Λανγκ (βλ. λ.) είναι ένας από τους μεγάλους σκηνοθέτες της Γ. Ο Πάουλ Λένι, που συνέβαλε στον εξπρεσιονισμό με το έργο του Το εργαστήριο των κερένιων μορφών (Das Wachsfigurenkabinett, 1924), έφυγε για τις ΗΠΑ όπου πέθανε μόλις εμφανίστηκε ο ομιλών κινηματογράφος. Σιγά-σιγά, την εξπρεσιονιστική σχολή υποσκέλισε μια ρεαλιστική σχολή, που αναμφισβήτητοι δάσκαλοί της ήταν ο Έβαλντ Αντρέας Ντιπόν και ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ. Ο Ντιπόν (1891-1957) εγκατέλειψε το επάγγελμα του κριτικού το 1918 και γύρισε την ταινία Ο παλαιός νόμος (Das Αlte Gesetz, 1924). Το 1925 γεννήθηκε το Βαριετέ (Variété), ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου στο περιβάλλον του τσίρκου. Η μεγαλύτερη συμβολή όμως στον ρεαλισμό είναι του Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ (1885-1967), ο οποίος αντιμετώπισε το θέμα της ήττας της Γ. και λάνσαρε μια νεαρή Σουηδή ηθοποιό, την Γκρέτα Γκάρμπο. Με την εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου, ο Παμπστ αναζητά έμπνευση σε ένα συνταρακτικό θέμα: τον παγκόσμιο πόλεμο. Η ταινία του Δυτικό μέτωπο 1918 (Westfront 1918, 1930) είναι ένα μήνυμα ειρήνης στην τραγωδία αυτή. Με το έργο αυτό, καθώς και με τα φιλμ Η τραγωδία ενός ορυχείου (Κameradschaft, 1931) και Η όπερα της πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1931), ο Παμπστ πραγματοποίησε αυτό που ονομάστηκε κοινωνική τριλογία. Το 1929, ο Βιεννέζος Γιόε Μάι παρουσιάζει την Άσφαλτο (Αsphalt). Τον ίδιο χρόνο εμφανίζεται και ο βιεννέζικης καταγωγής Γιόε Στερν, που άλλαξε το όνομά του σε Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ και σκηνοθέτησε στην Αμερική μερικές έξοχες ταινίες. Στη Γ. ο φον Στέρνμπεργκ έμεινε λιγότερο από έναν χρόνο, αλλά εκεί γύρισε το αριστούργημά του Ο γαλάζιος άγγελος (Der blaue Εngel, 1930), βασισμένο στο μυθιστόρημα Καθηγητής Ούνρατ (Ρrofessor Unrat) του Χάινριχ Μαν, με το οποίο λάνσαρε τη Μάρλεν Ντίτριχ (βλ. λ.).Το τέλος της ελευθερίας και η μεταπολεμική αναγέννηση. Όταν ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία (1933), γυρίστηκαν πολλές ιστορικές ταινίες που φυσικά ικανοποιούσαν τη λογοκρισία. Ανάμεσα στους κινηματογραφιστές της εθνικοσοσιαλιστικής περιόδου ξεχωρίζουν οι Φόλκερ φον Κολάντε και Βόλφγκανγκ Λιμπενάινερ. Ο φον Κολάντε εγκαινιάζει την κινηματογραφική δραστηριότητά του με την ταινία Δύο σε μια μεγάλη πόλη (Ζwei in einer grossen Stadt, 1942). Μια επιστροφή στις εξπρεσιονιστικές εμπειρίες παρατηρείται με τον Βέρνερ Χόχμπαουμ. Αργότερα ο Χόχμπαουμ ασχολήθηκε κυρίως με την ψυχολογική πλευρά των ταινιών του, όπως στην ταινία Μιλούν για τη Ζακελίνα (Μan spricht uber Jacqueline, 1937) από ένα μυθιστόρημα της Κάτριν Χόλαντ. Αντίθετα, ένα επιτυχημένο παράδειγμα του κινηματογράφου φυγής είναι Οι περιπέτειες του βαρόνου Μινχάουζεν (Μϋnchhausen, 1943) του ουγγρικής καταγωγής σκηνοθέτη Γιόζεφ φον Μπάκι. Το 1945 ο πόλεμος έχει τελειώσει. Όλοι επιστρέφουν στις δουλειές τους, αλλά η κινηματογραφική παραγωγή, μολονότι άφθονη, δεν παρουσιάζει ομοιογένεια. Ορισμένες ενδιαφέρουσες ταινίες παρουσιάζονται από τον Κόιτνερ και τον Βόλφγκανγκ Στάουντε. Το 1948 η Γ. εμφανίζεται στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας με το έργο του Παμπστ Η δίκη (Der Ρrozess) που βραβεύεται για την καλύτερη σκηνοθεσία. Τον επόμενο χρόνο, πάλι στη Βενετία, η Μπαλάντα του Βερολίνου (Βerliner Βallade) του Ρ.Α. Στέμλε, κερδίζει το διεθνές βραβείο. Ο γερμανικός κινηματογράφος βρίσκεται σε μια εξελικτική φάση. Στα χρόνια που ακολουθούν, οι αξιόλογες ταινίες είναι λίγες: Ο στρατηγός του διαβόλου (Des Τeufels General, 1955) και ο Λοχαγός φον Κέπενικ (Der Ηauptmann von Κopenick, 1956) του Χέλμουτ Κόιτνερ· Η κοπέλα Ροζ-Μαρί (Das Μadchen Rosemarie, 1958) του Ρολφ Τίλε· Μυστική Διαταγή του Γ’ Ράιχ (Νachts wenn der Τeufel Κam, 1957) του Ρόμπερτ Σιόντμακ· Ρόζα Μπερντ (Rose Βernd, 1957) του Βόλφγκανγκ Στάουντε· Βρεγμένη άσφαλτος (Νasser Αsphalt, 1958) του Φρανκ Βίσμπαρ κ.ά. Ο κινηματογράφος στη Δυτική Γ. Μετά από μια εικοσαετία σχεδόν ασήμαντης και εμπορικής παραγωγής, ο δυτικογερμανικός κινηματογράφος αφυπνίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η έναρξη της αναγέννησης αυτής χρονολογείται από τον Φεβρουάριο 1962, όταν στο Όμπερχαουζεν, έδρα ενός φεστιβάλ ταινιών ντοκιμαντέρ, 26 νεαροί σκηνοθέτες υπέγραψαν ένα επαναστατικό μανιφέστο, στο οποίο διακήρυσσαν ότι Θα αγωνιστούν για έναν κινηματογράφο απελευθερωμένο από τις πολλές συμβατικότητες και βασιζόμενο σε μια βαθιά και υπεύθυνη έννοια του κοινωνικού καθήκοντος. Στη χρηματοδότηση από διάφορα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια και στην κρατική μέριμνα που αρχίζει να παρουσιάζεται στη δεκαετία του ’60 οφείλεται εν μέρει η εμφάνιση των πρώτων μεγάλου μήκους ταινιών σκηνοθετών όπως ο Φόλκερ Σλέντορφ: Ο νεαρός Τέρλες (Der junge Τorless, 1966), Μιχαήλ Κολχάας, ο επαναστάτης (Μichael Κolhaas, Der Robell, 1968)· ο Αλεξάντερ Κλούγκε: Αnita G. (1966), Οι καλλιτέχνες στη σκηνή του τσίρκου: αμήχανοι (Die Αrtisten in der Ζirkuskuppel: ratlos, 1967)· ο Ζαν Μαρί Στράουμπ: Το χρονικό της Άννας-Μαγδαλένας Μπαχ (Chronik der Αnna-Μagdalena Βach, 1967), Όθων (Οthon, 1969)· ο Πέτερ Φλάισμαν: Σκηνές κυνηγιού στη Βαυαρία (Jagdszenen aus Νiederbayern, 1968)· ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ: Κatzelmacher (1969), Gotter der Ρest (1969)· ο Βέρνερ Χέρτσογκ: Fata Μorgana (1968), Οι νάνοι ξεκίνησαν μικροί (Αuch Ζwerge haben klein angefangen, 1968)· ο Βιμ Βέντερς: Το καλοκαίρι στην πόλη (Summer in the City, 1971), Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (Die Αngst des Τormanns bein Εlfmeter, 1971)· ο Βέρνερ Σρέτερ: Ο θάνατος της Μαρία Μαλιμπράν (Der Τod der Μaria Μalibran, 1971) κ.ά. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, και ιδιαίτερα στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, οι νέοι αυτοί κινηματογραφιστές θα δώσουν ένα σημαντικό έργο. Ο Φόλκερ Σλέντορφ δημιουργεί πολιτικά θρίλερ όπως Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ (Die verlorene Εhre der Κatharina Βlum, 1975) ή Η Γερμανία το φθινόπωρο (Deutschland im Ηerbst, 1978), συλλογικό ντοκιμαντέρ που σκηνοθετεί από κοινού με τους Κλούγκε, Φασμπίντερ κ.ά., Το ταμπούρλο (Die Βlechtrommel, 1979), που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, Ο υποψήφιος Καγκελάριος (Der Κanditat, 1980), πριν στραφεί στο Χόλιγουντ. Ο Φασμπίντερ καταφεύγει σε γνωστές φόρμες, όπως το κλασικό μελόδραμα, για να κάνει ένα κριτικό σχόλιο πάνω στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία, αλλά και στο περιβόητο οικονομικό θαύμα, με ταινίες όπως Ο φόβος τρώει τα σωθικά (Αngst essen Seele auf, 1973), Έφη Μπριστ (Fontane Εffi Βriest, 1974), Η μαμά Κιούστερς πηγαίνει στον Παράδεισο (Μutter Κusters fahrt zum Ηimmel, 1975), Κινέζικη ρουλέτα (Chinesische Roulette, 1976), Η γυναίκα του σταθμάρχη (Βolwieser, 1976), Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν (Die Εhe der Μaria Βraun, 1978), Η χρονιά με τα 13 φεγγάρια (Ιn einem Jahr mit 13 Μonden, 1978), Λιλή Μαρλέν (Lili Μarleen, 1980), Λόλα, μια γυναίκα από τη Γερμανία (Lola, 1981), Βερόνικα Φος (Die Sehnsucht der Veronika Voss, 1982), Κερέλ (Querelle, 1982), που ήταν και το κύκνειο άσμα του μια και πέθανε την ίδια χρονιά. Ο ίδιος πρωταγωνίστησε σε μια από τις πρώτες ταινίες του, με τίτλο Katzelmacher (O Έλληνας γείτονας, 1969), στον ρόλο ενός Έλληνα οικονομικού μετανάστη στη Γερμανία, ονόματι Γιώργου. Ο Βιμ Βέντερς ψάχνει για την ταυτότητα του σύγχρονου Γερμανού μέσα από έναν ποιητικό κινηματογράφο της περιπλάνησης, σε ταινίες όπως Η Αλίκη στις πόλεις (Αlice in den Stadten, 1973), Στο πέρασμα του χρόνου (Ιm Lauf der Ζeit, 1975), Ο Αμερικανός φίλος (Der amerikanische Freund, 1977), Η κατάσταση των πραγμάτων (Der Stand der Dinge, 1982), Παρίσι, Τέξας (Ρaris, Τexas, 1984), που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες, Τα φτερά του έρωτα (Der Ηimmel ϋber Βerlin, 1987), Μέχρι το τέλος του κόσμου (Βis aus Εnde der Welt, 1991), Lisbon Story (1995), στο πιο πρόσφατο μουσικό ντοκιμαντέρ Buena Vista Social Club, ταξίδεψε στην Κούβα για να αναδείξει τους κορυφαίους και ξεχασμένους γηραιούς μουσικούς της χώρας. Ο Βέρνερ Χέρτσογκ είναι ίσως ο πιο ρομαντικός της γενιάς του, σκηνοθέτης οραματιστής που αφηγείται τις ιστορίες μοναχικών και περιθωριακών ατόμων, σε ταινίες όπως Αγκίρε, η μάστιγα του θεού (Αguirre, der Ζorn Gottes, 1972), Καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων (Jeder fur sich und Gott gegen alle, 1974), Νοσφεράτου, ο επισκέπτης της νύχτας (Νosferatu, Ρhantom der Νacht, 1978), Φιτζκαράλντο, ο τυχοδιώκτης του Αμαζονίου (Fitzcaraldo, 1982), Η κραυγή της πέτρας (Schrei aus Sterin, 1991), κ.ά. Από την άλλη πλευρά, σκηνοθέτες όπως ο Βέρνερ Σρέντερ, με τα φιλμ Το βασίλειο της Νάπολης (Νeapolitanische Geschwister, 1978), Παλέρμο (Ρalermo oder Wolfsburg, 1979), Η μέρα των ηλιθίων (Τag der Ιdioten, 1982), και ο Χανς Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ, με τις ταινίες Καρλ Μάι (Κarl Μay, 1974), Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία (Ηitler, ein film aus Deutschland, 1977), ακολουθούν έναν δικό τους, εντελώς προσωπικό δρόμο. Στα βήματά τους θα ακολουθήσει μια άλλη, νεότερη γενιά, η οποία εκφράζει με τον δικό της, συχνά συναρπαστικό τρόπο, τη διαφωνία της για την κατάσταση που κυριαρχούσε στη διαιρεμένη Γ. Ανάμεσά τους η Χέλμα Ζάντερς-Μπραμς: Σόδομα και Γόμορρα (Die letzten Τage von Gomorrha, 1974), Γερμανία, χλωμή μητέρα (Deutschland bleiche Μutter, 1980)· ο Ρόμπερτ Βαν Άκερεν: Ακραία ερωτική περίπτωση (Ηarlis, 1973), Η γυναίκα φλέγεται (Die flambierte Frau, 1983), Η παγίδα της Αφροδίτης (Die Venusfalle, 1988)· η Μαργκαρέτε φον Τρότα (σύζυγος του Φόλκερ Σλέντορφ και συνεργάτης του σε αρκετές ταινίες): Η πραγματική αλήθεια για τη Μάριαν Κ (Die Βleierne Ζeit, 1981), Ρόζα Λούξεμπουργκ (Rosa Luxembourga, 1986), Αδελφές: η ισορροπία της ευτυχίας (Schwestern ober die Βalance des Gluecks, 1988)· και ακόμα, ο Χανς Νέφερ (Η γυναίκα που μένει απέναντι, 1978), ο Πέρσι Άντλον (Βagdad Cafe, 1987), ο Έντγκαρ Ράιτζ (που με την εκπληκτική του ταινία Ηeimat, του 1984, άνοιξε τον δρόμο της εμπορικής επιτυχίας), η Ζανίν Μεεράπφελ, ο Ντίτριχ Σούμπερτ, ο Χέρμπερτ Άχτερνμπους, ο Νίκο Χόφμαν κ.ά. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο δυτικογερμανικός κινηματογράφος άρχισε να αντιμετωπίζει μια κρίση. Η συρρίκνωση των κρατικών και άλλων χρηματοδοτήσεων, η κακή διανομή του εθνικού προϊόντος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, η στροφή σε έναν κινηματογράφο που μοιάζει περισσότερο με τηλεταινίες, αλλά και η μετανάστευση ορισμένων γνωστών σκηνοθετών στην Αμερική (όπως ο Σλέντορφ), συνέβαλαν σίγουρα στην κρίση αυτή. Η κινηματογραφική παραγωγή στην Ανατολική Γ. Περιορισμένη υπήρξε η παραγωγή (κατεξοχήν κρατική) της Λαϊκής Γερμανικής Δημοκρατίας. Στο διάστημα της ύπαρξής της (1948-90) γυρίζονταν περίπου 20 ταινίες τον χρόνο, με περιορισμένη κυκλοφορία στο εξωτερικό, αν εξαιρέσουμε τη Σοβιετική Ένωση. Αντίθετα, καλά αποτελέσματα υπήρξαν στον τομέα των κινούμενων σχεδίων, όπου εργάστηκαν διάσημοι σκιτσογράφοι, όπως οι Βέρνερ Κράουσε και Μπρούνο Μπέτγκε. Δίπλα στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, επικράτησαν οι ταινίες πολιτικού περιεχομένου, προπάντων εκείνες που ήταν αφιερωμένες στον πόλεμο. Ανάμεσα στις καλύτερες ήταν εκείνες του Μέτσιγκ: Το συμβούλιο των θεών (Rat deor Götter, 1953) με θέμα την ενοχή του καπιταλισμού στη γέννηση του ναζισμού, και Ερνστ Τέλμαν (Εrnst Τhälmann, 1955), μια ταινία αφιερωμένη στον ηγέτη του γερμανικού κομουνιστικού κόμματος που τουφεκίστηκε στο Μπούχενβαλντ κατά τον πόλεμο. Η καλύτερη ανατολικογερμανική ταινία της δεκαετίας του 1960 ήταν Οι περιπέτειες του Βέρνερ Χολτ (Die Αbenteuer des Werner Ηolt, 1966) του Γ. Κούνερτ, η ιστορία ενός αγοριού που αγωνίστηκε στις γραμμές του ναζιστικού στρατού. Αξιόλογο ήταν και το φιλμ Ο γυμνός άντρας στον στίβο (Der nackte Μann auf dem Sportplatz) του Κόνρατ Βολφ, που εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο το 1974. Παρά τις γραφειοκρατικές και άλλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι κινηματογραφιστές της Ανατολικής Γ. μέχρι την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, η δεκαετία του 1980 σημαδεύτηκε από κάποιες επιτυχίες: Η αρραβωνιαστικιά (1980) του Γκούντερ Ρούκερ, Το σπίτι στην άκρη του ποταμού (Das Ηaus am Fluss, 1985) του Ρόλαντ Γκραφ, Η γυναίκα και ο ξένος (Die Frau und der Fremde, 1985) του Ράινερ Σίμον, που τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο του φεστιβάλ Βερολίνου (1989). Ο γερμανικός κινηματογράφος στον 21ο αι. Η ενοποίηση που ακολούθησε την πτώση του τείχους του Βερολίνου δημιούργησε ριζικές αλλαγές στη δομή των στούντιο της Ανατολικής Γ., ενώ πολλές ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες απαγορευμένες ταινίες του προηγούμενου καθεστώτος μπόρεσαν τελικά να προβληθούν. Όμως, εξίσου επηρεάστηκε και ο κινηματογράφος της Δυτικής Γ., που αναζητούσε ένα νέο πρόσωπο μετά τα βαριά ονόματα του παρελθόντος (Βέντερς, Φασμπίντερ κ.ά.). Η καταλυτική παρουσία του Χόλιγουντ στην παγκόσμια, και συνεπώς και ευρωπαϊκή σκηνή, οι περιορισμοί των κρατικών επιχορηγήσεων, η καταλυτική υπεροχή της τηλεόρασης, αλλά και τα νέα μέσα (βίντεο-κλιπ κλπ.) συνέβαλαν όλα μαζί στη διαμόρφωση ενός νέου σκηνικού, που ιδιαίτερα στη Γ. περιστράφηκε γύρω από το Φεστιβάλ Βερολίνου που, μετά την ανακήρυξη του Βερολίνου σε πρωτεύουσα του κράτους, αποτέλεσε πόλο έλξης. Ένας από τους πιο αξιόλογους νέους Γερμανούς κινηματογραφιστές είναι ο Τομ Τίκβερ, ο οποίος με τις γρήγορου ρυθμού ταινίες του, όπως το Τρέξε Λόλα Τρέξε (Lola Rennt, 1998) και Η Πριγκίπισσα και ο Πολεμιστής (Der Krieger und die Kaiserin, 2000), και τη μόνιμη πρωταγωνίστριά του Φράνκα Ποτέντε, διαγράφεται ως η μεγαλύτερη ελπίδα του γερμανικού κινηματογράφου στον νέο αιώνα.Η Γ., η Αυστρία και η Ελβετία ανέπτυξαν μαζί στην κεντρική Ευρώπη, χάρη στη συγγένεια των εθνικών πλειοψηφιών τους, μια μουσική τέχνη σχεδόν ομοιογενή. Κατά συνέπεια, αν και θα προσπαθήσουμε να πραγματευτούμε τις διάφορες στιγμές ανάπτυξης της γερμανικής μουσικής σύμφωνα με τα έθνη που συνέβαλαν στη δημιουργία της, δεν θα μπορέσουμε να εγκαταλείψουμε τελείως τον πιο συνηθισμένο και πιο ακριβή τρόπο της θεώρησης της γερμανικής μουσικής στο σύνολό της. Από τις αρχές μέχρι την τέχνη των Μάιστερζινγκερ. Δεν έχουμε μαρτυρίες για τη γερμανική μουσική πριν από την κωδικοποίησή της. Στην ντόπια παράδοση προστέθηκε κατά τους πρώτους αιώνες των νεότερων χρόνων το μονοφωνικό μέλος της χριστιανικής λειτουργίας, που έφεραν από τον νότο οι Ρωμαίοι άποικοι και από τον βορρά οι μοναχοί που προέρχονταν από την Ιρλανδία. Αργότερα, ο Καρλομάγνος (742-814) εισήγαγε στη λατρεία το Γρηγοριανό μέλος, τη μελέτη και διδασκαλία του οποίου είχαν αναλάβει οι μονές των Βενεδικτίνων του Μετς, του Αγίου Γάλλου, του Ράιχεναου, της Φούλντα –η τελευταία αυτή υπό την καθοδήγηση του Ραμπάνους Μάουρους (;-856)– και η παλατινή σχολή του Ακυϊσγράνου (Άαχεν), όπου δίδαξε ο Αλκουίνος (735-804). Την εποχή των Χοενστάουφεν, στους κύκλους των ιπποτών γεννήθηκε το αυλικό λυρικό τραγούδι Μίνεζανγκ (Μinnesang), που η πιο συνηθισμένη μορφή του υπήρξε το λιντ (lied). Ο μεγαλύτερος από τους Μινεζένγκερ (τραγουδιστές ερωτικών τραγουδιών) ήταν ο Τιρολέζος Βάλτερ φον ντε Φογκελβάιντε (1170;-1230;). Ο Χάινριχ φον Μάισεν, ο επιλεγόμενος Φράουενλομπ (1270-1318), σημειώνει το πέρασμα στη μουσική, πάντοτε μονοφωνική, των Μάιστερζινγκερ (αρχιτραγουδιστών). Η Μάιστερζανγκ, η μουσική δηλαδή των Μάιστερζινγκερ, χρησιμοποίησε θρησκευτικά και κοσμικά θέματα και γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθηση στη Νυρεμβέργη με τον Χανς Ρόζενπλιτ, που έγραψε μεταξύ 1430 και 1460, τον Χανς Φολτς (1450;-1513;) και ιδιαίτερα με τον τσαγκάρη ποιητή-τραγουδιστή Χανς Ζαξ (1494-1576). Η πολυφωνική μουσική και η επίδραση του Ορλάντο ντι Λάσο. Μόνο κατά τα μέσα του 15ου αι. η Γ. γνώρισε μια πρώτη άνθηση της πολυφωνικής μουσικής και προσέφερε με το πολυφωνικό lied μια αξιόλογη συμβολή στην ευρωπαϊκή μουσική. Ανάμεσα στους πρώτους Γερμανούς πολυφωνιστές του 15ου αι. αναφέρονται διάσημοι μουσικοί όπως οι Άνταμ φον Φούλντα (περ. 1440-1506), Χάινριχ Φινκ (1445-1527), αρχιμουσικός του παρεκκλησιού του Φερδινάνδου Α’, και Χάινριχ Ίζαακ (περ. 1450-1517), πιθανώς φλαμανδικής καταγωγής. Την επόμενη γενιά, η σύνθεση του πολυφωνικού lied έφτασε στην τελειότητα με τον Ελβετό Λούντβιχ Σενφλ (περ. 1492-1555). Το πολυφωνικό lied, ιδιαίτερα στη θρησκευτική μορφή του χορωδιακού, χρησιμοποίησε επίσης το εκκλησιαστικό όργανο και δημιούργησε μια ιδιαίτερη φιλολογία στις συνθέσεις των Κόνραντ Πάουμαν (1410-1473), Άρνολντ Σλικ (περ. 1460-1517) και Πάουλους φον Χόφχαϊμερ (1459-1537). Παρέμεινε όμως μόνιμα η επίδραση των μουσικών της φλαμανδικής σχολής: κατά το δεύτερο μισό του 16ου αι. κυριάρχησε η μορφή του Ορλάντο ντι Λάσο (1532;-1594;). Η τέχνη του, στην οποία αφομοιώθηκαν το κοσμικό και το θρησκευτικό lied, τα ιταλικά μανδριγάλια και το γαλλικό άσμα, όχι μόνο γίνεται φανερή στο έργο των άμεσων μαθητών του, δηλαδή του Τιρολέζου Λέοναρντ Λέχνερ (1550;-1606;) και του Γιόχαν Έκαρντ (1553-1611), αλλά παραμένει ζωντανή στο έργο όλων των Γερμανών συνθετών –καθολικών ή διαμαρτυρομένων– μέχρι τον 18ο αι. Η φωνητική και οργανική μουσική της εποχής του μπαρόκ. Αναζητώντας νέους ορίζοντες, οι Γερμανοί άρχισαν την εποχή εκείνη να στρέφονται προς τα νότια με τον σκοπό να τελειοποιηθούν στην τέχνη, μελετώντας την ιταλική μουσική στο κλίμα της προέλευσής της. Ένας από τους πρώτους που ένιωσε να τον ελκύει η Ιταλία ήταν ο Χανς Λέο Χάσλερ (1564-1612), που συνέβαλε στη διάδοση του βενετσιάνικου πολυχορωδιακού στιλ στη Γ. Μια πιο βαθιά και πιο συνειδητή διείσδυση στις νεότερες τάσεις παρατηρήθηκε με τον Χάινριχ Σιτς (1585-1672), πρώτο μεγάλο συνθέτη της Γ., που πήγε δύο φορές στη Βενετία. Οι ιταλικές μορφές (το πολυχορωδιακό και το μικρό θρησκευτικό κοντσέρτο), που διαμορφώθηκαν σε γερμανικό στιλ, χρησιμοποιήθηκαν με μαεστρία από τον Σιτς και καλλιεργήθηκαν επίσης, εκτός από τον Χάσλερ, από τους Μίχαελ Πρετόριους (1571-1621) και Γιόχαν Χέρμαν Σάιν (1586-1630). Αυτοί και άλλοι, ανάμεσα στους οποίους και οι Γιόχαν Στάντεν (1581-1634), Σάμουελ Σάιτ (1587-1654), Έρασμους Κίντερμαν (1616-1655), Γιόχαν Ρόζενμιλερ (1620;-1684;), ανέπτυξαν το μικρό θρησκευτικό κοντσέρτο από το οποίο οι Γιόχαν Πάχελμπελ (1653-1706) και Ντίτριχ Μπουκστεχούντε (1637-1707) παρήγαγαν την εκκλησιαστική καντάτα, που έφτασε στην τελειότητά της με τον Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν (1681-1767) και τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (βλ. λ.). Έξω από τη λειτουργική λατρεία διατηρήθηκαν και άλλες μορφές θρησκευτικής μουσικής, όπως τα Πάθη, οι Ιστορίες και τα Ορατόρια. Και εδώ η συμβολή του Σιτς ήταν σημαντική. Πάθη και ορατόρια, που συντέθηκαν από τους Γιόχαν Τάιλε (1646-1724), Γιόχαν Κούναου (1660-1722) και προπάντων από τον Μπαχ, πήραν στη Γ. χαρακτήρα τυπικά γερμανικό και προτεσταντικό, ενώ αργότερα με τους Γιόχαν Μάτεσον (1681-1764) και Χέντελ πέρασε στη βόρεια Γ. το ιταλικό ορατόριο. Στον τομέα της κοσμικής μουσικής, οι πριγκιπικές κυρίως αυλές συνέβαλαν στην εξέλιξη και άλλων ειδών. Έτσι καλλιεργήθηκαν οι μορφές μπαλέτου και μελοδράματος. Το 1678, άνοιξε στο Αμβούργο μόνιμο εθνικό θέατρο, το πρώτο γερμανικό μελοδραματικό κέντρο στο οποίο συνεργάστηκαν ο βιολιστής Άνταμ Στρουνγκ (1640-1700), ο Σίρμαν και ο Ράινχαρτ Κάιζερ (1674-1739). Για την ενόργανη μουσική, η εποχή του μπαρόκ ήταν μια εποχή επεξεργασίας και διαμόρφωσης και όχι νεότερων μορφών. Η σονάτα σόλο, η σονάτα για δύο και η σονάτα για τρεις (οι τελευταίες αυτές σε δύο παραλλαγές, δωματίου και εκκλησίας) βρήκαν εκπροσώπους στους Ματίας Βέκμαν (1619-1674), Γιόχαν Άνταμ Ράινκεν (1623-1722), Μπουκστεχούντετ, Μπαχ, Χέντελ και στους ίδιους τους βιολιστές, όπως οι Τόμας Μπάλτσερ (16309;-1663;), Γιόχαν Γιάκομπ Βάλτερ (1650-;), Γιόχαν Πάουλ φον Βέστχοφ (1656-1705) και Νικόλαους Μπρουνς (1665-1697), που εμπνεύστηκαν από ιταλικά και αγγλικά πρότυπα και αποτέλεσαν από εδώ και στο εξής μια ακμάζουσα γερμανική σχολή. Στη μουσική για κλειδοκύμβαλο επικράτησαν αρχικά οι παραλλαγές των λίντερ και χοροί. Την τοκάτα επεξεργάστηκε θαυμάσια ο Γιόχαν Γιάκομπ Φρόμπεργκερ (1616-1667), ενώ η ανάπτυξη της σουίτας για μικρή ορχήστρα έγινε από τους Μίχαελ Πρετόριους, Βαλεντίν Χάουσμαν (που πέθανε μεταξύ 1611 και 1614), Μελχιόρ Φρανκ (1573-1639) και Γιόχαν Χέρμαν Σάιν. Με τον Γκέοργκ Μούφατ (περ. 1645-1704) η σουίτα ορχήστρας επηρεάστηκε και από το γαλλικό στιλ. Όλα όσα ο μουσικός πολιτισμός του μπαρόκ μπόρεσε να δημιουργήσει στη μεγαλειώδη ποικιλία μορφών του, πήραν στη Γ. την πιο πλατιά και πιο θαυμάσια έκφραση στα μελοδράματα του Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (1685-1759). Ο τελευταίος αυτός υπήρξε ένας ακούραστος συνθέτης θεατρικών μελοδραμάτων κατά τον ιταλικό τρόπο (Αγριππίνα, Ρινάλδος, Όθων, Ιούλιος Καίσαρ, Ταμερλάνος, Πώρος και Δηιδάμεια), ακολουθώντας όμως από κάποιες απόψεις τον δρόμο που επρόκειτο αργότερα να ακολουθηθεί από τον Γκλουκ έως την αληθινή μεταρρύθμιση του μελοδράματος. Εγκαταλείποντας την όπερα –το μοναδικό είδος που δεν δοκίμασε ποτέ ο Μπαχ– ο Χέντελ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ορατόριο και ειδικότερα με το βιβλικό, συνθέτοντας τον Μεσσία, τον Σαμψών, τον Βαλτάσαρ και τον Ιεφθάε. Το απόγειο της μουσικής μεγαλοφυΐας. Από την εποχή ήδη του Μπαχ είχαν αρχίσει να δημιουργούνται νέες τάσεις στο περιβάλλον της μουσικής. Οι νεότεροι, ανάμεσα στους οποίους και οι κριτικοί Γιόχαν Μάτεσον, Γιόχαν Άντολφ Σάιμπε (1708-1776) και οι ίδιοι οι γιοι του μεγάλου μουσικού της Λειψίας καταφέρονταν κατά του στόμφου του μπαρόκ, που ήταν πια ξεπερασμένος, υποστηρίζοντας ότι το αισθητικό ιδεώδες στη μουσική γλώσσα ήταν η φυσικότητα που έμελλε να χαρακτηρίσει το κομψό στιλ του ροκοκό. Η μουσική γλώσσα του ροκοκό διαμορφώθηκε ιδιαίτερα σε τρεις λεγόμενες σχολές, της Βιέννης, του Μάνχαϊμ και του Βερολίνου, από τις οποίες η πρώτη προετοίμασε το έδαφος στις συμφωνίες, στις σονάτες και στα κουαρτέτα του νεαρού Χάιντν. Εμψυχωτής και διευθυντής του ορχηστρικού συγκροτήματος του Μάνχαϊμ υπήρξε ο Γιαν Βάτσλαβ Στάμιτς (1717-1757), διακεκριμένος βιολιστής, που οι συνθέσεις του απηχούν επίσης μελωδίες της πατρίδας του, της Βοημίας. Λιγότερο αυθόρμητη και με μεγαλύτερη ευαισθησία παρουσιάζεται η μουσική του Φραντς Ξαβέρ Ρίχτερ (1709-1789) από τη Μοραβία, και μερικές προσωπικές πλευρές διακρίνονται ακόμα στα έργα των άλλων συνθετών της ομάδας, που ήταν κατά ένα μέρος μαθητές του Στάμιτς, όπως ο Κρίστιαν Κάναμπιχ (1731-1798), διευθυντής της ορχήστρας μετά τον θάνατο του δασκάλου του. Συγγενής, από άποψη στιλ, της σχολή του Μάνχαϊμ, που διέδωσε με τα μελοδράματα, τις συμφωνίες και τις σονάτες του, το αλέγκρο καντάμπιλε, ήταν ο τελευταίος γιος του Μπαχ, Γιόχαν Κρίστιαν (1735-1782), ο επιλεγόμενος Μπαχ ο Μιλανέζος ή Μπαχ ο Λονδρέζος, ενώ ο αδελφός του και μαέστρος Φίλιπ Εμάνουελ (1714-1788), ο επιλεγόμενος Μπαχ του Βερολίνου ή Μπαχ του Αμβούργου, συνέβαλε αξιοσημείωτα στη μουσική διαμόρφωση της επόμενης γενιάς στη Γ. Πιο πολυσύνθετη από τις άλλες δύο, η σχολή του Βερολίνου δεν καλλιέργησε μόνο την απεικονιστική ενόργανη μουσική με τους Φ.Ε. Μπαχ, Γιόχαν Γιόαχιμ Κβαντς (1697-1773), τους αδελφούς Γιόχαν Γκότλιμπ (περ. 1703-1771) και Καρλ Χάινριχ Γκράουν (1704-1759) και με τους βοημικής καταγωγής αδελφούς Φραντς (1709-1786) και Γκέοργκ Μπέντα (1722-1795), αλλά δημιούργησε μια νέα άνθηση του lied καθώς και θεωρητικές πραγματείες μεγάλης αξίας. Οι δημιουργίες του Φ.Ε. Μπαχ, του Κ. Γκόντφριντ Κράουζε (1719-1770) και του Γ.Α. Πέτερ Σουλτς (1747-1800) σημειώνουν τον δρόμο που ακολουθήθηκε και έφτασε στην ακμή του στα κλασικά σχεδόν lieder του Γιόχαν Φρίντριχ Ράιχαρτ (1752-1814) και ο οποίος διέγραψε επίσης μια πορεία και εκτός του Βερολίνου, από τους Γιόχαν Άνταμ Χίλερ (1728-1804) στη Λειψία και Γ. Ρούντολφ Τσούμστεεγκ (1760-1802) στη Στουτγάρδη. Ύστερα από τις αποτυχημένες απόπειρες της εθνικής όπερας στο Αμβούργο, η ιταλική όπερα με τους Γιομέλι, Τραέτα και άλλους κυριάρχησε στα θέατρα της Γ. και οι ίδιοι οι Γερμανοί συνέθεταν τα μελοδράματά τους σε ιταλικά κείμενα και σε ναπολιτάνικο στιλ. Έτσι έκαναν οι Γιόχαν Άντολφ Χάσε (1699-1783), κύριος εκπρόσωπος του στιλ γκαλάντ, Κ. Χάινριχ Γκράουν και Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ. Παράλληλα έκανε την εμφάνισή της μια νέα θεατρική μορφή, το Ζίνγκσπιλ (δράση με τραγούδι), που παγιώθηκε προπάντων από τον Γ. Άνταμ Χίλερ και καλλιεργήθηκε από τους Άντον Σβάιτσερ (1735-1787), Γιόχαν Αντρέ (1741-1799), Κ. Γκότλομπ Νέεφε (1748-1799), Ράιχαρτ και Τσούμστεεγκ. Άσχετα με τις εντατικές προσπάθειες για την επίτευξη ενός εθνικού μελοδράματος αναπτύχθηκε η μεγαλειώδης υπερεθνική μεταρρύθμιση του λυρικού θεάτρου, που επιχείρησε ο Κρίστοφ Βίλιμπαλντ φον Γκλουκ (1714-1787). Σε συνεργασία με τον λιμπρετίστα Ρανιέρι Καλτσαμπίτσι, ο Γκλουκ δημιούργησε ένα νέο είδος μουσικού δράματος, για το οποίο συνέθεσε εκφραστική, απλή και φυσική μουσική. Παραδείγματα της νέας αυτής αντίληψης, που δημιούργησε σχολή, παρουσιάστηκαν στο βιεννέζικο κοινό το 1762 με τα έργα Ορφέας και Ευρυδίκη (Οrfeo ed Εuridice, 1767), με την Άλκηστη (Αlkeste, 1770), με τον Πάρι και Ελένη (Ρaridi ed Εlena). Ακολούθησαν στο Παρίσι σε κείμενα που έγραψαν Γάλλοι λιμπρετίστες, η Ιφιγένεια εν Αυλίδι (Ιphigénie en Αulide, 1774), η Αρμίδη (Αrmide, 1777) και η Ιφιγένεια εν Ταύροις (Ιphigénie en Τauride, 1779). Ο Φραντς Γιόζεφ Χάιντν (1732-1809), που είχε διαμορφωθεί με τα παραδείγματα της βιεννέζικης σχολής και είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον Φ.Ε. Μπαχ, συνέθεσε περίπου εξήντα σονάτες για πιάνο, περίπου ογδόντα κουαρτέτα και πάνω από εκατό συμφωνίες. Ανάμεσα στα τέσσερα ορατόριά του τα σπουδαιότερα είναι Η Δημιουργία (Die Schöpfung) και Οι εποχές του έτους (Die Jahreszeiten), εμπνευσμένα και τα δύο από τις γιορτές στο Λονδίνο προς τιμήν του Χέντελ. Ενώ η τέχνη του Χάιντν μπόρεσε να εκφραστεί πλατιά και γαλήνια, ύστερα από μια μακροχρόνια συνεχή ωρίμαση, εκείνη του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1756-1791) ανακόπηκε απότομα εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του. Η σπουδή των Μπαχ, Χέντελ και Χάιντν συνέβαλε στην κλασική τελειότητα των συμφωνιών του, από το 1773 και πέρα, αφήνοντας ίχνη ακόμα και στη μουσική δωματίου, ιδιαίτερα στα κουιντέτα. Στα μελοδράματά του ο Μότσαρτ έδωσε χαρακτήρες εξαιρετικής διαύγειας και ακρίβειας και, όπως και ο Γκλουκ, με τη γλώσσα της μουσικής ερμήνευσε υψηλά ηθικά νοήματα. Νιώθοντας ιδιαίτερη έλξη για την κωμική όπερα και το Ζίνγκσπιλ, εισήγαγε μερικά χαρακτηριστικά της θεατρικής αυτής μορφής και σε αυτήν ακόμα την τελευταία θεατρική σύνθεσή του Ο μαγεμένος αυλός (Die Ζauberflöte). Προσπάθειες, αγώνες, αντιφατικά αισθήματα, όλα εξετασμένα με την κατανόηση του ανθρώπου που τα έχει νικηφόρα ξεπεράσει, αντικαθρεφτίζονται στη μουσική του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν (1770-1827, βλ. λ.). Η μουσική την εποχή του ρομαντισμού και ο Βάγκνερ. Αν μπορούμε να αποκαλέσουμε κλασική την τέλεια συγχώνευση της μουσικής με την ποίηση, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Φραντς Σούμπερτ (1797-1828) υπήρξε ο κλασικός συνθέτης των lieder της εποχής του ρομαντισμού. Με την καθοδήγηση του Κ.Φ. Τσέλτερ (1758-1832), φίλου και εναρμονιστή πολλών λυρικών ποιημάτων του Γκέτε, διαμορφώθηκε στο Βερολίνο ο Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντι (1809-1847). Τα lieder του και τα φωνητικά (πάνω σε ποιήματα των Χάινε, Γκέτε, Άιχεντορφ, Φος, Ούλαντ και άλλων) και εκείνα για πιάνο, τα λεγόμενα Lieder ohne Worte (τραγούδια χωρίς λόγια) αποτελούν αυθεντικές εικόνες του είδους. Η άλλη μεγάλη αξία του συνθέτη βρίσκεται στο διδακτικό του έργο στη Λειψία, όπου άφησε τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του στο ωδείο που ίδρυσε ο ίδιος το 1843. Και ο Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856), που αγωνίστηκε κατά της παρακμασμένης πιανιστικής παραγωγής των σαλονιών, συνέθεσε μουσική άμεσης εκφραστικότητας. Προτίμησε κομμάτια μικρής έκτασης, όπως οι Νοβελέτες κι η Νυχτερινή μουσική, οι Ρομάντσες κι οι μικρές Σκηνές, εμπνευσμένες μερικές φορές από τίτλους ποιητικών έργων, όπως τα Φανταστικά κομμάτια (Fantasiestücke) και οι Κραϊσλεριάνες (Κreisleriana) από τα διηγήματα του Ερνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν ή τα Λουλουδένια κομμάτια (Βlumenstücke) από τον Γιόχαν Πάουλ Ρίχτερ. Από τη συγχώνευση της μουσικής με την ποίηση γεννήθηκε το νέο μουσικό δράμα, στα μέσα του 19ου αι. Οι πρώτες μελοδραματικές δημιουργίες παρέμειναν όμως στην περιοχή της παράδοσης, όπως η Ούντινε (Undine) του Ε.Τ.Α. Χόφμαν (1776-1822), ο Ελεύθερος σκοπευτής (Freischütz), ο Όμπερον (Οberon) και η Ευρυάνθη (Εurianthe) του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ (1786-1826), τα έργα του βιολονίστα Λούις Σπορ (1784-1859) και εκείνα του Χάινριχ Άουγκουστ Μάρσνερ (1795-1861): Ο βρικόλακας (Der Vampyr), Ο ναΐτης ιππότης και η Εβραία (Der Τempler und die Jüdin) και ο Χανς Χάιλινγκ (Ηans Ηeilling). Ο Γιάκομπ Μάερμπεερ (1791-1864), που έγινε στο Παρίσι συνθέτης μελοδραμάτων, δεν μπορεί να περιληφθεί στην εθνική παράδοση. Όσο για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883), η ρομαντική όπερα αποτέλεσε το έδαφος όπου πειραματίστηκε για τις μεταρρυθμιστικές του ιδέες. Ονειρευόταν ένα μουσικό δράμα, το Wort-Τon-Drama, όπου όλες οι τέχνες θα συνέβαλλαν εξίσου στην απόδοση της δραματικής δράσης, σχηματίζοντας έτσι μια μεγαλειώδη όπερα συνθετικής τέχνης, ένα Gesamtkunstwerk, παγκόσμιου χαρακτήρα. Ψάχνοντας στις παραδόσεις του παρελθόντος, βρήκε τα θέματα για τα έργα του στη γερμανική ιστορία –Ταγχόιζερ (Τannhäuser), Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης (Die Μeistersinger von Νürnberg)– στη γερμανική μυθολογία –Ο ιπτάμενος Ολλανδός (Der fliegende Ηolländer), Λόενγκριν (Lohengrin), Τριστάνος και Ιζόλδη (Τristan und Ιzolde), Πάρσιφαλ (Ρarsifal)– και στους σκανδιναβικούς θρύλους– η τριλογία Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (Der Ring des Νibelungen), που αποτελείται από τον πρόλογο Ο χρυσός του Ρήνου και από τρία μέρη, τις Βαλκυρίες (Die Walküre), τον Ζίγκφριντ (Siegfried) και το Λυκόφως των Θεών (Die Götterdämmerung). Ο Φραντς Λιστ (1811-1886), Γερμανός στην καταγωγή αλλά Ούγγρος στην εθνικότητα, πειραματίστηκε με την ενόργανη μουσική και υπήρξε ο δημιουργός του συμφωνικού ποιήματος. Το είδος αυτό σημείωσε τη μεγαλύτερη άνθησή του στις νατουραλιστικές δημιουργίες του Ρίχαρντ Στράους (1864-1949), Δον Ζουάν (Don Juan), Θάνατος και εξαΰλωση (Τod und Verklarung) και Τιλ Όλενσπιγκελ (Τill Εulenspiegel). Δίπλα στον Στράους πρέπει να μνημονευθεί και ο Χανς Πφίτσνερ (1869-1949) που διαμόρφωσε ένα δικό του ύφος στη μουσική δωματίου. Από αυτήν διαφέρει έντονα η μουσική του Μαξ Ρέγκερ (1873-1916), που σημειώνει στην αρμονία του μια αποφασιστική καμπή προς την ατονικότητα. Μετά τον Βάγκνερ δημιουργήθηκε μια συντηρητική και μια προοδευτική τάση. Οι συντηρητικοί της τελευταίας περιόδου του ρομαντισμού ακολούθησαν τον Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897) που συνέθεσε τα lieder του στην απλή γλώσσα του λαϊκού τραγουδιού, ενώ οι προοδευτικοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Αυστριακός Χούγκο Βολφ (1860-1903), ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ (1854-1921) και ο Όιγκεν Ντ’ Άλμπερτ (1864-1932) ακολούθησαν τον δρόμο που άνοιξαν ο Λιστ και ο Βάγκνερ. Αντίθετα, πάντοτε ζωντανά είναι τα έργα του Ρίχαρντ Στράους. Αυτός προσχώρησε στον ατονικό νατουραλισμό με τη Σαλώμη (Salome) και την Ηλέκτρα (Εlektra), αλλά ξαναγύρισε σε ένα πιο απλό και κλασικίζον μουσικό ύφος στον Ιππότη με το Ρόδο (Der Rosenkavalier) και στην Αριάδνη στη Νάξο (Αriadne auf Νaxos). Η νέα μουσική. Η Νeue Μusik (νέα μουσική) προκάλεσε βαθιά εντύπωση στους νέους μουσικούς, που ο πιο σημαντικός εκπρόσωπός τους στη Γ. έμελλε να είναι ο Πάουλ Χίντεμιτ (1895-1963). Την ίδια περίοδο, οι θεωρητικές απόψεις οδήγησαν τον Άρνολντ Σένμπεργκ στο δωδεκαφωνικό σύστημα, που ενώ στην αρχή είχε αποδοκιμαστεί από το κοινό, υιοθετήθηκε αρκετά πλατιά αργότερα. Οι σύγχρονοι Γερμανοί συνθέτες, κατά ένα μέρος συντηρητικοί οπαδοί του τονικού συστήματος και κατά ένα άλλο μέρος οπαδοί της δωδεκαφωνικής σχολής, πειραματίζονταν με όλα τα μουσικά είδη. Πρώτος ο Χίντεμιτ άνοιξε τον δρόμο στην Gebrauchsmusik (ωφελιμιστική) για τα σχολεία, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και άλλα. Τον ακολούθησαν ανάμεσα στους άλλους οι Πάουλ Ντέσαου, Καρλ Ορφ και Ότμαρ Γκέρστερ. Η μουσική για το θέατρο, η όπερα δηλαδή και το μπαλέτο, εκπροσωπήθηκαν από τους Κουρτ Βάιλ, Γκίζελχερ Κλέμπε και, προπάντων, από τους Ορφ Βέρνερ Εγκ, Μπόρις Μπλάχερ και Χανς Βέρνερ Χέντσε. Η άφθονη δημιουργία μελοδραμάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει το όλο και πιο ζωηρό ενδιαφέρον στη Γ. για το λυρικό θέατρο. Όσο για τη θρησκευτική μουσική, τα σπουδαιότερα ταλέντα ανήκουν στην Προτεσταντική Εκκλησία. Κυριότεροι ανάμεσα σε αυτούς είναι οι Ερνστ Πέπινγκ, Χούγκο Ντίστλερ και Βόλφγκανγκ Φόρτνερ. Νέες προοπτικές δημιουργήθηκαν με την εισβολή της τεχνολογίας στον μουσικό κόσμο. Έτσι γεννήθηκαν οι ηλεκτρονικές συνθέσεις των Χέρμπερτ Άιμερτ και Χάραλντ Γκέντσμερ και εκείνες του Καρλχάιντς Στοκχάουζεν, που έγινε διεθνώς γνωστός. Η απαγόρευση προβολής της εθνικής τους μουσικής, λόγω της συμμαχικής κατοχής της χώρας μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οδήγησε τους Γερμανούς μουσικούς σχεδόν μαζικά στην τεχνοκρατική ηλεκτρονική μουσική, που ανέδειξε εκτός του Στοκχάουζεν πολλούς σημαντικούς μουσικούς. Παράλληλα, η γερμανική αβάν-γκαρντ, που συνδέθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960 με αμερικανικές επιδράσεις, κυρίως από τον χώρο της ροκ, οδήγησε σε μία μουσική καθαρά γερμανική, από την οποία αναδείχθηκαν οι Neu!, οι Can και, πάνω απ’ όλους, οι Kraftwerk, προάγγελοι μιας πληθώρας μουσικών ρευμάτων της ποπ μουσικής (ηλεκτρονική, ντίσκο κλπ.).Ο Κέπλερ και ο Λάιμπνιτς. Η σημαντική συμβολή της Γ. στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής επιστήμης χρονολογείται από τον Μεσαίωνα. Μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης τοποθετείται η μορφή του Ρεγκιομοντάνους (Γιοχάνες Μίλερ από την Κένιχσμπεργκ, 1436-1476), συγγραφέας –μεταξύ άλλων– τριγωνομετρικών πινάκων, ενώ στην κυρίως Αναγέννηση συναντάμε τον Άλμπρεχτ Ντίρερ (1471-1528), χημικό και μαθηματικό, που έγραψε πραγματεία πρακτικής γεωμετρίας. Ο πρώτος όμως μεγάλος Γερμανός επιστήμονας που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη της νεότερης επιστήμης, είναι ο Γιοχάνες Κέπλερ (1571-1630), ο οποίος διατύπωσε τους νόμους που ρυθμίζουν την κίνηση των πλανητών γύρω από τον ήλιο. Ο πλατωνίζων πυθαγορισμός του βρήκε αργότερα την πιο πλήρη έκφρασή του στο μεγάλο θεωρητικό έργο του Αρμονία του κόσμου (Ηarmonices Μundi, 1619), με το οποίο προσπάθησε να εξηγήσει τη δομή του πλανητικού σύμπαντος. Οι τρεις νόμοι του έδωσαν αργότερα στον Νεύτωνα τα στοιχεία για τη διατύπωση των νόμων της βαρύτητας και αποτέλεσαν αναπόσπαστη βάση της ορθολογικής μηχανικής. Στον τομέα της οπτικής η συμβολή του Κέπλερ είναι χωρίς αμφιβολία σπουδαιότερη. Στο έργο του Διοπτρικά (Dioptrice, 1611) διατύπωσε την πρώτη επιστημονική θεωρία για τους φακούς. Μεταξύ Κέπλερ και Λάιμπνιτς βρίσκεται η μορφή του Ότο φον Γκέρικε (1602-1686), εφευρέτη της υδραντλίας. Με τον Γκότφριντ Βίλχελμ φον Λάιμπνιτς (1646-1716) μπαίνουμε σε ένα πλήρες και αυτόνομο πεδίο επιστημονικής έρευνας. Το 1684 δημοσίευσε τη μονογραφία Νέα μέθοδος περί των μεγίστων και ελαχίστων καθώς και των εφαπτομένων (Νova methodus pro maximis et minimis, itemque tangentibus), που περιέχει τη διαφορική παράσταση dx και τους στοιχειώδεις κανόνες του διαφορικού λογισμού. Δύο χρόνια αργότερα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το σημείο του ολοκληρώματος και αμέσως μετά ο ολοκληρωτικός λογισμός. Ο απειροστικός λογισμός υπήρξε ασφαλώς η σπουδαιότερη από τις ανακαλύψεις του Λάιμπνιτς, αλλά δεν υπάρχει τομέας της ανθρώπινης γνώσης για τον οποίο να μην ενδιαφέρθηκε. Μπορούμε για παράδειγμα να αναφέρουμε τις γλωσσολογικές του παρατηρήσεις, τον ιστορικό προσανατολισμό του και τις έρευνές του για τους κανόνες της ετυμολογίας. Ο αιώνας του Διαφωτισμού. Η σκέψη του Λάιμπνιτς διαποτίζει τον ιδιόμορφο ορθολογισμό του Διαφωτισμού. Στο καθαυτό επιστημονικό πεδίο ο Διαφωτισμός αντιστοιχεί σε έναν αιώνα διαμόρφωσης. Το ενιαίο της γνώσης διασπάται καθώς η ειδίκευση γίνεται ανάγκη. Νέες επιστήμες δημιουργήθηκαν και άρχισαν να διδάσκονται. Έτσι ο Γ.Φ. Βολφ διατύπωσε τη θεωρία της επιγένεσης (1759), μακρινή πρόγονο των εξελικτικών θεωριών, ενώ ο Κρίστιαν Βολφ έγραψε τις πρώτες πραγματείες για την ψυχολογία. Ο Λάιμπνιτς, μαζί με άλλους, πρότεινε την ίδρυση σχολής οικονομικών σπουδών και το 1727 ιδρύθηκε στη Χάλε η πρώτη έδρα οικονομικών επιστημών, όπου διδάσκονταν οικονομία, τέχνες και επαγγέλματα, καθώς και θεωρία διοίκησης. Εκείνος όμως που συγκέντρωσε τις σκόρπιες γνώσεις για τις τέχνες και τα επαγγέλματα είναι ο Γιόχαν Μπέκμαν (1739-1811), που αφού τις υπέβαλε σε επιστημονική ανάλυση, τις περιέλαβε στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, ιδρύοντας έναν νέο κλάδο, την τεχνολογία (Εισαγωγή στην τεχνολογία, 1777). Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό συμπληρώνεται με το έργο δύο μεγάλων ανδρών, που ενσαρκώνουν το γερμανικό πνεύμα: του Καντ και του Γκέτε. Ο φιλόσοφος Εμάνουελ Καντ (1724-1804) παίρνει ως αφετηρία των φιλοσοφικών του θεωριών τη νευτώνεια επιστήμη και στην Κριτική του καθαρού λόγου (Κritik der reinen Vernunft, 1781) δίνει εξαντλητικές απαντήσεις στα ερωτήματα για τις δυνατότητες της επιστήμης. Μια μαθηματική επιστήμη δεν είναι δυνατή παρά μόνο χάρη στην a priori μη εμπειρική σύνθεση, χάρη σε μια οικοδόμηση στις καθαυτό μορφές της ενόρασης, που είναι ο χώρος και ο χρόνος. Το ίδιο και μια επιστήμη της φύσης θα είναι δυνατή μόνο αν μια καθορισμένη ύλη, προσφερόμενη μέσω των αισθήσεων, συνενωθεί με τη γνώση. Τα συμπεράσματα αυτά του Καντ –Κριτική του πρακτικού λόγου (Κritik der praktischen Vernunft, 1788) και Κριτική της δυνάμεως της κρίσεως (Κritik der Urteilskraft, 1790)– επέτρεψαν τη θεμελίωση της επιστήμης αποκλειστικά στη δομή της ανθρώπινης γνώσης. Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε (1749-1832), αντίθετα, αρνείται την αναλυτική γνώση του Καντ καθώς και την επιστήμη του Νεύτωνα και επιμένει στην «αντικειμενική και ελεύθερη έννοια της φύσης». Όπως και στη σκέψη της Αναγέννησης, ο άνθρωπος και το σύμπαν αποτελούν εκ νέου μια ενότητα και τα φαινόμενα της φύσης δεν αντιπροσωπεύουν παρά τις τροποποιήσεις των ιδεών ενός πνεύματος-δημιουργού. Ο ιδεαλισμός και οι επαναστατικές συνέπειές του. Ο γερμανικός ιδεαλισμός εκφράζει εννοιολογικά την ίδια ορμητική τάση προς την ενότητα και προς το απόλυτο που εξέφραζε ο ρομαντισμός και η φιλοσοφία της φύσης (Νaturphilosophie) του Γκέτε. Αντίθετα με τον Διαφωτισμό, ο Φρίντριχ Βίλχελμ Σέλινγκ (1775-1854), και μαζί με αυτόν όλοι οι μετακαντιανοί, απορρίπτουν τις ορθολογικές ταξινομήσεις. Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ (ή Έγελος, 1770-1831) υπήρξε η ζωντανή εγκυκλοπαίδεια της περιόδου εκείνης. Η εγελιανή μέθοδος είναι η διαλεκτική, ικανή να ξεπεράσει την αρνητικότητα που είναι έμφυτη στα φαινόμενα όταν τα παίρνουμε μεμονωμένα, ολοκληρώνοντάς τα διαδοχικά (μέσω της τριάδας: θέση, αντίθεση, σύνθεση) ως στιγμές μιας ζωντανής προόδου προς το απόλυτο. Το συνολικό σχήμα καθορίζεται από την τριάδα, είναι, φύση και πνεύμα, αλλά το διαλεκτικό πρότυπο αναπαράγεται απεριόριστα στο εσωτερικό καθενός από τους τρεις αυτούς όρους. Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883), ξεκινώντας από εγελιανές αριστερές θέσεις, φτάνει σε μία ριζοσπαστική φιλοσοφική θέση, που συνεπάγεται μία επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας. Στο Κεφάλαιο (Das Κapital) ο Μαρξ διατυπώνει μια αυστηρά ακριβή ανάλυση της οικονομικής λειτουργίας της αστικής τάξης. Σύμφωνα με την τελεολογική θεωρία του, τη μειονότητα των εκμεταλλευτών, που ιδιοποιούνται τους καρπούς της εργασίας του προλεταριάτου, θα διαδεχτεί με επανάσταση η εξουσία του ίδιου του προλεταριάτου, που θα βάλει τέρμα στην αστική κοινωνία. Οι επιστημονικές εξελίξεις του 19ου και του 20ού αι. Κατά τον 19ο αι. παρατηρείται στη Γ. μια ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης. Της μεγάλης αυτής κίνησης προηγήθηκε η ασκητική μορφή μιας μαθηματικής μεγαλοφυΐας, της μεγαλύτερης ίσως που έζησε ποτέ, του Καρλ Φρίντριχ Γκάους (1777-1855). Η σύλληψη των μαθηματικών από τον Γκάους ήταν όσο γινόταν πιο μοντέρνα. Από το 1816 είχε πειστεί ότι ήταν αδύνατον να αποδειχτεί το αξίωμα των παραλλήλων του Ευκλείδη και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μπορούσαν να υπάρξουν και μη ευκλείδειες γεωμετρίες. Σύμφωνα με τις γεωμετρίες αυτές, από ένα εξωτερικό σημείο σε μια ευθεία μπορούν να χαραχτούν τουλάχιστον άλλες δύο παράλληλες ευθείες και όχι μία μόνο, όπως αναφέρει το σχετικό αξίωμα της κλασικής γεωμετρίας. Περίφημοι εξάλλου μένουν οι σοφοί υπολογισμοί του για την τροχιά της Δήμητρας, του πρώτου αστεροειδούς που είχε ανακαλύψει ο Τζουζέπε Πιάτσι. Υπήρξε σπουδαίος τοπολόγος, μελέτησε την οπτική και την κρυσταλλογραφία, καθώς επίσης τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό. Μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, το πανεπιστήμιο του Βερολίνου αναδιοργανώθηκε και αποτέλεσε πρότυπο για τη διδασκαλία και την επιστημονική έρευνα. Στον τομέα της ιατρικής αρκεί να αναφέρουμε τον Ρόμπερτ Κοχ (1843-1910), τον ιδρυτή μαζί με τον Παστέρ της μικροβιολογίας. Το 1882 ανακάλυψε τον βάκιλο της φυματίωσης και τρία χρόνια αργότερα της χολέρας. Τον 19ο αι. η επιστήμη των μαθηματικών διατηρήθηκε στην υψηλή στάθμη που την είχε ανεβάσει ο Γκάους. Αξίζει να αναφέρουμε τους Καρλ Γκούσταφ Γιάκομπι (1804-1851) και Μπέρναρντ Ρίμαν (1826-1866). Η σχολή του Βερολίνου προσπάθησε, ανάμεσα στις άλλες έρευνες, να αποσαφηνίσει τις θεμελιώδεις έννοιες των μαθηματικών: τον αριθμό, τη συνάρτηση και την παράγωγο. Ο Φέλιξ Κλάιν (1849-1925) πρότεινε μια ταξινόμηση των γεωμετρικών ιδιοτήτων. Ο Γκέοργκ Κάντορ (1845-1918) διατύπωσε το πρώτο ακριβές και πλήρες σύστημα μαθηματικής λογικής. Μια γερμανική παράδοση στον τομέα της φυσικής χρονολογείται από τον 19ο αι. Το 1823, ο Γιόχαν Ζέεμπεκ ανακάλυψε τη θερμοηλεκτρική ισχύ και αυτό επέτρεψε στον Γκέοργκ Ζίμον Ομ (1787-1854) να διατυπώσει τον νόμο του που καθορίζει τη σχέση μεταξύ της ηλεκτρεγερτικής δύναμης, της έντασης του ρεύματος και της αντίστασης. Ο Χάινριχ Ρούντολφ Χερτζ (1857-1894) είναι γνωστός προπάντων για τις εργασίες του επί του ηλεκτρομαγνητισμού και απέδειξε πειραματικά την ηλεκτρομαγνητική φύση του φωτός, που είχε ήδη επιβεβαιώσει ο Μάξγουελ. Ο γιατρός Γ. Ρόμπερτ φον Μάγερ (1814-1878) διατύπωσε την αρχή της διατήρησης της ενέργειας, κατά την οποία η ποσότητα ενέργειας στο σύμπαν είναι πάντοτε σταθερή. Ο Ρούντολφ Κλαούζιους (1822-1888) θεμελίωσε μαζί με τον Γουίλιαμ Τόμσον (λόρδο Κέλβιν) τη θερμοδυναμική και καθόρισε τους αρχικούς νόμους της. Οι ενοποιητικές τάσεις είναι ακόμα πιο έκδηλες στο έργο του Γκούσταφ Ρόμπερτ Κίρχοφ (1824-1887), ο οποίος πρότεινε μια λογική σύνθεση της μηχανικής, απορρίπτοντας τον ορισμό της δύναμης και θεωρώντας επαρκή τον νευτώνειο νόμο που ορίζει τη δύναμη ως προϊόν της μάζας επί την επιτάχυνση. Η κριτική εργασία που υπέβαλε σε αυστηρή εξέταση την κλασική μηχανική και τη θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού κατέληξε, τον 20ό αι., σε δύο νέες θεωρίες που έθεσαν σε αμφισβήτηση την εικόνα του κόσμου που κληρονομήσαμε από τη νευτώνεια επιστήμη. Πρόκειται για τη θεωρία της σχετικότητας και τη θεωρία των κβάντα: στην αρχή και της μίας και της άλλης βρίσκονται δύο Γερμανοί επιστήμονες, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955) και ο Μαξ Πλανκ (1858-1947). Η θεωρία της σχετικότητας προκάλεσε πολλαπλές πολεμικές, που σήμερα έχουν πια σβήσει. Έγινε φανερό ότι αντί να ανατινάξει στον αέρα το οικοδόμημα της κλασικής μηχανικής, η θεωρία αυτή το συμπληρώνει και αποτελεί το επιστέγασμά της. Πολύ διαφορετικά παρουσιάζεται η θεωρία των κβάντα, που αποτελεί ένα καθαυτό γκρέμισμα των μεθοδολογικών κανόνων της σύγχρονης επιστήμης, με την εισαγωγή στοιχείων ριζικά ασυνεχών και την αντικατάσταση της στενής αιτιοκρατίας στο πεδίο της μικροφυσικής με τη στατιστική ερμηνεία. Τον 20ό αι., στον τομέα της σκέψης, η γερμανική κουλτούρα συνέχισε τον δικό της δρόμο. Ο Έντμουντ Χούσερλ (1859-1938) στο έργο του Λογικές Έρευνες αναπτύσσει καθαρή λογική, ανεξάρτητη της ψυχολογίας. Αλλά κατά τη δεκαετία 1930-40 παρατηρήθηκε η μετανάστευση σημαντικού μέρους των Γερμανών επιστημόνων, φιλοσόφων και συγγραφέων. Διάσημοι φυσικοί και βιολόγοι, γερμανικής καταγωγής, κατέφυγαν στις ΗΠΑ, στην Αγγλία και σε αυτήν ακόμα την πρώην Σοβιετική Ένωση. Μετά τη γερμανική ήττα του 1945 παρατηρήθηκε μια εξαγωγή πολυάριθμων επιστημόνων στις νικήτριες χώρες. Η οικονομική όμως αναγέννηση επέτρεψε στη χώρα να ανακτήσει τις προηγούμενες θέσεις, να γίνει και πάλι μία από τις μεγάλες βιομηχανικές δυνάμεις και μία από τις χώρες με την πιο υψηλή στάθμη ανάπτυξης στον κόσμο. Η Ανατολική Γ. υπέστη περισσότερο από τη Δυτική τις συνέπειες του πολέμου και η επιστημονική συμβολή της –αλλά και οι ίδιοι οι επιστήμονές της– απορροφήθηκε από τη Σοβιετική Ένωση. Αναφέρουμε για παράδειγμα τον φυσικό Μ. φον Αρντένε και τον φιλόσοφο Ρ. Χάφεμαν, κριτικό και αναθεωρητή του συστήματος. Αλλά και στη Δυτική Γ., η κοινωνία της ευημερίας, αντιδεοντολογική, τεχνοκρατική και καταναλωτική, που διαμορφώθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια, είχε και αυτή τους κριτικούς της, τους φιλοσόφους της και τους προσεκτικούς παρατηρητές της. Ανάμεσα σε αυτούς, εξέχουσα θέση κατέχει ο Τέοντορ Βίζενγκρουντ Αντόρνο (1903-1969), φιλόσοφος και μουσικολόγος, που, διαμορφωμένος κάτω από το φως των κυριότερων πρόσφατων και σύγχρονων ρευμάτων σκέψης, κατέδειξε από τους πρώτους ότι η εκβιομηχάνιση είναι υπεύθυνη για την αλλοτρίωση της καλλιτεχνικής υποκειμενικότητας και για την κοινωνική ισοπέδωση. Ο Αντόρνο και οι υπόλοιποι στοχαστές της αποκαλούμενης Σχολής της Φρανκφούρτης (Μαρκούζε κ.ά.) ήταν και οι πρώτοι που υπέβαλαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό σε κριτική από αριστερά, δημιουργώντας το έδαφος για πιο γόνιμες συζητήσεις στα τέλη του 20ού αι., με την πτώση του Ανατολικού μπλοκ και την ενοποίηση της Γ.Η Γ. αμφιταλαντεύεται αιώνια ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, ανάμεσα στην παράδοση και στην πρόοδο, και αυτός ο δυϊσμός αποτελεί μία από τις πιο συνταρακτικές της πλευρές. Σε ό,τι αφορά τις κατακτήσεις της τεχνικής και τα μέσα που κάνουν πιο άνετη τη ζωή του, ο Γερμανός είναι έτοιμος να δεχτεί με ενθουσιασμό κάθε νεωτερισμό, να πάρει την ξένη εφεύρεση για να την τελειοποιήσει και να την κάνει κτήμα του. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει μια βαθιά και φανερή νοσταλγία του παρελθόντος. Οι εκκλησίες, τα κτίρια, τα φροντισμένα μουσεία, οι μεσαιωνικές γειτονιές, οφείλουν την επιβίωσή τους σε αυτή τη ρομαντική προσκόλληση στο παρελθόν. Συμβαίνει πολύ συχνά ο τυπικός Γερμανός να ταυτίζεται με τον Πρώσο, αλλά στην πραγματικότητα λίγοι λαοί παρουσιάζουν τέτοια ποικιλία ανθρώπινων τύπων όπως ο γερμανικός. Οι κληρονομημένες διαφορές από τις αρχαίες εθνικές ομάδες, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σημερινής Γ., συναντώνται και στην ποικιλία των διαλέκτων, οι οποίες μεταφέρονται στην εθνική γλώσσα με σημαντικές διαφορές στην προσφορά από περιοχή σε περιοχή. Παγανιστικές και άλλες γιορτές. Το γερμανικό τοπίο, όπως παρουσιάζεται στους αρχαίους γερμανικούς θρύλους, υποβάλλει πάντοτε, με τα σκοτεινά και βαθιά του δάση, την ιδέα για κάτι άγριο, ρομαντικό, μυστηριακό. Είναι το δάσος των παραμυθιών της παιδικής ηλικίας, είναι το φόντο στα περίφημα παραμύθια των αδελφών Γκριμ ή σε άλλα που κεντρίζουν τα όνειρα των παιδιών όλου του κόσμου. Από τα δέντρα, εκείνο που λατρευόταν περισσότερο από τους δρυίδες ήταν η δρυς, αφιερωμένη στον θεό του κεραυνού, Ντόναρ. Το γκι, που ακόμα και σήμερα θεωρείται φυλαχτό, ήταν ιερό, ιδιαίτερα αν βρισκόταν πάνω σε μία βελανιδιά: πίστευαν πως αντιπροσώπευε το πνεύμα της, καθώς εξακολουθούσε να πρασινίζει και τον χειμώνα που το ιερό δέντρο έχανε όλα του τα φύλλα. Η λατρεία των δέντρων επιζεί και στις μέρες μας. Αυτό μαρτυρείται από την πολύ σημαντική θέση που έχει το δάσος στη γερμανική ποίηση και μουσική, την απέχθεια για το κόψιμο ενός παλαιού δέντρου και την περιποίηση των δασών. Αν και είναι μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες του κόσμου, η Γ. παραμένει χωρίς αμφιβολία και μία από τις πλουσιότερες σε δάση. Αφού νικήθηκε η δύναμη του χειμώνα, η οποία συμβολίζεται με τις μάγισσες, αρχίζει ο θρίαμβος της ωραίας εποχής των λουλουδιών και των καρπών. Την πρώτη ημέρα του Μάη, όταν με το ξημέρωμα τελειώνει η Βαλπούργεια νύχτα, μέσα στη γενική αγαλλίαση, στήνεται στις πλατείες το σύμβολο του πιο ευτυχισμένου μήνα, το Μaibaum (δέντρο του Μάη), που είναι ένας πολύ ψηλός στύλος, στολισμένος στην κορυφή με ένα μεγάλο στεφάνι πλεγμένο με φύλλα και λουλούδια και διακοσμημένο με μακριές κορδέλες. Το έθιμο να στήνεται το δέντρο του Μάη στις πλατείες έχει τις καταβολές του στην αρχαιότητα. Μετά τον θερισμό αρχίζουν οι γιορτές της συγκομιδής. Παλιά, άφηναν στο χωράφι ένα κομμάτι αθέριστα στάχυα, που τα έπλεκαν προς τιμήν της Χούλντα, θεάς της γονιμότητας, από την οποία εξαρτιόταν ο καλός και ο κακός καιρός. Στη γιορτή της ευχαριστίας συμμετέχουν όλοι, από το αφεντικό μέχρι τον τελευταίο παραγιό. Και ο τρύγος προσφέρει την ευκαιρία για μεγαλόπρεπους εορτασμούς: οι οινοπαραγωγικές περιοχές κατά μήκος του Ρήνου, του Μοζέλα και του Νέκαρ μεταμορφώνονται σε ένα απέραντο πάρκο διασκεδάσεων, όπου ξεχύνεται ένα ξένοιαστο πλήθος, που φαίνεται μεθυσμένο από τη μυρωδιά του μούστου που πλανιέται στον αέρα. Για να πάρει κανείς μία ιδέα με την πρώτη ματιά για το ποια είναι η διασκέδαση που αρέσει στους Γερμανούς, δεν έχει παρά να περάσει μία μέρα στο Λιβάδι του Οκτώβρη, στο Μόναχο, όταν για δύο εβδομάδες γίνεται στον ανοιχτό αυτό χώρο ένα από τα πιο μεγάλα πανηγύρια του κόσμου. Η Οktoberfest (γιορτή του Οκτωβρίου) γεννήθηκε το 1810, με την ευκαιρία του γάμου του διαδόχου της Βαυαρίας Λουδοβίκου με την πριγκίπισσα της Σαξονίας Θηρεσία. Πρόκειται για μία γιορτή αγροτικού τύπου, που με το πέρασμα του χρόνου έγινε μία από τις πιο ξέφρενες εκδηλώσεις χαράς που έχει δώσει το φολκλόρ όλων των καιρών. Σήμερα, μέσα σε μια φανταστική ποικιλία από ατραξιόν, υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής: η μπίρα. Χιλιάδες άτομα κάθονται, ακουμπισμένα το ένα με την πλάτη στο άλλο, μέσα σε μία ατμόσφαιρα που από την εγκαρδιότητα φτάνει φυσικά και αυθόρμητα στην εξοικείωση που γεννιέται από το κοινό γλέντι. Στη Γ. ζουν το καρναβάλι όσο σε λίγα έθνη της Ευρώπης. Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε δύο πλευρές αυτής της γιορτής: την κυρίως φολκλορική, που περιλαμβάνει παράξενα έθιμα πανάρχαιας προέλευσης, τα οποία εξακολουθούν να διατηρούν τη ζωντάνια τους στην ύπαιθρο και τη μοντέρνα και αστική πλευρά. Και δεν θα μπορούσε εύκολα να πει κανείς ποια από τις δύο είναι η πιο αξιοπερίεργη. Το χαρούμενο κρεσέντο της ευθυμίας, από την Τσικνοπέμπτη μέχρι την επόμενη Τρίτη, διακόπτεται όμως απότομα. Οι γλεντοκόποι πετούν στάχτη στα μαλλιά τους και αρχίζει η Σαρακοστή. Ο καρνάβαλος κατεβαίνει από τον χάρτινο θρόνο του, εξαφανίζονται οι μάσκες και τα στολίδια και όλοι επιστρέφουν και πάλι στην πραγματικότητα. Ένα είδος εκδήλωσης, ιδιαίτερα αγαπητό στον γερμανικό λαό, που αποδεικνύει την προσήλωσή του στην παράδοση, είναι οι γιορτές που θυμίζουν κάποιο αρχαίο ιστορικό γεγονός. Μέσα σε αυτές τις μνήμες σημαντική θέση κατέχει ο πριγκιπικός γάμος του Λάντσουτ, που θυμίζει τον θρυλικό γάμο του Γεωργίου, γιου του Λουδοβίκου του πλουσίου, αφέντη της πόλης, με την Πολωνέζα πριγκίπισσα Εδβίγη, το 1475. Αυτός ο γάμος γιορτάζεται κανονικά κάθε τρία χρόνια, σε τρία διαδοχικά Σάββατα και Κυριακές, κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο, με τη συμμετοχή χιλιάδων ηθοποιών και κομπάρσων που φορούν κοστούμια της εποχής. Με τις παραδόσεις των συντεχνιών συνδέεται η κούρσα των βοσκών στο Μαρκγκρένινγκεν, την παλαιά ελεύθερη πόλη, όπου φυλασσόταν το αυτοκρατορικό λάβαρο που είχε παραδοθεί στους σουηβικούς λαούς. Σε αυτή την πόλη είχε την έδρα του από τον 14ο αι. το Δικαστήριο των Βοσκών, που η συντεχνία τους ήταν πολύ ισχυρή. Κάθε χρόνο στις 28 Αυγούστου, ημέρα του Αγίου Βαρθολομαίου, οι βοσκοί έρχονται στο Μαρκγκρένινγκεν και με ένα τυπικό που έμεινε αμετάβλητο εδώ και εξακόσια χρόνια γιορτάζουν τον άγιό τους. Απεναντίας, οι γιορτές που γίνονται στο Χάμελν τον Μάιο και τον Σεπτέμβριο είναι εμπνευσμένες από έναν περίφημο θρύλο: του Rattenfänger (γητευτής των ποντικών), ο οποίος, μην έχοντας ανταμειφθεί για το γεγονός ότι γλίτωσε την πόλη από τους ποντικούς που τη λυμαίνονταν, εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του και όλα τα παιδιά του τόπου. Χορός. Το πάθος των Γερμανών για τη μουσική είναι επίσης παροιμιώδες. Ο χορός έχει μεγάλη θέση στις γιορτές του γάμου ή της συγκομιδής. Αν και οι μοντέρνοι ρυθμοί έχουν διαδοθεί ευρύτατα στην ύπαιθρο, οι παλαιοί φολκλορικοί χοροί δεν έχουν εκθρονιστεί. Ο γερμανικός λαϊκός χορός που κατέχει δικαιωματικά την πρώτη θέση είναι ο Schwertertanz (χορός των σπαθιών). Ότι ο χορός αυτός είναι αρχαιοτάτης καταγωγής μας το επιβεβαιώνει ο Τάκιτος, ο οποίος στη Γερμανία του, μιλάει για ένα παράξενο αθλητικό παιχνίδι που εκτελούσαν οι νέοι με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και χάρη: δηλαδή να πηδούν γυμνοί «ανάμεσα σε κοντάρια και σπαθιά που τους σημάδευαν απειλητικά». Αθλητισμός. Αν με τη φράση αθλητικό έθνος εννοούμε το έθνος όπου όλοι κάνουν σπορ, εκμεταλλευόμενοι και τον παραμικρό ελεύθερο χρόνο τους και όπου κάθε πόλη καυχιέται πως έχει ένα στάδιο, ένα γυμναστήριο, μία πισίνα, τότε η Γ. είναι ένα κατεξοχήν αθλητικό έθνος. Ο λόγος αυτής της τόσο διαδεδομένης δραστηριότητας σε ολόκληρο τον πληθυσμό δεν είναι η αναζήτηση της ψυχαγωγίας ή η έννοια της άμιλλας, αλλά η λατρεία του σώματος, η έμμονη ιδέα της υγιεινής και, για ορισμένα αθλήματα τουλάχιστον, η επιθυμία της επαφής με τη φύση. Όλοι κάνουν σπορ και γι’ αυτό οι γυμναστικοί όμιλοι παίζουν σπουδαίο κοινωνικό ρόλο. Ο ελαφρύς αθλητισμός είναι πολύ διαδεδομένος και σε αυτόν τον τομέα η Γ. έχει δώσει τις καλύτερες αποδείξεις. Το ποδόσφαιρο και η ποδηλατοδρομία είναι πολύ δημοφιλή. Η κωπηλασία και το ψάρεμα είναι επίσης ιδιαίτερα διαδεδομένα. Συνηθίζονται και τα χειμερινά σπορ. Οι αγώνες με μοτοσικλέτες και οι αυτοκινητοδρομίες έχουν επίσης πολλούς πιστούς φίλους, όπως και οι ιπποδρομίες που διεξάγονται σε όλες τις σημαντικές πόλεις. Ωστόσο, το πιο λαϊκό σπορ παραμένει πάντα αυτό που είναι το πιο απλό και το πιο ενστικτώδες: η πεζοπορία. Χειροτεχνία. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς κλάδους της γερμανικής χειροτεχνίας έχει σχέση με τα παιδικά παιχνίδια και ιδιαίτερα τις κούκλες, στις οποίες είναι αφιερωμένο ολόκληρο τμήμα του Εθνικού Μουσείου της Νυρεμβέργης. Το ξύλο ήταν πάντοτε ένα από τα προτιμώμενα υλικά της χειροτεχνίας. Μία από τις περιοχές που διακρίνονται σε αυτό τον τομέα είναι η Βαυαρία. Ιδιαίτερα πρέπει να αναφερθούν τα περίφημα βαυαρέζικα κουδούνια, στρογγυλά, στεφανωμένα με φιγούρες που παριστάνουν τα αντιπροσωπευτικά πρόσωπα των μύθων. Στο Ομπεραμεργκάου η ξυλογλυπτική έχει πολύ μακρινή καταγωγή. Με τις αποκριάτικες μάσκες του Μέλανα Δρυμού (Σβάρτσβαλτ) μπαίνουμε στον μυστηριώδη κόσμο των προχριστιανικών τελετουργιών. Εδώ κληροδοτείται από πατέρα σε γιο το επάγγελμα του σχεδιαστή προσωπίδων, οι οποίες στο τέλος σκαλίζονται πάνω στις βρύσες που στέκουν στις άκρες των δρόμων. Το Σβάρτσβαλτ έχει γίνει συνώνυμο των ρολογιών με τον κούκο. Ό,τι πριν από πολλούς αιώνες ήταν μία σεμνή χειροτεχνία έχει εξελιχθεί σήμερα σε σπουδαία βιομηχανική δραστηριότητα. Άλλος κλάδος της χειροτεχνίας που έχει εξελιχθεί σε σπουδαία βιομηχανία είναι εκείνος της φυσαρμόνικας. Το περίφημο ειδικό εργοστάσιο της Hohner, στο Τρόσινγκεν της Σουηβίας, ιδρύθηκε το 1857 από τον επινοητικό ωρολογοποιό Ματίας Χόνερ, με τη βοήθεια της γυναίκας του και των γιων του. Μεγάλη διάδοση στις ορεινές ζώνες έχει η πυρογραφία, που χρησιμοποιείται στη διακόσμηση κουτιών, πιάτων και κάθε λογής αντικειμένων. Σε κάθε γερμανικό σπίτι, το καύχημα της νοικοκυράς είναι η βιτρίνα μέσα στην οποία αστράφτουν, οι πορσελάνες της οικογένειας. Σύμβολο της παλαιάς λάμψης, οι πορσελάνες Μάισεν ή Ρόζενταλ θεωρούνται κάτι σαν οικογενειακά κοσμήματα. Το πρώτο εργοστάσιο πορσελάνης στην Ευρώπη ιδρύθηκε στο Μάισεν το 1710. Η πορσελάνη Ρόζενταλ εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αι. Ένα από τα πιο γνωστά προϊόντα της γερμανικής χειροτεχνίας τερακότας είναι τα μπουκάλια για την μπίρα. Τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά είναι τα λεγόμενα του συντάγματος, που πάνω σε σκούρο φόντο φέρουν ζωγραφισμένες με ζωηρά χρώματα σκηνές από τη στρατιωτική ζωή του 19ου αι.Η Ευαγγελική Εκκλησία και οι θρησκευτικές γιορτές. Το 725, ο άγιος Βονιφάτιος, ο επιλεγόμενος απόστολος της Γ., πρώτος αρχιεπίσκοπος της Γ. και από τους πρωτεργάτες του εκχριστιανισμού εκείνων των λαών, γκρέμισε τη δρυ του Ντόναρ που ήταν το πιο διάσημο έμβλημα της αρχαίας γερμανικής θρησκείας. Τη λατρεία της φύσης αντικαθιστούσε έτσι η λατρεία ενός θεού δημιουργού του κόσμου. Άλλη θεμελιακή ημερομηνία είναι η 31η Οκτωβρίου 1517, όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος ανάρτησε στην πύλη του καθεδρικού ναού της Βίτενμπεργκ τις 95 θέσεις που θα προκαλούσαν τη μεγαλύτερη θρησκευτική επανάσταση που ακολούθησε. Το λουθηρανικό δόγμα, που η επίσημη ονομασία του είναι Ευαγγελική Εκκλησία, αποκλείει την προσκύνηση των αγίων και της Παναγίας· μόνο στην Αγία Τριάδα μπορούν να απευθύνονται προσευχές, αν και δεν υπάρχει η συνήθεια να γίνεται το σημείο του σταυρού. Δεν υπάρχει επομένως το ημερολόγιο των αγίων ούτε γιορτάζεται η ονομαστική εορτή. Στη λατρεία έχουν καταργηθεί οι εικόνες και τα λείψανα. Στις εκκλησίες υπάρχει μόνο ο Εσταυρωμένος και το μοναδικό στολίδι που επιτρέπεται στον βωμό είναι τα βιτρό, που αναπαριστούν σκηνές από τη Βίβλο ή τους τέσσερις ευαγγελιστές. Οι υποχρεώσεις της λουθηρανικής θρησκείας είναι περιορισμένες. Η μετάληψη και η λειτουργία της Κυριακής δεν είναι υποχρεωτικές. Η προφορική εξομολόγηση δεν συνηθίζεται, μια και οι πιστοί εξομολογούνται σιωπηλά στον Θεό. Η πρώτη μετάληψη ονομάζεται Κonfirmation και συνενώνεται με το μυστήριο του χρίσματος. Η κατάλληλη ηλικία για το μυστήριο αυτό είναι γενικά από τα 14 έως τα 16 χρόνια, όταν το παιδί έχει ήδη κάποια ωριμότητα και μπορεί να αντιληφθεί τη σημασία της υποχρέωσης που αναλαμβάνει. Η κατηχητική προετοιμασία διαρκεί δύο χρόνια και γίνεται από τον πάστορα. Σημαντικότατο ρόλο παίζει η Βίβλος στη θρησκευτική ζωή των Γερμανών. Κάθε σπίτι έχει ένα αντίτυπο που περνά από πατέρα σε γιο και στις πρώτες σελίδες του έχει το γενεαλογικό δέντρο και τις ημερομηνίες γέννησης, βάπτισης, μετάληψης και θανάτου των μελών της οικογένειας. Η μετάφραση της Βίβλου από τον Λούθηρο δεν υπήρξε μονάχα θρησκευτικό αλλά και πολιτιστικό γεγονός πρώτου μεγέθους, επειδή με αυτό τον τρόπο έγινε και ο ανανεωτής της γερμανικής γλώσσας. Από τους ψαλμούς της Βίβλου είναι άλλωστε εμπνευσμένα τα λειτουργικά άσματα, πολλά από τα οποία έχουν γραφτεί από τον ίδιο τον Λούθηρο. Με συνοδεία οργάνου, είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας λειτουργίας που γίνεται αποκλειστικά σε γερμανική γλώσσα. Κάθε πιστός έχει μπροστά του το Βιβλίο των Ύμνων: οι ύμνοι που πρόκειται να ψάλλουν οι πιστοί κατά τη λειτουργία σημειώνονται με τον αριθμό τους σε έναν πίνακα που μπορούν να τον βλέπουν όλοι. Καθώς είναι μικρότερη η σημασία και ο αριθμός των μυστηρίων, που ο Λούθηρος τα περιόρισε σε τρία (βάπτιση, ευχαριστία και εξομολόγηση), φυσικό είναι πως και η θέση του ιερέα, που είναι ο λειτουργός τους, επενδύεται με μικρότερη εξουσία. Ο ιερέας, περισσότερο και από μεσολαβητής προς τον Θεό, είναι ένας αδελφός που βοηθά και συμβουλεύει αλλά δεν αποφασίζει: μοιράζεται τις ευθύνες και τις ανησυχίες των ανθρώπων. Η αγαμία του κλήρου δεν είναι υποχρεωτική. Γενικά, οι ιερείς είναι παντρεμένοι και η σύζυγος έχει την υποχρέωση να βοηθά τον άντρα της στην περίθαλψη των φτωχών. Όλες οι διαμαρτυρόμενες εκκλησίες ανήκουν στην Ευαγγελική Γερμανική Εκκλησία (Εvangelische Κirche Deutschlands), επικεφαλής της οποίας είναι ο επίσκοπος του Βερολίνου. Τα Χριστούγεννα είναι, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη γιορτή στη Γ. και γενικότερα στις βόρειες χώρες. Πολλές συζητήσεις γίνονται για την παράδοση του χριστουγεννιάτικου δέντρου, που επιβλήθηκε και στις νότιες χώρες της Ευρώπης (καθολικές και ορθόδοξες), υποκαθιστώντας τη φάτνη (που ήταν ιταλικής προέλευσης). Μερικοί υπενθυμίζουν τα πράσινα κλαδιά των ειδωλολατρικών τελετών κατά τα Σατουρνάλια. Άλλοι ανατρέχουν στον Λούθηρο και στη συγκίνηση που ένιωσε καθώς, επιστρέφοντας σπίτι του μια νύχτα των Χριστουγέννων μέσα από ένα δάσος, αντίκρισε τα άστρα να λάμπουν ανάμεσα από τους κλώνους των δέντρων και θέλησε έπειτα να μεταφέρει αυτή τη συγκίνηση στους οικείους του. Άλλοι, τέλος, θέλουν να αναγνωρίσουν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο το δέντρο του καλού και του κακού, που εμφανιζόταν στις σκηνές των μεσαιωνικών μυστηρίων στολισμένο με καρπούς, για να υπενθυμίζει την εκδίωξη των προπατόρων μας από τον Παράδεισο και με όστιες, για να προαναγγέλλει τη λύτρωση της ανθρωπότητας από τον Ιησού. Πεισματικά διατηρούνται σε βόρειες περιοχές, ιδιαίτερα στη Βαλτική, μερικά έθιμα που φαίνεται να ανάγονται σε σκανδιναβικούς μύθους και τελετές, με παγανιστική απόχρωση. Ένα από αυτά είναι το Julklapp: τη νύχτα των Χριστουγέννων, μερικά άτομα, καβαλικεύοντας τράγους, πετούν δώρα μέσα στα σπίτια που τα συνοδεύουν με πειράγματα ή ερωτικές κουβέντες και έπειτα τρέπονται σε φυγή για να μην τους αναγνωρίσει κανείς. Στα βορινά χωριά, συναντά κανείς συχνά τον καβαλάρη με το άσπρο άλογο που είτε μόνος του είτε μαζί με άλλους τρέχει με θόρυβο και μπαίνει μέσα στα σπίτια. Βόρειο (αγγλικό) είναι το έθιμο του γκι (άλλοτε ιερού στους δρυίδες), που πλημμύρισε και τις άλλες χώρες. Νύχτα με θαύματα, τυχερά και χρησμούς είναι και η νύχτα των Φώτων. Προφητείες αγάπης, γάμου και θανάτου γίνονται την ημέρα αυτή, ενώ τη νύχτα της παραμονής πρέπει να φάει κανείς λιπαρά πράγματα και να αφήσει και μερικά περισσεύματα για τα πνεύματα. Τις μέρες αυτές επίσης τριγυρνούν σε πολλούς τόπους οι Sternsinger (τραγουδιστές του άστρου), στεφανωμένοι, με άσπρα φελόνια και με λινές περούκες. Ενώ η Σαρακοστή δεν έχει να επιδείξει ιδιαίτερα έθιμα, η Κυριακή των Βαΐων παρουσιάζει ένα σύνολο τελετών χριστιανικής προέλευσης. Πρώτη απ’ όλες είναι η Κυριακή των Βαΐων που παίρνει ιδιαίτερη επισημότητα, κυρίως στις κατεξοχήν καθολικές περιοχές. Η Μεγάλη Πέμπτη, που ονομάζεται Πράσινη Πέμπτη (Grϋndonnerstag), από το γεγονός ότι συνήθιζαν να τρώνε πολλά χορταρικά πριν από τη νηστεία της Μεγάλης Παρασκευής ήταν παλαιότερα η ημέρα της άφεσης για τους αφορεσμένους. Η Μεγάλη Παρασκευή, που εδώ λέγεται χαρακτηριστικά Παρασκευή των στεναγμών (Κarfreitag) είναι μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές γιορτές σε ολόκληρη τη Γ., τόσο στην καθολική όσο και στη διαμαρτυρόμενη. Το Μεγάλο Σάββατο, απεναντίας, είναι ημέρα συγκρατημένης χαράς και προσμονής. Είναι το Σιωπηλό Σάββατο (stiller Samstag) που προηγείται της γιορτής η οποία έχει τη δεύτερη θέση, μετά τα Χριστούγεννα, στην καρδιά του γερμανικού λαού. Από τις παραστάσεις των Παθών του Ιησού Χριστού, που είναι πολλές σε όλες τις καθολικές χώρες την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, η πιο διάσημη είναι του Ομπεραμεργκάου που γίνεται κάθε δέκα χρόνια. Οι πρωταγωνιστές της ιερής παράστασης, γεννημένοι όλοι σε αυτή την πολίχνη, είναι 600. Η θεατρική δράση παρουσιαζόταν τα παλαιά χρόνια στην εκκλησία και αργότερα στην ύπαιθρο, αλλά με τη συρροή των θεατών δημιουργήθηκε η ανάγκη να χτιστεί ένα θέατρο. Το αρχικό κείμενο των Παθών είναι του 16ου αι. και έχει υποστεί διάφορες τροποποιήσεις. Ακόμα και τα τραγουδιστά μέρη διευρύνθηκαν αργότερα. Η μουσική γράφτηκε στις αρχές του 19ου αι. από τον Ρόχους Ντέντλερ, έναν μουσικό που γεννήθηκε στο Ομπεραμεργκάου, και έχει υποστεί και αυτή διαδοχικές επεξεργασίες. Οι σκηνές των Παθών εναλλάσσονται με επεισόδια της Παλαιάς Διαθήκης. Η τελική εικόνα αναπαριστά τον θρίαμβο και τη Μεταμόρφωση του Χριστού. Το πιο διαδεδομένο σύμβολο της γιορτής είναι τα αβγά του Πάσχα, που η προέλευσή τους είναι παγανιστική. Το αβγό, ως εικόνα της γονιμότητας και της ανανέωσης της ζωής, εμφανιζόταν συχνά στις αρχαίες ανοιξιάτικες τελετές. Πολύ γρήγορα το έθιμο αυτό, όπως και πάρα πολλά άλλα, αφομοιώθηκε από τον χριστιανισμό. Η προέλευση του Οsterhase, δηλαδή του λαγού του Πάσχα, παραμένει απεναντίας ακόμα μυστήριο. Στο Ρεν και στο Έσεν τα αβγά ζωγραφίζονται με τέτοια λεπτότητα, που είναι αληθινά, μικρά και εύθραυστα αριστουργήματα. Η Ανάληψη θεωρείται ημέρα του πατέρα, σε αντιστάθμισμα της ημέρας της μητέρας που γιορτάζεται στις 10 Μαΐου. Η Πεντηκοστή αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της χαράς του Μάη. Τα έθιμα αυτής της ημέρας έχουν συγχωνευτεί με τα έθιμα από άλλες μαγιάτικες και ανοιξιάτικες γιορτές. Χαρακτηριστικό αυτής της γιορτής είναι και ο καλπασμός της Πεντηκοστής, έθιμο πολύ διαδεδομένο σε όλη τη γερμανική ύπαιθρο. Οι νέοι του χωριού ανεβαίνουν σε ασέλωτα άλογα, με πλεγμένα στις χαίτες τους ανθισμένα σπαρτά και πολύχρωμους κλώνους.Γεύμα και δείπνο δεν είναι για τους Γερμανούς παρά διαλείμματα, κατά τη διάρκεια των οποίων η ανθρώπινη μηχανή τροφοδοτείται και ανανεώνεται με έναν ευχάριστο τρόπο. Έτσι, τόσο η ώρα όσο και η σύνθεση των γευμάτων ανταποκρίνονται απόλυτα σε αυτή τη νοοτροπία σχετικά με τη λειτουργία του φαγητού. Το πρόγευμα (Frϋhstϋck) είναι πλούσιο, σχεδόν ανάλογο με το αγγλοσαξονικό breakfast: καφές με γάλα ή τσάι, ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα και συχνά ένα αβγό μελάτο με τυρί και σαλάμι. Η σούπα θεωρείται προαιρετική για το μεσημεριανό γεύμα (Μittagessen), αλλά αξίζει να αναφερθούν οι γλυκές σούπες που γίνονται με βάση το άσπρο κρασί, τα κεράσια και τα μύρτα. Από τις αλμυρές σούπες, οι πιο συνηθισμένες είναι η Οchsenschwanzsuppe, που δεν είναι παρά ένα πηχτό ζουμί βοδινής ουράς, η ρεβυθόσουπα, η σούπα από σπαράγγια, η σούπα από πράσα και διάφορες χορτόσουπες βελουτέ με γάλα. Το βασικό πιάτο αποτελείται από κρέας με λαχανικά, κυρίως πατάτες και λάχανο. Οι Γερμανοί προτιμούν τις κομπόστες από τα φρέσκα φρούτα ή, αντί γι’ αυτές, τις κρέμες με σιρόπι από φρούτα ή άρωμα βανίλιας. Το κολατσιό (Vesperbrot) αποτελείται από γλυκά ή βουτήματα με τσάι ή καφέ. Το πιο τυπικό γερμανικό φαγητό είναι το Αbendbrot (βραδινό ψωμί): ένα κρύο δείπνο που αποτελείται αποκλειστικά από ψωμί διαφόρων ποιοτήτων με βούτυρο, αλλαντικά και τυρί, που συνοδεύονται από τσάι ή μπίρα. Τα γερμανικά αλλαντικά είναι συνήθως καπνιστά και υπάρχουν πραγματικά ποικιλίες για όλα τα γούστα: από το Landleberwurst, που είναι πατέ από συκώτι με χοιρινό λίπος μέχρι το φίνο Leberwurst, που γίνεται από μοσχαρίσιο ή χοιρινό συκώτι ή από συκώτι χήνας. Όμως, στο εξωτερικό είναι περισσότερο γνωστά τα λουκάνικα και πρώτα από όλα τα Wienerwϋrstchen, μικρά λουκάνικα βιεννέζικης καταγωγής, τα Wϋrstel από χοιρινό κρέας και το Weisswurst του Μονάχου, ένα άσπρο σαλάμι που συνοδεύεται από γλυκιά μουστάρδα. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τα γιγαντιαία ζαμπόν της Βεστφαλίας (περίπου 15 κιλά το καθένα), που ήταν ήδη γνωστά και στην αρχαία Ρώμη, όπως μαρτυρεί ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος. Ακόμα και στα τυπικά πιάτα των διαφόρων γερμανικών επαρχιών, το χοιρινό κρέας κυριαρχεί. Δεύτερο έρχεται το μοσχαρίσιο κρέας. Η Βεστφαλία θεωρείται, από γαστρονομική άποψη, η καρδιά του γερμανικού έθνους. Το τυπικό πιάτο της περιοχής είναι οι φακές με λαρδί (grosse Βohnen mit Speck) και το πολύ πικάντικο Ρfefferpotthast, που γίνεται με κομμάτια από μοσχαρίσιο βραστό κρέας και πολυάριθμα καρυκεύματα. Τα κνέντελ (Κnödel) είναι μία σπεσιαλιτέ διαδεδομένη σε όλη τη Γ. Πρόκειται για ένα είδος μεγάλων πατατοκεφτέδων που γίνονται από τριμμένες πατάτες, ψίχα ψωμιού και χοιρινό λίπος και σερβίρονται συνήθως μαζί με κάλμπσαχσε (Κalbshachse), δηλαδή με κότσια μοσχαρίσια. Τυπικό βερολινέζικο φαγητό είναι το Εisbein mit Sauerkraut, χοιρινά κότσια με λάχανο, και το Löffelerbsen mit Speck, σούπα από ξερά μπιζέλια με λαρδί και μπουκίτσες από ξεροψημένο ψωμί. Επειδή τα φρέσκα φρούτα είναι είδος που μάλλον σπανίζει, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η τέχνη της παρασκευής γλυκών, μαρμελάδων και ζελέδων, από τα πιο συνηθισμένα φρούτα μέχρι τα αγριοτριαντάφυλλα και τους καρπούς της κουφοξυλιάς. Η γερμανική ζαχαροπλαστική, μάλλον πολύπλοκη, είναι από τις καλύτερες. Στο σημείο αυτό, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθούν τα παραδοσιακά Lebkuchen (γλυκά της ζωής), με διάφορα συμβολικά σχήματα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ειδωλολατρική παράδοση. Τα πιο διαδεδομένα ποτά στη Γ. είναι, χωρίς άλλο, η μπίρα και το κρασί. Η επινόηση της μπίρας (κατά τη γερμανική παράδοση) οφείλεται στον Γαμβρίνο, θρυλικό βασιλιά της Φλάνδρας. Η μπίρα συχνά συνοδεύεται από ένα ποτηράκι γκράπας, της οποίας υπάρχουν πολλές ποιότητες. Το Κirsch είναι το γνωστό απόσταγμα από αγριοκέρασα του Μέλανος Δρυμού, ενώ εξίσου γνωστό είναι και το Ζwetschgenschnaps, απόσταγμα από δαμάσκηνα. Όταν λέμε κρασί του Ρήνου εννοούμε το κρασί που παράγεται από τα σταφύλια που καλλιεργούνται στους λόφους που βρίσκονται στις όχθες του Ρήνου, μεταξύ Μπίνγκεν και Κόμπλεντς, όπου απλώνονται απέραντες εκτάσεις αμπελιών. Το Ρίντεσχαϊμ είναι το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο για τα κρασιά του Ρήνου, τόπος οργάνωσης μιας πασίγνωστης γιορτής-έκθεσης κρασιών κάθε Σεπτέμβριο και έδρα ενός Μουσείου του Κρασιού, όπου εκτίθεται και μία μποτίλια με κρασί ηλικίας 1.600 ετών. Η Φραγκονία είναι μία άλλη σημαντική οινοπαραγωγός περιοχή της Γ. Το στυφό κρασί της κοιλάδας του Μάιν σερβίρεται σε παράξενες μποτίλιες σε σχήμα φλασκιού. Άριστης ποιότητας κρασιά παράγονται επίσης στο Παλατινάτο, στο Μπάντεν και στην Αρ. Εκτός από την μπίρα και το κρασί, το πιο διαδεδομένο ποτό είναι το Αpfelwein, το μηλόκρασο που περιέχει σχετικά ελάχιστο αλκοόλ. Αρκετά διαδεδομένο επίσης είναι το Αpfelsaft, δηλαδή ο χυμός μήλου. Άποψη της Κολονίας τη νύχτα. Διακρίνεται η σιδηροδρομική γέφυρα στον Ρήνο και ο θαυμάσιος γοτθικός καθεδρικός ναός της γερμανικής αυτής πόλης. Ένα πάντα στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου. Χαρακτηριστική άποψη της γερμανικής υπαίθρου, κοντά στο Βάλντικιρχ (Μπάντεν-Βυρτεμβέργη), στον Μέλανα Δρυμό (φωτ. Sef). Το μουσείο του Περγάμου στο Βερολίνο κτίστηκε μεταξύ 1909 και 1930 για να περιλάβει την αναπαράσταση του περίφημου βωμού της Περγάμου με τα πρωτότυπα γλυπτά του. Πάγκος όπου πωλούνται τα περίφημα βαυαρικά «μπρέτσελν». Η πόλη Σανκτ Αντρέασμπεργκ της Γερμανίας, θερινό και χειμερινό τουριστικό κέντρο στην καρδιά του Χαρτς. Χαρακτηριστικά γυναικεία καλύμματα του κεφαλιού, στον Μέλανα Δρυμό, πλεγμένα με μυριάδες χάντρες. Ενδυμασία του Σπρέε Βαλντ στη Λουσατία. Άποψη της Δρέσδης, πρωτεύουσα του γερμανικού κρατιδίου της Γερμανίας, η οποία διαδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στην πνευματική και καλλιτεχνική εξέλιξη της Ευρώπης. Η αναπαράσταση του Θείου Πάθους, που γίνεται κάθε δέκα χρόνια στο Ομπεραμεργκάου (Βαυαρία), αποτελεί διεθνές τουριστικό γεγονός. Οι παραστάσεις αυτές έχουν την αρχή τους σε μία ευχή που είχε κάνει ο πληθυσμός της περιοχής (1633), κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας (φωτ. ZFV). Νύχτα των Χριστουγέννων στο Ράμσαου στην Άνω Βαυαρία. Ο «χορός των εργατών των αλυκών», έχει τις ρίζες του στις παραδόσεις των μεσαιωνικών συντεχνιών. Γιορτή του κρασιού στο Μπερνκάστελ στην περιοχή του ποταμού Μοζέλα, διεθνώς ονομαστή για τα κρασιά της. Ο Άλμπερετ Αϊνστάιν, ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία της σχετικότητας και τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Χέγκελ (Έγελος) σε προσωπογραφία του Γ. Σλέσινγκερ (Κρατικό Μουσείο, Βερολίνο). Το όνομα του Κάρλ Μαρξ συνδέθηκε με δύο θεωρίες που έμμελε να έχουν αποφασιστική επίδραση στην κατοπινή εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας. Η πρώτη είναι γνωστή με το όνομα «ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός» και η δεύτερη, που γέννησε το ιδεολογικό κίνημα, χαρακτηρίζεται «μαρξισμός». Το δωμάτιο όπου πέθανε ο Κέπλερ στο Ρέγκενσμπουργκ. Προσωπογραφία του Γιοχάνες Κέπλερ, φιλοτεχνημένη από τον Μ. Μπερνέτσερους. Ο μεγάλος αστρονόμος και μαθηματικός ανασκεύασε τη θεωρία της κυκλικότητας και ομοιομορφίας της κίνησης των πλανητών, αποδεικνύοντας ότι όλα τα ουράνια σώματα διαγράφουν ελλειπτικές τροχιές με περιστροφική κίνηση όχι ομοιόμορφη (Ίδρυμα Αγίου Θωμά, Στρασβούργο). Ο Πάουλ Χίντεμιτ διαμόρφωσε το ύφος του εφαρμόζοντας στις σύγχρονες μουσικές εμπειρίες μία προσωπική πολυφωνική αντίληψη (Σχέδιο του Ρ. Χάινις). Μία σκηνή από τον «Ταγχόιζερ» του Βάγκνερ, κατά την παράσταση στη Σκάλα του Μιλάνου το 1966, σε σκηνοθεσία του Φρανκ ντε Κελ και σκηνογραφίες του Πέτε Μπίσεγκερ. Το Ωδείο της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, έργο του Χανς Σάροουν, που αποπερατώθηκε το 1963. Είναι μία από τις μεγαλύτερες και τελειότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, που φανερώνει το πάθος των Γερμανών για τη μουσική. Το θέατρο του φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, έδρα των βαγκνερικών φεστιβάλ. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από άγνωστο καλλιτέχνη (Μουσείο Μουσικής, Μπολόνια). Ο Καρλ Μαρία φον Βέμπερ σε προσωπογραφία του Λόρενς (Μουσείο Μπονά, Μπαγιόν). Μικρογραφία στην οποία απεικονίζεται ο θρίαμβος των «Αρχιτραγουδιστών», που η μουσική και η ποιητική παραγωγή τους έχουν βαθύτατες ρίζες στη γερμανική εκπολιτιστική παράδοση. Πορτρέτο του Φραντς Γιόζεφ Χάιντν. Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, από τους σημαντικότερους συνθέτες του 18ου αι. Ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, από τους κορυφαίους συνθέτες στην ιστορία της μουσικής. Η ταινία του Κουρτ Μέτσιγκ «Ερνστ Τέλμαν» είναι αφιερωμένη στον ηγέτη του γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος που τουφεκίστηκε από ναζί. Μία σκηνή από το έργο «The promise» της Μάργκαρετ φον Τρότα με τη Μέριτ Μπέκερ (1994). Η Μάρλεν Ντίτριχ υπήρξε η φιλήδονη ενσάρκωση του κακού. Μία σκηνή από την ταινία «Γεύματα» του Έντγκαρ Ράιτς, ενός από τους νέους σκηνοθέτες του ‘60. Μία σκηνή από το «Εργαστήριο του δόκτορα Καλιγκάρι» του Ρόμπερτ Βίνε. Είναι το πιο σημαντικό έργο του κινηματογραφικού εξπρεσιονισμού, που η σπουδαιότητά του οφείλεται στη συνεργασία σκηνογράφων και ερμηνευτών. Στιγμιότυπο από τον «Φοιτητή της Πράγας» (1913), με πρωταγωνιστή τον Π. Βέγκενερ, που συνεργάστηκε και στη σκηνοθεσία. Σκηνή από την ταινία «Νιμπελούνγκεν» του Φριτς Λανγκ (1923-24), όπου ο Ζίγκφριντ (Πάουλ Ρίχτερ) φτιάχνει το αήττητο σπαθί. H ηθοποιός Μαρίκα Ρεκ στην ταινία «Οι γυναίκες είναι οι καλύτεροι διπλωμάτες» του σκηνοθέτη Γκέοργκ Γιακόμπι. Ο Φριτς Λανγκ, Αυστριακός σκηνοθέτης, επιβλήθηκε με τα πρώτα του έργα, δημιουργώντας ταινίες του βωβού κινηματογράφου που θεωρούνται πια κλασικές. Σκηνή από την παράσταση του «Αμφιτρύωνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ σε θέατρο του Βερολίνου, με πρωταγωνιστή τον Ερνστ Ντόιτς (φωτ. ZFV). Προσωπογραφία του Γκότχολτ Εφρέμ Λέσινγκ, ανανεωτή του γερμανικού θεάτρου, έργο του Γιόχαν Χάινριχ Τισμπάιν. Σκηνή από την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπέρτολντ Μπρεχτ. «Φάουστ και Μαργαρίτα», λιθογραφία του Ευγένιου Ντελακρουά από μια σειρά συνθέσεων για τον «Φάουστ» του Γκέτε. Ανώνυμη λιθογραφία του «Φάουστ» του Γκέτε (Μουσείο Γκέτε, Φρανκφούρτη). Το Συνεδριακό Μέγαρο, ένα από τα πολλά κτίρια μοντέρνας αρχιτεκτονικής του Βερολίνου. Η «Αδελαΐδα» του Άνσελμ Κίφερ. Άποψη του ξενοδοχείου «Νίκο» στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Η νέα αρχιτεκτονική τάση χρησιμοποιεί και γλυπτά στην «επένδυση» των κτιρίων της. «Η κοπέλα της γκαρνταρόμπας και το γκαρσόνι», του Μαξ Μπέκμαν (Συλλογή Σπρένγκελ· φωτ. Igda). «Γκέρντα ΙΙ» πίνακας του Ερνστ Κίρχνερ. Εξπρεσιονιστής ζωγράφος της ομάδας της Δρέσδης, ο Κίρχνερ τονίζει στους πίνακές του τους «γκροτέσκ» χαρακτήρες μιας κοινωνίας που μεταβάλλεται «Οι κολώνες της κοινωνίας» του Γκέοργκε Γκροτς είναι μια άγρια επίθεση κατά της κοινωνίας των πρώτων γερμανικών μεταπολεμικών χρόνων με τη βοήθεια μιας βίαιης και ανελέητης γραφής. Εξώφυλλο του περιοδικού «Die Brϋcke» με προσωπογραφία του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ. «Περίπατος στη γέφυρα», έργο του Άουγκουστ Μάκε. «Σλοβένοι» του Εμίλ Νόλντε. Οι αναμνήσεις του από τις νύχτες του Βερολίνου και τα εξωτικά τοπία τον τοποθετούν στην πρώτη γραμμή στην ομάδα των εξπρεσιονιστών. Η βιβλιοθήκη της μονής Βενεδικτίνων (τέλη 11ου αι.) του Βίλμπιγκεν, κοντά στην Ουλμ, που οργανώθηκε με την ανοικοδόμηση της μονής τον 18o αι., είναι μία από τις σπουδαιότερες όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Άποψη από το εσωτερικό της Σανκτ-Νέπομουκ-Κίρχε του Μονάχου. Χτισμένη από τους αδελφούς Άζαμ μεταξύ 1733 και 1735, η εκκλησία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο έργο του γερμανικού ροκοκό. Πορσελάνη της Δρέσδης του 18oυ αι. Στα περίχωρα της πόλης, στο Μάισεν, ιδρύθηκε το 1710 το πρώτο ευρωπαϊκό εργοστάσιο πορσελάνης. Η πρόσοψη του οπλοστασίου του Άουγκσμπουργκ (1602-07), έργο του Ελίας Χολ, εμπνευσμένο από ιταλικά αναγεννησιακά πρότυπα (φωτ. Hell). Προσωπογραφία των Γκόντσαλβς (1528), έργο του Χολμπάιν του Νεότερου, που υπήρξε και ο τελειότερος ερμηνευτής της γερμανικής αναγεννησιακής τέχνης. «Οι Απόστολοι Ιωάννης και Πέτρος». Σε αυτόν τον πίνακα του 1526, ο Ντίρερ έχει πια φτάσει να εκφράζει με μια απλή και ουσιώδη φόρμα, μια αυστηρή κλασική μεγαλοπρέπεια (Alte Pinakothek). Η τεχνοτροπία των πορτρέτων του Χανς Χολμπάιν του Νεότερου χαρακτηρίζεται από ψυχολογική οξύτητα. Στην «Οικογένεια του καλλιτέχνη» σχεδόν καταλήγει σε πορτρέτο της ψυχής (Kunstmuseum, Βασιλεία). Στη μεσαιωνική κοινωνία συχνά οι καλλιτέχνες είναι συγχρόνως ζωγράφοι και γλύπτες, όπως στην περίπτωση του Χανς Μούλτσερ, στον οποίο ανήκει ο «Θάνατος της Παρθένου». Πρόκειται για πίνακα ζωγραφισμένο για τον βωμό της ενορίας του Βιπιτένο, σύμφωνα με μία τεχνοτροπία που ξεπερνά ήδη τον διεθνή γοτθικό ρυθμό. «Προσωπογραφία νέου», έργο του Άλμπρεχτ Ντίρερ. Θεωρείται κορυφαίο επίτευγμα του μεγάλου ζωγράφου και μαρτυρά ευδιάκριτη επίδραση από τη φλαμανδική ζωγραφική (Πινακοθήκη της Δρέσδης). Άποψη του καθεδρικού ναού της Ουλμ. Είναι ο μεγαλύτερος ναός της Γερμανίας έπειτα από αυτόν της Κολονίας. Η κατασκευή του άρχισε το 1377, διακόπηκε το 1529 και συνεχίστηκε πολύ αργότερα, τον 19ο αι. Ο πύργος, ύψους 161 μ., είναι η ψηλότερη πέτρινη κατασκευή στον κόσμο και στην πραγματικότητα υποκαθιστά την πρόσοψη. Ένα τμήμα του θυρώματος του καθεδρικού ναού της Ράτισμπον. Το γοτθικό αυτό κτίριο άρχισε να χτίζεται στα τέλη του 13ου αι. Το εσωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στο Λάντσχουτ, έργο του Χανς Στετχάιμερ, του επιφανέστερου αρχιτέκτονα της υστερογοτθικής περιόδου της Βαυαρίας. Λεπτομέρεια της κεντρικής πύλης του καθεδρικού ναού της Κολoνίας. Οι οβελίσκοι του καθεδρικού ναού της Κολoνίας. Ο καθεδρικός ναός της Βόνης (11ος-13ος αι.), επιβλητικό ρομανικό κτίριο, όπως φαίνεται από το συνεχόμενο αίθριο του 12ου αι., εξαίρετο δείγμα γερμανικής αρχιτεκτονικής. Το κεντρικό κλίτος του καθεδρικού ναού της Κολονίας τονίζει την κατακόρυφη τάση και την επιβλητικότητα του κτίσματος. Η ρομανική αρχιτεκτονική στη Γερμανία εκδηλώθηκε κυρίως στη ρηνανική περιοχή, όπου επικράτησε η μεγάλη καρολίγγεια παράδοση. Στο αυστηρό σύνολο της μητρόπολης της Μάιντς (Μαγεντία), που χρονολογείται στον 12ο αι., διακρίνονται εύκολα τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του μνημείου, που είχε προορισμό του να εξάρει ταυτόχρονα το θρησκευτικό πνεύμα και την απόλυτη πολιτική εξουσία. Η «Θεραπεία της αιμορροούσης γυνής», λεπτομέρεια των τοιχογραφιών με τα «Θαύματα του Χριστού» στην Γκεοργκίρχε του Όμπερτσελ. Οι μορφές που συγγενεύουν με αυτές της σχολής του Ράιχεναου έχουν μια έκφραση λιγότερο πνευματική και έναν ρυθμό πιο φωτεινό και πιο αεράτο. Ήδη σε άνθηση κατά την καρολίγγεια εποχή, τα «scriptoria» παίρνουν μια εξέλιξη ακόμα μεγαλύτερη κατά την οθωνική περίοδο. Αυτός ο «άγιος Λουκάς» από το Ευαγγέλιο του Όθωνα Γ’ της σχολής του Ράιχεναου αποκαλύπτει με την κομψή του, σχεδόν αφηρημένη αυστηρότητα παραστάσεων την επαφή με τη βυζαντινή τέχνη. Η Μαύρη Πύλη στους Τρεβήρους. Σημαντικό μνημείο της υστερο-ρωμαϊκής περιόδου, που χρονολογείται ίσως στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. Μοιάζει με οχυρωμένο κάστρο και επαναλαμβάνει το σχήμα της Οστιανής Πύλης στη Ρώμη. Έργο σε σμάλτο της μεροβίγκειας εποχής· η τέχνη των Φράγκων διακρινόταν για την αυστηρότητα και λιτότητα του ύφους (Μουσείο Κλινί, Παρίσι). Η μεγάλη αίθουσα διδασκαλίας του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, που είναι το αρχαιότερο της Γερμανίας (ιδρύθηκε το 1386) και ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης (φωτ. Pozzi-Bellini). Συγκέντρωση της «Ομάδας 47», που περιλάμβανε τους εκπροσώπους της νέας γενιάς των Γερμανών μυθιστοριογράφων-ποιητών. Ο Φρίντριχ Σίλερ, μία από τις μεγαλύτερες μορφές του ευρωπαϊκού πνεύματος και κορυφαίος εκπρόσωπος του γερμανικού κλασικισμού. Ο Χ.Τ. Στορμ σε προσωπογραφία του Μ. φον Βάρτενμπεργκς. Ο Βόλφγκανγκ Γκέτε κατέχει στην ιστορία της ποίησης εξέχουσα θέση, τόσο ως δημιουργός ενός από τους μεγαλύτερους μύθους του σύγχρονου ανθρώπου, του μύθου του «Φάουστ», όσο και ως συγγραφέας αριστουργημάτων σε πολλά λογοτεχνικά είδη. Η φιλοσοφία του Σοπενχάουερ αποτελεί την ανώτερη έκφραση του παραλόγου και της απαισιοδοξίας στη δυτική σκέψη. Εδώ, ο Γερμανός φιλόσοφος σε προσωπογραφία του Λούντβιχ Ρούλερ (Βερολίνο, Δημοτική και Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη). Το μνημείο του Λούθηρου στο Βορμς. Η πολιτικοθρησκευτική διένεξη που προκάλεσε η Μεταρρύθμιση δίχασε τη Γερμανία, ενώ η αυτοκρατορία έχασε κάθε ίχνος ενότητας (φωτ. Igda). Το μνημείο του Γκέτε στη Φρανκφούρτη. Το εργαστήριο του Γκούτενμπεργκ, όπως ανασυγκροτήθηκε στο Παγκόσμιο Μουσείο Τύπου του Μάιντς. Ο Μαρτίνος Λούθηρος σε έναν πίνακα του Λούκας Κράναχ. Ο Λούθηρος πραγματοποίησε μία μετάφραση της Βίβλου που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και στην εξέλιξη της γερμανικής λογοτεχνικής γλώσσας (Πινακοθήκη Ουφίτσι, Φλωρεντία). Μια μινιατούρα από παλαιότατο χειρόγραφο του 13ου αι. που παρουσιάζει τον ποιητή και ιππότη Βόλφραμ φον Έσενμπαχ (Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, Χαϊδελβέργη). Εικονογραφημένη σελίδα γερμανικής «Αγίας Γραφής» σε λατινική γλώσσα, με μικρογραφίες από θέματα της Γένεσης και μορφές αγίων (τέλη 15ου αι.). Η λατινική γλώσσα είχε ασκήσει ισχυρή επίδραση στη διαμόρφωση της αρχαίας άνω γερμανικής (βιβλιοθήκη Casanatense, Ρώμη· φωτ. Gilardi). Ναζιστικές σημαίες στους δρόμους της Δρέσδης, στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Οι νεοναζί αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ενοποιημένης Γερμανίας. Στη φωτογραφία, ναζιστικός χαιρετισμός από νέους στην πόλη Μπαϊρόιτ της Βαυαρίας. Χιλιάδες κάτοικοι της Γερμανίας σε αντιρατσιστική διαδήλωση του 1995. Το «Τείχος του Βερολίνου» έχει πέσει και οι κάτοικοι του ανατολικού τμήματος της Γερμανίας εισέρχονται ελεύθερα στο δυτικό. Ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Κολ, πρωτεργάτης της ενοποίησης. Η υπογραφή της συμφωνίας ενοποίησης μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας. Ο Βίλι Μπραντ στην Πράγα, μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Θερμός υποστηρικτής της Οστπολιτίκ, αγωνίστηκε επίμονα και σημείωσε σημαντικές επιτυχίες για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των Ανατολικών χωρών. Ναζί ηγέτες σε μία συνεδρίαση της δίκης της Νυρεμβέργης που έγινε για την εκδίκαση των εγκλημάτων που διέπραξαν. Ο Κόνραντ Αντενάουερ, καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, μαζί με τον διάδοχό του Λούντβιχ Έρχαρτ. Αμερικανοί και Σοβιετικοί συναντώνται στον Έλβα στις 27 Απριλίου 1945. Στις 7-8 Μαΐου του ίδιου έτους ο ναύαρχος Ντένιτς, που ορίστηκε από τον Χίτλερ πρόεδρος του Ράιχ, αναγκάστηκε να δεχτεί την παράδοση χωρίς όρους. Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος τελείωνε με νέα και σοβαρότερη ήττα της Γερμανίας. Η παράδοση ενός γερμανικού στρατιωτικού τμήματος σε αμερικανικά άρματα μάχης. Το 1943 παρατηρούνται ολοένα και περισσότερα κρούσματα απειθαρχίας στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στην Ελλάδα και λιποταξίες αντιφασιστών στρατιωτών, όπως απεικονίζεται σε αφίσα της εποχής (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Στάθμευση αρμάτων μάχης σε ένα ουκρανικό χωριό. Η γερμανική προέλαση στην ΕΣΣΔ, στην αρχή κεραυνοβόλα, δεν οδήγησε σε καμιά πραγματική επιτυχία, γιατί οι δυνάμεις του Γ’ Ράιχ αποδυναμώθηκαν βαθμιαία από μία σειρά εξαντλητικών πολιορκιών, από το κλίμα και από τις μεγάλες εκτάσεις του σοβιετικού εδάφους. Ο Χάινριχ Χίμλερ ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση και τη λειτουργία των στρατοπέδων εξόντωσης. Από το καλοκαίρι έως τον χειμώνα του 1941 ο πόλεμος, που έως τότε είχε περιοριστεί στα ευρωπαϊκά έδαφη, επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο. Στρατοπέδο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η έναρξη της γερμανικής επίθεσης στη Δύση τον Μάιο του 1940. Η μεγάλη υπεροχή στην αεροπορία και στα θωρακισμένα, εξηγεί τις θεαματικές επιτυχίες που σημείωσαν οι Γερμανοί στα τρία πρώτα χρόνια του πολέμου. Στη φωτογραφία αυτή του 1923, εικονίζονται στασιαστές, μεταξύ των οποίων ο Αδόλφος Χίτλερ, που συνελήφθησαν έπειτα από την αποτυχία του «putsch» του Μονάχου, που έγινε από την άκρα Δεξιά για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Αδόλφος Χίτλερ, ηγέτης του Γ’ Ράιχ, υπήρξε ο εμπνευστής και ο οργανωτής του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΙΩΝ ΕΩΣ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1919-1939) Ο Χίντενμπουργκ, δεύτερος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μαζί με τον Χίτλερ. Ο Βίσμαρκ, ενώ υποδέχεται στο Βερολίνο τον Γουλιέλμο Α’, μετά τη στέψη του (1871), όπως απεικονίζεται σε πίνακα της εποχής. Ο Γουλιέλμος Β’ επισκέπτεται, κατά τον πόλεμο του 1914-18, τα στρατεύματα του στρατηγού Καρλ φον Μπίλοβ στο Ανατολικό μέτωπο. Ο κορυφαίος Γερμανός πολιτικός του 19ου αι., Ότο φον Βίσμαρκ. «Η μάχη της Λειψίας». Ο Ναπολέων, προδομένος από τους Σάξονες συμμάχους του, αναγκάστηκε να υποχωρήσει έπειτα από τριήμερη μάχη, η οποία σημείωσε την οριστική κατάρρευση της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας (ανώνυμη τέμπερα αυτόπτη μάρτυρα, Βιβλιοθήκη Μαρμοτάν, Παρίσι). Η ΓΕΡΜΑΝΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΝΑΚΥΡΗΞΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ Ζωγραφικός πίνακας που απεικονίζει τον Τριακονταετή πόλεμο (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο). Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΣΑΞΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΝΙΑΣ Ο Φρειδερίκος Β’ της Πρωσίας έδειχνε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα γράμματα και τη φιλοσοφία. Η νέα θεολογία του Λουθήρου, που στηριζόταν μόνο στη μαρτυρία της «Αγίας Γραφής», είχε ως βάση την πίστη. Η φυσιογνωμία του Μπαρμπαρόσα είναι από τις πιο χαρακτηριστικές του Μεσαίωνα. Ιδιαίτερα στη Γερμανία θεωρήθηκε μονάρχης αντάξιος του Καρλομάγνου και του Όθωνα Α’, κατά το πρότυπο των οποίων προσπαθούσε να πραγματοποιήσει την ιδέα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Ροδόλφος Α’ των Αψβούργων, σε έναν πίνακα του Φραντς Πφορ (φωτ. Igda). Ανάγλυφη παράσταση που εικονίζει τον Αλάριχο. Παράσταση του Θεοδώριχου, βασιλιά των Οστρογότθων (τμήμα αναγλύφου του 12ου αι. στη Βερόνα). Λεπτομέρεια από το οστεοφυλάκιο του Καρλομάγνου (Θησαυροφυλάκιο του Άαχεν). Ο Λουδοβίκος Β’ ο Γερμανικός σε μικρογραφία από τον «Κώδικα των Λογγοβαρδών βασιλιάδων» του 11ου αι. (Αρχείο ντέλα Μπάντια του Κάβα ντέι Τιρένι). Το λεγόμενο στέμμα του Καρλομάγνου, που σύμφωνα με την παράδοση περιείχε τα λείψανα του βασιλιά (Θησαυροφυλάκιο του Άαχεν). Η πίσω όψη του 1 ευρώ στη Γερμανία. Το κέντρο ηλεκτρονικού ελέγχου της κυκλοφορίας στο αεροδρόμιο του Μονάχου. Στιγμιότυπο από τη διαδιακασία κατασκευής αυτοκινητόδρομων στη Γερμανία. Στοιχεία ενός πυρηνικού αντιδραστήρα που κατασκευάστηκε από τη Ζίμενς. Προετοιμασία για δορυφορικές αποστολές. Έρευνα για χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας σε διάφορες εφαρμογές. Το «γερμανικό θαύμα» στηρίχτηκε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Στιγμιότυπο από τη διαδικασία παραγωγής αυτοκινήτων. Τα ναυπηγεία της Γερμανίας, προσαρμοσμένα στη νέα τεχνολογία, αποτελούν βασικό μοχλό της οικονομίας της. Η κτηνοτροφία της Γερμανίας βασίζεται κυρίως στην εκτροφή αγελάδων και χοίρων. Σημαντικό έσοδο για τους κατοίκους των παραποτάμιων πόλεων αποτελεί η αλιεία. Η αλιεία αποτελεί σημαντική πηγή πλούτου για τη Γερμανία. Αμπελοκαλλιέργεια στις όχθες του Μοζέλα κοντά στα ερείπια του πύργου του Μπάιλσταϊν, που καταστράφηκε τον 17o αι. Η κοιλάδα αυτή, με το ήπιο κλίμα, ευνοεί την αμπελοκαλλιέργεια· τα κρασιά της περιοχής θεωρούνται από τα καλύτερα της Γερμανίας και είναι περιζήτητα στις χώρες όπου εξάγονται. Καλλιέργεια αγροκτήματος στο Βρανδεμβούργο. Τα κυριότερα αγροτικά προϊόντα της Γερμανίας είναι τα δημητριακά και οι πατάτες (φωτ. Sef). Η γεωργική παραγωγή δεν επαρκεί για τις ανάγκες της Γερμανίας, αλλά η αγορά της χώρας έχει πάντα επάρκεια λόγων εισαγωγών. Η Γερμανία εξελίχθηκε τα μεταπολεμικά χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες στον κόσμο. Η διώρυγα του Έλβα κοντά στο Μαγδεμβούργο. Το εσωτερικό εμπόριο εξυπηρετείται από αξιόλογο δίκτυο υδάτινων οδών. Η μεσαιωνική πύλη πλάι στη γέφυρα του Ρήνου, στο Βορμς, που υπήρξε έδρα του Καρλομάγνου και του Λουδοβίκου του Ευσεβούς (φωτ. Mairani). Οι κεντρικές συνοικίες του Ροστόκ, που ανοικοδομήθηκαν μετά τις καταστροφές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η πόλη είναι από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Γερμανίας και σπουδαιό παραγωγικό κέντρο. Ένα τυπικό βαυαρικό σπίτι στο Γκάρμις-Παρντενκίρχεν της Γερμανίας. Χαριτωμένα γερμανικά σπίτια σε στιλ «Περιστεριώνα» του Ομπερκίρχεν (Ζάουερλαντ). Οι πλωτοί ποταμοί της Γερμανίας ευνόησαν την ανάπτυξή της. Ένας παλιός πύργος δεσπόζει στο κέντρο του Κόχεμ επί του ποταμού Μοζέλα. Στο γερμανικό έδαφος οι ποταμοί αντιπροσώπευσαν τον κυριότερο παράγοντα έλξης για τον εποικισμό. Ο Ρήνος κοντά στο Μπαχάραχ (Ρηνανία - Παλατινάτο). Για να περάσει από τον Σχιστολιθικό Ορεινό Όγκο της Ρηνανίας, ο ποταμός έχει ανοίξει μια στενή και γραφική κοιλάδα, γνωστή ως «ηρωικό μονοπάτι». Ο ρους του Ρήνου που διασχίζει τη Γερμανία με την πόλη Μπάχαραχ περίπου στα μέσα του τμήματος μεταξύ Μάιντς και Κόμπλεντς. Ισχυρός παράγοντας έλξης των εγκαταστάσεων, είτε οικιστικών είτε παραγωγικών, ο ποταμός προχωρεί πλατύς ανάμεσα στους αμπελώνες. Ο Έλβας κοντά στην Πίρνα, στην περιοχή της Δρέσδης. Ένας σύγχρονος περιφερειακός δρόμος κοντά στο Τρίμπεργκ στον Μέλανα Δρυμό της Γερμανίας. Αυτό το συγκρότημα αναγλύφων εκτείνεται από νότια προς βόρεια και κατεβαίνει από ένα μέγιστο ύψος 1.493 μ., που βρίσκεται στο Φέλντμπεργκ. Το όνομα προέρχεται από το κυρίως σκούρο χρώμα των εκτεταμένων δασών, τα οποία δείχνουν τη σχετικά μικρή ανθρώπινη διείσδυση και τον γεωργικό και δασοποιμενικό χαρακτήρα της οικονομίας. Ένας «πύργος» από ψαμμίτη, λαξευμένος από την ατμοσφαιρική διάβρωση, υψώνεται επιβλητικά στο ανατολικό τμήμα των Μεταλλοφόρων Ορέων, αρχαίου συστήματος αναγλύφων, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της ερκύνιας συρρίκνωσης. Φωτογραφία τμήματος των Βαυαρικών Άλπεων από δορυφόρο της NAΣA, τον Σεπτέμβριο του 1992, από ύψος 318 χλμ. Στο πάνω μέρος διακρίνεται η οροσειρά, ενώ στο κέντρο και προς τα κάτω φαίνεται η λίμνη Βουρμ, που βρίσκεται 25 χλμ. Ν-ΝΑ του Μονάχου (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Η διαβρωτική ενέργεια της θάλασσας έχει δημιουργήσει ένα ασυνήθιστα υποβλητικό τοπίο στην Ελιγολάνδη, το απομονωμένο νησί στη Βόρεια θάλασσα, που ανήκει στη Γερμανία. Αστεροσκοπείο στην Τσούγκσπιτσε (2.964 μ.), την ψηλότερη κορυφή της Γερμανίας. Το πανεπιστήμιο του Βερολίνου, κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα της Γερμανίας, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Από το πανεπιστήμιο αυτό έχουν αποφοιτήσει πολλοί Γερμανοί φιλόσοφοι. Η πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο αποτελεί σύμβολο ενότητας της Γερμανίας. Το Βερολίνο είναι και πάλι πρωτεύουσα της ενοποιημένης Γερμανίας. Αεροφωτογραφία της Κολονίας, στην οποία διακρίνεται ο καθεδρικός ναός της. Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948-90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία (ή Ανατολική Γερμανία) Έκταση: 357.021 τ. χλμ. Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βερολίνο (3.388.434 κάτ. το 2001) Δείγματα της τέχνης μπαρόκ βρίσκονται σε όλες τις γερμανικές πόλεις, αλλά τα σημαντικότερα κέντρα είναι το Μόναχο στη Βαυαρία, η Δρέσδη στη Σαξονία, το Πότσνταμ και το Βερολίνο στην Πρωσία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γερμανία — [германиа] ουσ. Θ. германия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Παγκόσμιοι πόλεμοι — Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914 18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939 45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Φρειδερίκος — I Όνομα δουκών, πριγκίπων και εκλεκτόρων. 1. Φ. B’ ο Μαχητής. Δούκας της Αυστρίας (1236 46). Διαδέχτηκε στην εξουσία τον πατέρα του Λεοπόλδο ΣΤ’ τον Ένδοξο και, εξαιτίας της αυταρχικότητας και του φιλοπόλεμου χαρακτήρα του, ήρθε πολλές φορές σε… …   Dictionary of Greek

  • εθνικοσοσιαλισμός — Πολιτικό κίνημα –γνωστό και ως ναζισμός– που εμφανίστηκε στη Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με πρωταγωνιστή τον Άντολφ Χίτλερ (1889 1945). Οι ιδεολογικές αρχές του ε. –που διατυπώθηκαν κυρίως από τον ίδιο τον Χίτλερ στο βιβλίο του Ο αγών… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • ρομαντισμός — Πνευματικό κίνημα που εμφανίστηκε στο τέλος του 18ου αι. στη Γερμανία και διαδόθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική. Η λέξη romantic (από την οποία προέρχεται ο όρος), από την ισπανική romance,… …   Dictionary of Greek

  • κριτική — Η νοητική ενέργεια του χαρακτηρισμού και της εκλογής και, γενικά, της κρίσης. Κοινή σε όλους τους ανθρώπους ως πρωταρχική ιδιότητα της νόησης, η κ. ασκείται σε κάθε αντικείμενο της γνώσης και, μεταξύ άλλων, στην τεχνική και στα προϊόντα των… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.